ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΚΙΝΗΜΑ
Οι ψαράδες του Chigozie Obioma
Το ντεμπούτο για το οποίο παραμιλούν κριτικοί και αναγνώστες

Το μυθιστόρημα Οι ψαράδες ξεκίνησε ως φόρος τιμής στα αδέρφια μου και ως κάλεσμα αφύπνισης προς ένα έθνος που φθίνει — τη Νιγηρία. Έπειτα εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο: έγινε αναγκαίο.
Chigozie Obioma

Καλύτερη αρχή στη συγγραφική καριέρα του Νιγηριανού λογοτέχνη δεν θα μπορούσε να γίνει, αφού το βιβλίο του είναι φαβορί στις περισσότερες λίστες σημαντικών βραβείων και μεταφράζεται ήδη σε εννέα γλώσσες, ενώ έχει λάβει διθυραμβικές κριτικές. Μέχρι τις 13 Οκτωβρίου οπότε και θα μάθουμε εάν ο Obioma είναι ο μεγάλος νικητής του Man Booker, ας γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τον ίδιο και το βιβλίο του, το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει στα ελληνικά στις 22 Οκτωβρίου σε μετάφραση της Ιωάννας Ηλιάδη.

Oi_psarades_140x205_03

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Σε μια μικρή πόλη της δυτικής Νιγηρίας τέσσερα νεαρά αδέλφια –ο μικρότερος είναι εννιά και ο μεγαλύτερος δεκαπέντε– εκμεταλλεύονται την απουσία του πατέρα τους από το σπίτι για να πάνε για ψάρεμα στο απαγορευμένο κοντινό ποτάμι. Εκεί θα συναντήσουν έναν επικίνδυνο τρελό που θα προφητεύσει ότι ο μεγαλύτερος αδελφός θα δολοφονηθεί από ένα από τα αδέλφια του. Αυτή η προφητεία θα σταθεί η αφορμή να διαλυθεί ο ισχυρός δεσμός τους και η αφετηρία μιας αλυσίδας τραγικών γεγονότων σχεδόν μυθικών διαστάσεων.

Μια ιστορία αγάπης, μίσους και εκδίκησης που διαδραματίζεται με φόντο τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στη Νιγηρία της δεκαετίας του ’90. Μια συγκλονιστική αφήγηση με τη φωνή του μικρότερου αδελφού, του Μπέντζαμιν, και εξαιρετική χρήση της γλώσσας. Αναφορές στην αφρικάνικη φύση, στους μύθους και τις δοξασίες της Νιγηρίας, καταγραφή της καθημερινότητας με κύριο άξονα τη σύγκρουση μεταξύ παραδοσιακού και δυτικού τρόπου ζωής, σε ένα έξοχο πρώτο βιβλίο ενός λογοτέχνη που αξιοποιεί με μοντέρνο τρόπο την αφρικάνικη αφηγηματική παράδοση και φαίνεται να έχει μακρά καριέρα μπροστά του.

Το βιβλίο μεταφράζεται ήδη στα ολλανδικά, γαλλικά, γερμανικά (ήδη κυκλοφόρησε), ιταλικά, κορεάτικα, πορτογαλικά, ισπανικά, σουηδικά.

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
• Στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Man Booker
• Στη βραχεία λίστα για τα Βραβεία FT/Oppenheimer
• Στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του Center For Fiction
• Στη βραχεία λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του Φεστιβάλ του Εδιμβούργου
• Στη μεγάλη λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα της Guardian

Συμπεριλήφθηκε, μεταξύ άλλων, στις λίστες Best of:
• New York Times (επιλογές των συντακτών)
• American Library Association: Τα πέντε καλύτερα ντεμπούτα της άνοιξης
• Financial Times: τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς

obioma_chigozie

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Chigozie Obioma γεννήθηκε το 1986 στο Άκουρε της Νιγηρίας. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά όπως τα Virginia Quarterly Review και New Madrid. Το φθινόπωρο του 2012 έλαβε υποτροφία για την παραμονή του στον «καλλιτεχνικό ξενώνα» Ledig House, στη Νέα Υόρκη. Έχει ζήσει στη Νιγηρία, την Κύπρο και την Τουρκία και αυτή την περίοδο διαμένει στις ΗΠΑ όπου ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό του στη δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν. Οι ψαράδες είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
Το δοκίμιό του με τίτλο Audacity of Prose [Η τόλμη της πρόζας] έγινε viral και μεταφράστηκε ήδη στα ιταλικά.
Ο επίσημος ιστότοπός του: www.chigozieobioma.com
Η σελίδα του συγγραφέα στο facebook: www.facebook.com
Ο λογαριασμός του στο twitter: twitter.com/chigozieobioma

