Περίληψη του βιβλίου 
“Από μέσα πεθαμένοι” 

Το βιβλίο αυτό πραγματεύεται την καθημερινότητα ενός εφήβου που αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κοινωνικοποίησή του, αλλά και στην διαχείριση των συναισθημάτων που του γεννά η παρατήρηση και η επαφή με τους ανθρώπους και τις καταστάσεις γύρω του, καθώς σκιαγραφεί την πραγματικότητα στα χρόνια της κρίσης· πάντα μέσω του νεανικού πρίσματός του.
Περιγράφει την σκληρή φύση του να ονειρεύεται κανείς στην τρυφερή ηλικία του λυκείου, και να σκοντάφτει στον αμείλικτο ρεαλισμό των σύγχρονων κοινωνιών και των ανθρωπίνων σχέσεων. Ο Παύλος, ο κεντρικός ήρωας, ακροβατεί διαρκώς στο μεταίχμιο μεταξύ της ωριμότητας του ωμού ορθολογισμού του, και του παράφορου του έντονα ρομαντικού θυμικού του. Αναγκασμένος να ανταπεξέλθει στην ανεργία του πατέρα του, στην φτώχεια, στην αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος, και στο κυνήγι των ονείρων του, μοιάζει φαινομενικά ανίκανος να αισθανθεί το οτιδήποτε θετικό. Ωστόσο, την πιο κρίσιμη στιγμή, αφουγκράζεται απρόσμενα το πρώτο του σκίρτημα, την πρώτη αγάπη, την βιώνει με όλο του το είναι, και μπλέκει σε μια ιστορία πάθους που θα του αλλάξει την ζωή.
Πρόκειται για μια αληθινή περιπέτεια, που αν και αφοσιώνεται στην πρώτη αγάπη ενός ανθρώπου, δεν επικεντρώνεται μόνο εκεί. Μέσα από τα μάτια του Παύλου, και την αβίαστη αμεσότητα που θα του προσδώσουν, ο αναγνώστης θα βιώσει την δύναμη της φιλίας, την όχι και τόσο ρόδινη μετάβαση στην ενηλικίωση και την μάχη που την συνοδεύει, τους προβληματισμούς ενός ανθρώπου που μεγαλώνει στην Αθήνα μεσούσης της οικονομικής κρίσης, την άνοδο του ρατσισμού και του φασισμού, την ηθική κατάπτωση της ελληνικής κοινωνίας, και ένα συναισθηματικό λούνα παρκ τόσο αληθινό, όσο η ίδια η ζωή.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Κυζιρόπουλου 
“Από μέσα πεθαμένοι”

«Ξέρεις τι; Νιώθω πως στο μυαλό μου έχω βρει όλες τις λύσεις στα υπαρξιακά μου, στις θεωρίες περί ζωής. Είμαστε αστερόσκονη, ένας κόκκος άμμου στην έρημο, ίσως μια μεταβλητή σε μια διαφορική εξίσωση πολλαπλών συμπάντων, απεριορίστων χωροχρονικών πιθανοτήτων. Ίσως πάλι όλα να έχουν ήδη συμβεί, σε μια στιγμή, κι εμείς απλώς να τα ζούμε ξανά και ξανά σαν παραπροϊόντα ενός αλγορίθμου, ενός προγράμματος υπολογιστή, σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικό χρόνο και νομίζουμε πως υπάρχει.
Και μπορεί όλα τα παραπάνω να έχουν πολύ ενδιαφέρον θεωρητικά, ωστόσο οποιοδήποτε από αυτά κι αν ισχύει στ’ αλήθεια, είναι αδύνατο να μ’ επηρεάσει ποτέ περισσότερο απ’ όσο τώρα, ή εγώ να το αντιληφθώ χειροπιαστά και να το αλλάξω. Συνεπώς, καταλήγω να συνειδητοποιώ πως το Μεγάλο νόημα δεν υπάρχει, κι αυτό με κρατά συνήθως ήρεμο και —αυτάρεσκα— ικανοποιημένο για λίγο.
Όμως κάποιος βαθύτερος, ανθρώπινος, κατώτερος εαυτός μου εύχεται να υπήρχε αυτό το μεγάλο νόημα, καταλαβαίνεις; Εύχεται, μετά τις δυσκολίες της ζωής, να ερχόταν μια κορύφωση, μια ανταμοιβή, μια λύτρωση· να υπήρχαν και να άξιζαν οι λόγοι να θυσιαστεί κανείς για τον άλλον. Εύχεται, σαν μικροαστός, να υπήρχε ένα χολιγουντιανό σενάριο για γραφτό του καθενός. Και στο τέλος τέλος, εύχεται να μπορούσε να ζήσει τον μεγάλο έρωτα. Να γνωρίσει το Κορίτσι. Το ξεχωριστό αυτό άτομο που θα τον έκανε να θέλει να περάσουν όλα τα υπόλοιπα βράδια τους μαζί, ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, αγκαλιασμένοι, να κοιτάζονται στα μάτια μέχρι το πρωί…
Και νομίζω πως το βρήκε…»