Ο χρόνος πίσω δέν γυρνάει. Μόνο οι αναμνήσεις γυρνάνε. Ξανά καί ξανά. Κι άν είναι όμορφες οι αναμνήσεις, έρχονται σάν απαλό θαλασσινό αεράκι. Δροσίζονται οι καρδιές. Άν είναι όμως άσχημες, τότε έρχονται απότομα. Σάν κύμα άγριο. Χτυπάνε δυνατά. Σκοτεινιάζουν τό μυαλό. Πονάνε οι καρδιές τότε.

Καί δέν υπάρχει καιρός γιά νά διορθώσουν οι άνθρωποι τό άδικο πού έκαναν. Νά γιατρέψουν πληγές, νά χαϊδέψουν ένα κοριτσίστικο κεφάλι, νά χαμογελάσουν. Νά πούν συγνώμη.

Κι αυτοί πού πληγώθηκαν; Αυτοί πού είδαν τήν ζωή τους νά γκρεμίζεται; Τήν ψυχή τους νά κομματιάζεται καί νά αιμορραγεί;
Αυτοί έχουν όλα τά δίκια τού κόσμου νά αγανακτήσουν, νά οργισθούν, νά εκδικηθούν, νά μισήσουν.

Η γυναίκα τής ιστορίας μας όμως, διάλεξε άλλο δρόμο. Είχε μαζί της τόν φύλακα άγγελο. Αυτόν πού πότε ερχόταν μέ τήν μορφή ενός φίλου, πότε στό προσωπάκι ενός παιδιού. Κάποιες φορές άνοιγε τίς φτερούγες του γιά νά τήν σκεπάσει, καί κάποιες άλλες καθόταν δίπλα της σιωπηλός καί έκλαιγε.

Η γυναίκα τής ιστορίας μας, η Χαρά, διάλεξε νά μείνει κάτω απ’ τίς φτερούγες τού φύλακα άγγελου. Έσκυψε τό κεφάλι της, μέ αξιοπρέπεια καί χαμόγελο γύρισε τήν πλάτη σέ όσους τήν πλήγωσαν, καί συγχώρεσε….