Η Κύπρος, ο πιο αιώνιος απ’ όλους τους θνητούς τόπους∙ το οργιαστικό αυτό νησί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη, αναδυόμενη από τον αφρό της θάλασσας της Μεσογείου. Μιας θάλασσας που, μετριοπαθώς μιλώντας, είναι αδιανόητα όμορφη. Εξωτικά γαλάζια, εξόχως ζεστή: ένα θραύσμα από την αδιάσπαστη ομορφιά της γης. Στο νησί αυτό βρήκα τον εαυτό μου το 2007, μακριά, τόσο μακριά από την πατρίδα∙ εκεί συνέλαβα πρώτη φορά το όραμα των Ψαράδων.

ΤΙ ΕΓΡΑΨΕ Ο ΤΥΠΟΣ
«Ο Ομπιόμα μπορεί κάλλιστα να αποδειχτεί ο πιο πολλά υποσχόμενος νέος συγγραφέας από την Αφρική… Οι πολιτικοί υπαινιγμοί του μυθιστορήματός του Οι ψαράδες είναι σαφείς, αν και ποτέ δεν υπερτονίζονται… Η αποτύπωση στο έργο του του μυστηρίου και του φόνου, των τρόμων που μπορούν να κατακλύσουν το ανθρώπινο μυαλό, των χρωμάτων της ζωής στην Αφρική —τα πολύχρωμα υφάσματα και τα κατάφορτα δέντρα—, καθώς και η ικανότητά του να δημιουργεί δραματική ένταση σε τούτη την εξόχως ανθρώπινη αφρικανική ιστορία καθιστούν τον Obioma πραγματικό διάδοχο του Τσινούα Ατσέμπε».
New York Times Book Review

«Ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο που μετατρέπει μια απλή, σχεδόν μυθολογική ιδέα σε μια σπαρακτική ελεγεία για τη χαμένη ελπίδα της Νιγηρίας».
Guardian

«Μια εντυπωσιακή παρουσίαση του τοπικού φολκλόρ… κομψή γραφή που απογειώνεται χάρη σε εξαιρετικά δουλεμένες διατυπώσεις. Το μυθιστόρημα μπορεί να διαβαστεί ως μια αλληγορία της πολιτικής αναταραχής σε μια Νιγηρία υπό στρατιωτική κυριαρχία. Ωστόσο, το διατρέχουν διαχρονικά θέματα όπως η αδελφική αγάπη, η αδελφοκτονία, η εκδίκηση και η μοίρα. Τα διδάγματά του μπορούν να αμφισβητηθούν, μα η δύναμή του όχι».
Wall Street Journal

«Εν μέρει ιστορία ενηλικίωσης, εν μέρει αρχαία ελληνική τραγωδία, Οι ψαράδες είναι το πιο ενδιαφέρον ντεμπούτο αυτής της χρονιάς… Σε αυτό το πρώτο του μυθιστόρημα, που διαθέτει απατηλή απλότητα, λυρική γλώσσα και παιγνιώδη χρήση της μυθολογίας και του χιούμορ, [ο Ομπιόμα] χρησιμοποιεί το αποκαλυπτικό όραμα του τρελού για να ζωντανέψει το παράλογο πολιτικό σώμα της Νιγηρίας… Ένα εντυπωσιακό και ευφάνταστο έργο».
Economist

