Θέλω να αρπάξω αγκαλιά ένα σύννεφο και να ταξιδέψω.

Όχι ένα απαλό, γαλάζιο, μικρό συννεφάκι, μια πινελιά στον ουρανό των ψευδαισθήσεων. Ένα μεγάλο, γκρι, θυμωμένο σύννεφο. Να με κρύβει από τα ανθρώπινα βλέμματα, να με προστατεύει από τις καυτές ακτίνες του ήλιου που θα έχει κρύψει. Να το πάρω αγκαλιά και να φύγουμε για ένα μεγάλο ταξίδι…
Οι δυο μας να περιδιαβαίνουμε πάνω από παραλίες, από κοφτερά βράχια, από ψηλά κτίρια που θέλουν να φτάσουν τον ουρανό. Από όλες τις επίγειες, γκρίζες ανησυχίες. Ω, πόσο θαυμαστό θα ήταν ένα τέτοιο ταξίδι! Να ακουμπήσω απαλά στα τεράστια χέρια του και να το ρωτάω κάθε φορά τι είναι αυτό που βλέπουμε. Να ακούω τους θυμωμένους βρυχηθμούς του και να βρέχομαι από τις υγρές σταλαγματιές που θα βγαίνουν από τα σπλάχνα του. Να αφήσω πίσω μου όλες τις απορίες, όλα τα γιατί, όλα τα παράξενα που αλλάζουν καθημερινά τα πιστεύω μας, τις ελπίδες μας, τα όνειρά μας.

Κάθε νέα πληροφορία που θα μου δίνει θα είναι και μια καινούρια εμπειρία. Θα μου μαθαίνει ότι όλα είναι ανώφελα στον ζοφερό και ανταγωνιστικό κόσμο των πλασμάτων που κατοικούν στη γη. Ότι όλα είναι ένας κύκλος που ανοίγει σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και είναι άγνωστο πότε θα κλείσει για τον καθένα. Ότι το επίγειο ταξίδι δεν έχει τελικά και τόσο μεγάλη σημασία όση του αποδίδουν οι επίδοξοι κυρίαρχοι όσων αγοράζονται και πουλιούνται, δηλαδή των πάντων – εκτός από την αγάπη!
Τι σημασία έχει αν θα αποκτήσεις κτίρια και οικόπεδα, αυτοκίνητα και κρουαζιερόπλοια, αν θα φορέσεις μετάξια και χρυσά. Μεγαλύτερη σημασία έχει να δεις την ψυχή μέσα από το περίβλημα του καθενός. Να ανοίξεις τα μάτια και να βυθιστείς σε ένα αθώο παιδικό βλέμμα. Να ακούσεις με προσοχή να σου λένε «σ’ αγαπώ» δυο χείλη που δεν έχουν ακόμη ξεστομίσει βαριές κουβέντες, που όταν βγουν από το στόμα δεν γυρίζουν πίσω, κυλούν όπως το ποτάμι προς τα κάτω, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να ξεχαστούν. Να αντλήσεις από ένα παιδικό χαμόγελο την σημασία της ύπαρξής σου. Να αφεθείς να σε αγκαλιάσουν δυο χέρια που δεν έχουν μολυνθεί από συναλλαγές, από υπογραφές, από χαιρετούρες ανούσιες.
Και, όταν καταλάβεις πως η αθωότητα και η ειλικρίνεια είναι προνόμια τόσο λίγων, να μπορείς να διακρίνεις το σωστό δρόμο που θα πρέπει να διαλέξεις, πριν πετάξεις μακριά και αφήσεις πίσω σου μόνο την αίσθηση της απουσίας σου σε όσους θα σε έχουν πραγματικά λατρέψει. Όσους λίγους θα σε έχουν καταλάβει, θα έχουν ακούσει τα εσωτερικά λόγια, εκείνα της ψυχής, εκείνα που ελάχιστοι έχουν την ικανότητα να ακούνε.


Ω, τι ωραίο ταξίδι θα ήταν αυτό! Να έχεις αφήσει χωρίς ενδοιασμό ό,τι δεν αξίζει να κυλήσει στο έδαφος κι εσύ να ανυψωθείς, σαν να πρόκειται να αναληφθείς στους ουρανούς, στο αιώνιο, άγνωστο σύμπαν. Εκεί που κατοικούν οι αγγελικά πλασμένες μορφές όσων χάθηκαν από τη βρωμιά και την ψευτιά των ακόλαστων επιθυμιών. Εκείνων που γνωρίζουν πια πολύ καλά, τι είναι αυτό που έχει πραγματική αξία στη ζωή.
Και δυστυχώς, όταν θα έρθει η ώρα να κάνει ο καθένας αυτό το ταξίδι, είναι αργά να αλλάξει τα πιστεύω του, τις πεποιθήσεις του. Είναι αργά να αλλάξει τον τρόπο που επέλεγε.
Γι’ αυτό θέλω να κάνω αυτό το ταξίδι αγκαλιά με ένα γκρίζο, θυμωμένο σύννεφο. Θα ήθελα να είχα αυτή την δυνατότητα, για να μεταδώσω μετά τη σοφία που θα έχω αποκτήσει σε όσους αξίζει να τη μοιραστώ. Γιατί, όταν θα φύγει κάποιος για πάντα, για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, είναι αδύνατο μετά να μεταδώσει τη γνώση που θα αποκτήσει. Και θα ξεχαστεί αν δεν έχει αφήσει γερούς καρπούς να ποτίζουν τη θύμησή του.
Γιατί φεύγει πραγματικά όποιος ξεχνιέται και ξεχνιέται όποιος δεν έχει αφήσει πίσω του ένα γερό λιθαράκι, ένα γερό δέντρο, έναν καρπό που να θυμίζει ότι κάποτε πέρασε κάποιος που άξιζε να τον αγαπούν και να τον σέβονται…