Σώπα… Άκου… Σκέψου χωρίς να δείχνεις τι αισθάνεσαι, χωρίς να μεταφέρεις στο πρόσωπό σου ό,τι κουρσεύει το νου σου…
Ψίθυροι γύρω σου οι κραυγές των σιωπηλών συναισθημάτων, όμως εσένα σε ξεκουφαίνουν από την ένταση που κρύβουν μέσα τους…
Προβολείς φωτίζουν το σκοτάδι της ψυχής σου οι αλήθειες που θες να κρύψεις από εσένα κυρίως, αλλά και από αυτούς που πιστεύουν ότι διακρίνουν τα πάντα μέσα στα μάτια σου…
Πόσα να κρύψουν πια αυτά τα μάτια, πόσα έχουν δει, πόσα πρέπει να ξεχάσουν, πόση φρίκη και αδικία, πόσο πόνο, πόσο έρωτα και πόση ελπίδα…
Παντού κρεμασμένα σαν κορμιά αδειανά από ζωή τριγύρω τα κλαδιά που προσπαθούν να αγγίξουν τη γη, να μυρίσουν το χώμα, να γευτούν τα υγρά παιδιά τους που αποχωρίστηκαν βίαια από το ισχυρό φύσημα του αέρα και έγειραν να πλαγιάσουν, να γίνουν ένα με το βρεγμένο χορτάρι…
Κι εσύ, αφουγκράζεσαι αυτή τη σιωπηρή παράκληση, υγραμένα τα μάτια ακολουθούν τη ροή της βροχής που πέφτει ακατάπαυστα και τα μπερδεύει με τα δικά της δάκρυα και γίνονται ένα, ποτάμι που ακολουθεί τη ροή της ιστορίας…
Και συνεχίζεις να παλεύεις να ξεφύγεις, να ξεχάσεις, να συνεχίσεις… για ένα αύριο, για πόσα αύριο άραγε; Για πόσα ΓΙΑΤΙ να ζητήσεις απάντηση;
Και συνεχίζει να σε ξεκουφαίνει ο ήχος της σιωπής, η σιωπηλή κραυγή της, η ανυπόταχτη ελπίδα ότι όλα κάποτε, κάπως θα τελειώσουν… κι εσύ θα φύγεις, θα ξεχαστείς… και τι θα αφήσεις άραγε πίσω;