Όταν διάβασα την υπόθεση του βιβλίου «Στα Βελούδινα Ίχνη του Δολοφόνου» μονολόγησα: άλλο πάλι και τούτο!
Δύο γάτες, η Σαλώμη και ο Λόλα (ναι, ναι, Ο Λόλα και όχι Η Λόλα) βρίσκουν νεκρή την Πίτσα, τη γυναίκα που τις αγαπούσε και τις φρόντιζε. Και αποφασίζουν να λύσουν το μυστήριο του θανάτου της κυράς τους, μέσα από μια λεπτομερή αναδρομή στη ζωή της και στους ανθρώπους που πρωταγωνίστησαν σε αυτή.
«Δυο γάτες προσπαθούν να λύσουν ένα έγκλημα…. Θα έχει πλάκα…. Αν και….».
Δεν συμπλήρωσα ποτέ αυτό το «αν και» στον μονόλογό μου. Άφησα το ερώτημα που έθετε ο εαυτός μου να αιωρείται σιωπηρά. Και το ερώτημα ήταν: είναι δυνατόν δυο γάτες να πρωταγωνιστούν σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα;
Μετά από 230 περίπου σελίδες η απορία μου είχε λυθεί.
Ναι, είναι δυνατόν δυο γάτες να πρωταγωνιστούν σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Τουλάχιστον ο Χρήστος Αναστασόπουλος κατάφερε να το κάνει δυνατό, μέσω της γραφής του που ρέει αβίαστα από την πρώτη μέχρι την τελευταία φράση και της ικανότητάς του να διατηρεί ζωντανό το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος.
Το παραδέχομαι. Τις αγαπώ τις γάτες. Οπότε ήμουν εξαρχής θετικά προδιατεθειμένος απέναντι στο όλο εγχείρημα. Η αίσθησή μου είναι πως ακόμα και αν δεν τις αγαπούσα το βιβλίο του Χρήστου θα με έκανε να αλλάξω γνώμη.
Οι γάτες όμως δεν είναι το πραγματικό θέμα του βιβλίου. Τα συμπαθή τετράποδα απλά υπηρέτησαν μέχρι τέλους πιστά την αποστολή του συγγραφέα. Ποια ήταν αυτή;
Να παραδώσει ένα βαθύτατα ανθρώπινο βιβλίο με βασικό θέμα τον έρωτα και τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα από τα συνολικά 12 κεφάλαια του βιβλίου (μαζί με τον Επίλογο) παρελαύνουν μαζί με τις δύο γάτες 10 διαφορετικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες που έζησαν τον έρωτα σε όλες τις μορφές και τις εκφάνσεις του.
Έζησαν τον έρωτα που εκδηλώθηκε, τον έρωτα που έμεινε ανεκπλήρωτος, τον έρωτα που έφτασε σε σημεία έκλαμψης παρόμοιας με ενός αστεριού που σκάει, τον έρωτα που δεν τόλμησε να ξεκινήσει ποτέ, τον έρωτα σε όλους τους χρωματισμούς και σε όλους τους ήχους.
Μαζί με τα δύο συμπαθή τετράποδα οι 10 αυτοί χαρακτήρες (όλοι τους προσεκτικά επιλεγμένοι και οικείοι) παραδίδουν στον αναγνώστη ένα φιλοσοφικής τελικά φύσεως βιβλίο που αγγίζει συναισθήματα τα οποία είτε ζήσαμε όλοι μας κάποτε, είτε θα θέλαμε να είχαμε ζήσει, είτε ακόμα κάποιες φορές δεν τολμήσαμε να παραδεχτούμε ποτέ πως αισθανθήκαμε.
Το θέμα που αγγίζει ο Χρήστος Αναστασόπουλος είναι ένα θέμα με το οποίο έχουν ασχοληθεί όλοι οι μεγάλοι λογοτέχνες. Γι αυτό ακριβώς είναι ίσως και το πιο δύσκολο θέμα που μπορεί να επιλέξει ένας συγγραφέας. Αν κάτι κάνει το βιβλίο του να ξεχωρίζει είναι η αμεσότητα των χαρακτήρων που παρουσιάζονται και η ειλικρινής παράθεση των συναισθημάτων τους από την πλευρά του συγγραφέα.
Αυτό που κυρίως αποκομίζει ο αναγνώστης του βιβλίου του Χρήστου Αναστασόπουλου, είναι η ευκαιρία του να θυμηθεί και ενδεχομένως να επαναξιολογήσει τα συναισθήματα που ένιωσε μέσα από τις σχέσεις του με τους ανθρώπους της ζωής του και περισσότερο αυτά που είχαν να κάνουν με τον έρωτα. Να επαναξιολογήσει ίσως ακόμα τον τρόπο που διάλεξε για να τα εκφράσει.
Στο τέλος του μυθιστορήματος ο αναγνώστης ανταμείβεται επιπλέον με ένα διπλά ανατρεπτικό τέλος. Μία ανατροπή στο τελευταίο κεφάλαιο και άλλη μία στον επίλογο. Με πρωταγωνίστριες, ποιες άλλες, τις δύο γάτες!
Ένα βιβλίο που προτείνεται ανεπιφύλακτα όχι μονάχα για την όμορφη εποχή του καλοκαιριού αλλά για οποιαδήποτε εποχή.