Διαβάζοντας το «Ανθρώπων Σκιές», και προσπαθώντας να το χαρακτηρίσω, μια φράση μου ερχόταν επίμονα στο μυαλό: λογοτεχνία της πόλης. Οι περισσότερες ιστορίες διαδραματίζονται σε γνώριμες γωνίες μιας πόλης (που λέγεται Αθήνα) με κύριους πρωταγωνιστές ανθρώπους που έχεις (κατά πάσα βεβαιότητα) συναντήσει στο αγαπημένο σου μπαράκι ή το πρωί στο μετρό καθώς πηγαίνεις στη δουλειά σου. Και οι ιστορίες που θα διαβάσεις, αν καθώς διαβάζεις αφήσεις λίγο το βιβλίο να κυλήσει μπροστά σου, γύρεις το κεφάλι σου προς τα πίσω, και κλείσεις τα μάτια σου, θα συμπεράνεις πως δεν είναι και τόσο φανταστικές. Οι περισσότερες θα μπορούσαν να είναι οι ιστορίες των ανθρώπων της διπλανής πόρτας.
Και αυτό ακριβώς τις κάνει τόσο μοναδικές: αναδεικνύουν την μαγεία μέσα στη σκληρή και μίζερη καθημερινότητα της μεγαλούπολης. Της όποιας μεγαλούπολης.
Καψουριάρηδες χεβυμεταλάδες, διαδικτυακοί ματάκηδες, απελπισμένα γραβατωμένα στελέχη εταιρειών, όλα τα τόσο καθημερινά και ταυτόχρονα τόσο μοναδικά αστικά αρχέτυπα βρίσκονται μέσα σε αυτές τις ιστορίες.
Οι επιρροές του συγγραφέα ευδιάκριτες: εγώ προσωπικά εντόπισα τον Τσαρλς Μπουκόβσκι και τον Πέδρο Χουάν Γκουτιέρες. Επιρροές που όχι απλά δεν εγκλωβίζουν τον συγγραφέα, αλλά αποτελούν τη δυνατή και στέρεη βάση πάνω στην οποία χτίζεται μια γραφή αυστηρά προσωπική. Το αποτέλεσμα είναι μια μοναδική συλλογή διηγημάτων που μπορεί να αγγίξει όχι μονάχα τον κάτοικο της Αθήνας, αλλά και τον κάτοικο του Λος Άντζελες ή τον κάτοικο της Αβάνας. Γιατί ο πόνος και τα αδιέξοδα του άνθρωπου της πόλης, είναι παντού τα ίδια.
Προσωπικά ξεχώρισα τα: «Άσε με μόνο να ντυθώ», «Ο νεκρολόγος», «Πότε θα μου γυρίσει το μάτι», «Το πιο άσχημο ξημέρωμα».

Προτείνεται ανεπιφύλακτα. Η πρώτη ανάγνωση του βιβλίου καλό είναι να γίνει στην ησυχία του σπιτιού. Η δεύτερη όμως πρέπει απαραιτήτως να γίνει ανάμεσα από στάσεις του μετρό ή του λεωφορείου. Ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους περαστικούς και επιστρέφοντας στις σελίδες του βιβλίου να αναρωτιέσαι: «Ρε μπας και λέει για εκείνον εκεί τον τύπο απέναντι;»