Σε κλίμα ιδιαίτερης συγκίνησης πραγματοποιήθηκε χθες στην Πάτρα η εκδήλωση – αφιέρωμα για τη μνήμη του Νίκου Γούλια, που διοργάνωσε το βιβλιοπωλείο Discover your way σε συνεργασία με τις εκδόσεις Ψυχογιός στο ξενοδοχείο Βυζαντινό.

Με την παρουσία της οικογένειας του αείμνηστου συγγραφέα που παραβρέθηκε και πολλών φίλων του, έγινε αναφορά στα τρία βιβλία του, την Ιάσμη, τη Χατισέ και τη Σμύρνα, από την τριλογία του Στα χρόνια της ομίχλης, αλλά και για το ήθος, το χαρακτήρα και το τεράστιο έργο που άφησε πίσω του ο άνθρωπος Νίκος Γούλιας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την εισαγωγή της εκδήλωσης, που ετοίμασε η Αναστασία Δημητροπούλου:

Στα χρόνια της ομίχλης «Ιάσμη»
Ένας αρχιτέκτονας θα συμφωνούσε στο ότι η αρχιτεκτονική ξεκινάει τη στιγμή που κανείς μετρά τις αποστάσεις, αξιοποιεί τις γνώσεις και το ταλέντο του, και τοποθετεί προσεκτικά δύο τούβλα μαζί. Για τους εξορθολογιστές, η αρχιτεκτονική είναι απλώς και μόνο, η τέχνη της σπατάλης του χώρου, ενώ για τους ρομαντικούς, τους διεισδυτικούς και γι αυτούς που στοχάζονται πάνω στο καθετί η αρχιτεκτονική είναι η κατοικημένη γλυπτική, το ολόσωστο και το πιο καταπληκτικό παιχνίδι των μορφών κάτω απο τις δεσμίδες του φωτός. Τεχνητό ή μη, λίγη σημασία έχει, να ξέρετε. Το φως πάντα θα πέφτει πάνω στα έργα της, πάντα θα λούζει το αισθητικό ποιόν της, την ευφυία και την μοναδικότητα των δημιουργών της. Έτσι λειτουργεί κι η λογοτεχνία, ακριβώς έτσι.
Ο πεζογράφος χρειάζεται πάντα να κινείται κατά το πρωτόκολλο του γραπτού λόγου, γιατί ο πεζός λόγος πρωτίστως είναι αρχιτεκτονική, κι όχι εσωτερική διακόσμηση, όπως πολλοί απο τους σύγχρονους συγγραφείς μας λανθασμένα εκτιμούν. Θα έλεγα, ότι το μυθιστόρημα είναι ένα ποιοτικό άλμα στη λογοτεχνία, πιθανότατα το μοναδικό που συνδέει την τάση του ανθρώπου να περιγράφει πράγματα και καταστάσεις, με την τάση του να διανθίζει το όποιο έργο του με σκέψεις και συναισθήματα για τον ίδιο τον εαυτό του, τον κόσμο, τα αγαθά της ειρήνης και τα δεινά του πολέμου και του σκότους. Το καλοδομημένο μυθιστόρημα δεν έχει ανάγκη το σύνθετο και δύσπεπτο λεξιλόγιο, μα τις αλήθειες του δημιουργού του, την αγάπη του για την αφήγηση και την ικανότητά του να παρασύρει μαυλιστικά τον αναγνώστη σε κάτι ιστορίες που δεν λαμβάνουν χώρα πουθενά αλλού, παρά μόνο στο μυαλό του. Ναι, πρέπει ο δημιουργός να φωτίζει ποικίλα αφηγηματικά μονοπάτια για τον αναγνώστη του, αλλά να του επιτρέπει να διαλέξει μόνος στο τέλος, εκείνο της αρεσκείας του.
Με άλλα λόγια, πιστεύω πως ο Νίκος Γούλιας δεν ήταν ο τυπικός συγγραφέας, εκείνος που απλώς τυγχάνει να ξεχωρίζει, αλλά κανείς δε μπορεί να εντοπίσει το γιατί. Διαβάζοντας την Ιάσμη διέκρινα μια αξιοθαύμαστη συγγραφική ευελιξία κι άρπαξα κατευθείαν το εισιτήριο που μού προσέφερε το συγκεκριμένο βιβλίο του για ένα εκπληκτικό ταξίδι ως τις
πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα με διάχυτη τη θαλασσινή αλμύρα, την χιώτικη ντοπιολαλιά, τις γλαφυρότατες περιγραφές, τους ολοζώντανους συναισθηματικούς διαλόγους και την καθηλωτική ατμόσφαιρα κάθε σκηνής. Με αναφορές στη Χίο, τη Σμύρνη, τη Σύρο, την ανατολή και το βασίλεμα του έρωτα, σε ακοίμητες μνήμες, σε καταστροφές μα κι επιβίωση απο καθετί άγριο κι απάνθρωπο, ο συγγραφέας έστησε με κομψοτεχνημένο και άριστο τρόπο μια εποχή που δεν έζησε ο ίδιος. Κι αυτό δεν είναι κάτι που πετυχαίνουν όλοι ακόμα κι αν οι συγγραφείς των ιστορικών μυθιστορημάτων, είναι υποχρεωμένοι να το κάνουν. Θέλει λογοτεχνική συναίσθηση, ευσυνειδησία κι εκτενή πραγματολογική έρευνα για να μην παρασυρθεί κάποιος, κι αντί για ιστορικό μυθιστόρημα, καταλήξει να γράφει ανούσια σχολικά εγχειρίδια ή μονόχορδες εγκυκλοπαίδειες.
Ο αρχιτέκτονας της γραφής, Νίκος Γούλιας, μοιάζει να είχε μελετήσει απο πολύ πριν όλες του τις συγγραφικές κινήσεις στο έργο του «Ιάσμη». Παίζει με τις γλωσσικές αποχρώσεις, άφοβα αναμειγνύει ιστορικά αλλά και μυθοπλαστικά γεγονότα, πραγματεύεται την κινητήριο δύναμη του ανθρώπου, μα και του κόσμου γενικότερα. Κι αυτή η δύναμη, αυτός ο σαρωτικός βοριάς που κάνει τις καρδιές να παραμένουν ζωντανές και έτσι να χορεύουν, να γελούν, μα και πολλές φορές να αναθεματίζουν την δεινή τους μοίρα που τους τα φέρνει όλα ανάποδα, μέσα στο βιβλίο του Νίκου Γούλια, κατέχει ιδιαίτερη θέση κι είναι φορές που φέρνει δάκρυ στα μάτια του ανάγνωστη. Για τον έρωτα μιλάω φυσικά. Γι’ αυτόν του Ψαριανού καπετάνιου για την αδελφή Δομινίκη, γι’ αυτό το κεκαλυμμένο πάθος, αυτήν τη διακριτή σπίθα, που θα φούντωνε αν όλα ήταν αλλιώς. Μιλώ όμως και για τον έρωτα του Νικόλα και της Ιάσμης. Η αγάπη των δύο παιδιών στους θαλάσσιους δρόμους μπορούσε να καθρεφτιστεί, να χαραχτεί πάνω στο σκληρό και ακατέργαστο δέρμα του ξύλου, να πλημμυρίσει τα ανθρώπινα σωθικά, να μην αφήσει επ’ ουδενί τις πλεγμένες παλάμες να λυθούν, ακόμη κι όταν ήρθε ο θάνατος για να αποσχίσει με το δρεπάνι του αυτόν τον αγαπημένο γόρδιο δεσμό.
Όμως δεν είναι μόνο ο έρωτας μέσα σε ένα βιβλίο αυτός που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, κι ο Νίκος Γούλιας το γνώριζε αυτό. Πραγματεύομενος τη ναυτική αγωνία, την ανάγκη για μια καλύτερη ζωή, τη διαρκή εσωτερική αναζήτηση του ανθρώπου, το ταξίδι
των πλοίων με φορτίο τις αδυναμίες, τους πόθους και τα όνειρα των κεντρικών ηρώων του αλλά και τη λαχτάρα, την αξιοπρέπεια, τη ντομπροσύνη, ναι τη ντομπροσύνη του ανθρώπου εκείνης της εποχής, αυτή που στερείται ο σημερινός και κινηκότατος χαρακτήρας του, μας παραδίδει ένα βιβλίο που κάθε αναγνώστης που σέβεται τον εαυτό του, και την λογοτεχνία οφείλει να τού εξασφαλίσει περίοπτη θέση στη βιβλιοθήκη του. Και φυσικά, να συνεχίσει με την Χατισέ και τη Σμύρνα. Παρόλο που τούτη η πολυεπίπεδη οικογενειακή σάγκα, ή αλλιώς τριλογία του αγαπημένου μας εκλειπόντος συγγραφέα, διαβάζεται άνετα και μεμονωμένα με το κάθε της βιβλίο, καλό θα ήταν όποιος αγαπά τα ιστορικά μυθιστορήματα, να μη χάσει τις αρχιτεκτονικές τεχνοτροπίες του Νίκου Γούλια στην πεζογραφία, καθώς με τα βιβλία αυτά δεν ταξιδεύει κανείς μονάχα σε περασμένες εποχές και άλλους κόσμους, αλλά κυρίως μέσα του.

IMG_6744