Πιάνω συχνά τον εαυτό μου να παρατηρεί τους ανθρώπους μες στα μέσα μαζικής μεταφοράς, όπου μοιραία περνάω τόσες ώρες καθημερινά. Και κάνω πάντα την ίδια σκέψη: καθένας τους, ένα ολόκληρο σύμπαν! Ξεχωριστός κι αυτόνομος. Ένας καλά κλειστός κύκλος, χωρίς διακεκομμένες γραμμές. Η ιστορία του τόσο μοναδική, όπως και το DNA του. Όχι απαραίτητα ενδιαφέρουσα. Φαινομενικά παρόμοια με άλλες, χωρίς εκρήξεις ίσως και χωρίς ιδιαίτερα ευχάριστα ή δυσάρεστα γεγονότα να τη σημαδεύουν. Ακόμα κι έτσι όμως, αυτό δεν της στερεί τη μοναδικότητα και την πολυπλοκότητά της. Φαντάσου πως όλα αυτά τα σύμπαντα, κρέμονται τώρα από τις χειρολαβές, σ’ ένα τόσο στενό διάδρομο, κάμποσα μέτρα κάτω από τη γη.
Πάνω σ’ αυτή μου τη σκέψη λοιπόν ήρθε και “κούμπωσε” το «ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΜΑΣ», η συλλογή διηγημάτων της Νούλης Τσαγκαράκη που κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό από τις εκδόσεις ΠΝΟΗ.
Πολλές διαφορετικές ιστορίες, πολλών διαφορετικών ανθρώπων. Από αυτούς που κινούνται και ονειρεύονται δίπλα μας. Ολοστρόγγυλοι κύκλοι γεμάτοι επιθυμίες, αναμνήσεις, αγάπες, ευτυχίες και τραγωδίες. Μας αγγίζουν, μας τρακάρουν, μας προσπερνούν και μπλέκονται μαζί μας τόσο, που μυρίζουμε τις ψυχές τους.
Η απλότητα του ύφους της συγγραφέως, βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την απλότητα του θέματος. Γεγονός όμως που δεν αφαιρεί τίποτα από τη συγγραφική αξία του έργου. Αντιθέτως, δίνει μαθήματα γραφής. Θα μπορούσε να αποτελεί σεμινάριο με τίτλο: πώς να γράψετε μια καθημερινή ιστορία έτσι, ώστε να γίνει λογοτεχνία. Δεν μακρηγορεί, δεν κουράζει. Μιλάει και καταθέτει το λόγο της με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Καταφέρνει να μας συγκινεί, συστήνοντάς μας το γείτονα που μένει στον έκτο, την κοπέλα που προσέχει τη μητέρα της συναδέλφου, το νεαρό που μας καθαρίζει τα τζάμια στο φανάρι το πρωί ή τον άντρα που διαβάσαμε πως αυτοκτόνησε προχθές στο διαμέρισμά του. Τόσο γνώριμοι όλοι! Και όλα αυτά χωρίς βαρύγδουπες λέξεις, χωρίς ακραίες σοκαριστικές περιγραφές, με μόνο μέσο την εξαιρετική της λογοτεχνική πένα.
Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το πρώτο διήγημα της συλλογής, με τίτλο «ΜΟΝΟ ΝΑ Μ’ ΕΒΛΕΠΕ» που μου άρεσε ιδιαίτερα :

«Αχ ρε πατέρα, να μ’ έκανες μια φορά περήφανο!»
Ήταν λίγος λοιπόν, ενώ το παιδί του τον ήθελε πολύ! Η καρδιά του σαν να ‘σπασε στα δυο. Πονούσε και πετάριζε ταυτόχρονα.
«Πάω να τον βρω» πέταξε στη γυναίκα του και χύθηκε έξω από το σπίτι. Με την ψυχή στο στόμα, έφτασε στην κατάμεστη από κόσμο πλατεία. «Κανείς δεν μπορεί να δει κανέναν εδώ» συλλογίστηκε περιφέροντας το βλέμμα ένα γύρω. Έπειτα, διακρίνοντας μια κολόνα, πλησίασε προς τα κει.
«Βοήθησέ με ν’ ανέβω» είπε σ’ έναν νεαρό που τον κοίταξε παραξενεμένος.
«Γιατί ν’ ανέβεις;»
«Για να με δει ο γιος μου»
Γέλασε το παλικαράκι κι έδεσε τα χέρια του σκαλί για να σκαρφαλώσει. Στο λεπτό βρέθηκε στην κορυφή.
«Μπράβο γέρο» άκουσε το σχόλιο του νεαρού, μα δε στάθηκε. Είχε σοβαρότερη έγνοια στο μυαλό του.
«Δωσ’ μου και τη σημαία!»
Με τη σημαία στα χέρια τεντώθηκε όσο περισσότερο μπορούσε ανεμίζοντάς τη δυνατά. «Αχ, και να μ΄ έβλεπε ο γιος μου! Μόνο να μ’ έβλεπε!»