«Το απογυμνωμένο συναίσθημα της ιστορίας κάποιες φορές δυσκολεύει την ανάγνωση… μα είναι επίσης αποτυπωμένο με ακρίβεια και σπάνια μαεστρία. Τo λάτρεψα… Θα ’πρεπε ίσως να συγκρίνω τον Ομπιόμα με την Μπουλαγουάγιο; Την Αντίτσι ή τον Ατσέμπε; Θα μπορούσα να το κάνω, αλλά Οι ψαράδες δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Είναι ένα άρτιο μυθιστόρημα καθαυτό».
The Millions

«Με τη φιλόδοξη προσπάθειά του να προσφέρει μια πολύπλευρη, πληθωρική περιγραφή της Νιγηρίας στα χρόνια πριν και μετά την αλλαγή της χιλιετίας, το μυθιστόρημα Οι ψαράδες εδραιώνει τον Ομπιόμα ως έναν συγγραφέα που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη».
TLS

«Ένα εκπληκτικό, δεξιοτεχνικά μεστό ντεμπούτο».
Financial Times

«Το μόνο απογοητευτικό σε σχέση με τους Ψαράδες είναι ότι δεν υπάρχουν άλλα βιβλία του συγγραφέα τα οποία θα μπορούσε να καταβροχθίσει ο αναγνώστης αφότου φτάσει στην τελευταία σελίδα. […] είναι πιθανό, λοιπόν, να μπει στον πειρασμό να ξαναδιαβάσει το βιβλίο, ή ν’ αρχίσει να μετράει τις ημέρες ως το επόμενο… Ένας καινούργιος τρόπος να συλλογιστούμε και πάλι την ιστορία του Κάιν και του Άβελ… Με φόντο το μυθικό αυτό σκηνικό ξεπροβάλλει η ιστορία της σύγχρονης Νιγηρίας, και, ίσως μια αίσθηση των ματαιωμένων ονείρων της».
Chicago Tribune

«Η πρόζα του Ομπιόμα είναι σκοτεινή μα και όμορφη. Η γλώσσα του πλούσια και υπνωτιστική, σχεδόν δεν υπάρχει σελίδα δίχως απρόσμενες και έξοχα δοσμένες περιγραφές… ένα θαυμάσιο ντεμπούτο που καταπιάνεται με κάποια εξαιρετικά δύσκολα θέματα. Η γραφή του Τσιγκόζι Ομπιόμα είναι περίτεχνη και ευφάνταστη∙ είναι αναμφίβολα ερωτευμένος με την αγγλική γλώσσα, και αυτό φαίνεται. Ένα σκοτεινό και όμορφο βιβλίο από την πένα ενός συγγραφέα που έχει πολλά να δώσει».
NPR.org

«[Ένα] εκπληκτικό, ευοίωνο ντεμπούτο… απόηχοι δεξιοτεχνών του παρελθόντος και μυριάδες λογοτεχνικές επιρροές… ένιωθα ενίοτε ότι διάβαζα το Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου του Μάρκες… η ιστορία ξεπηδάει από τις σελίδες».
BBC Radio 4 Open Book

«Ένα ντεμπούτο φορτισμένο με δύναμη και τραγικότητα».
Shortlist

«Ολοκληρώνοντας το μυθιστόρημα Οι ψαράδες καταλήγεις πως πρόκειται τόσο για έναν προσωπικό καμβά όσο και για ένα υπόγειο ρεύμα κάτι μεγαλύτερου, πιο αρχέγονου. Πρόκειται για ένα βιβλίο που κεντρίζει το ενδιαφέρον για τον επόμενο σταθμό του συγγραφέα».
We Love This Book (The Bookseller)

«Συνυφαίνοντας δεξιοτεχνικά το καθημερινό με το αρχετυπικό, το παράξενο, ευφάνταστο ντεμπούτο του Ομπιόμα διερευνά τη φύση της πίστης και τη δύναμη των οικογενειακών δεσμών… Ο Ομπιόμα αντιπαραθέτει αριστοτεχνικά διεισδυτικές παρατηρήσεις, πλούσιες εικόνες του φυσικού κόσμου και μοτίβα από τη βιβλική και τη φυλετική παράδοση∙ το μυθιστόρημά του επιτυγχάνει εξίσου ως πειστική σύγχρονη αφήγηση όσο και ως μεγαλόπρεπη ανάκληση προαιώνιων δοξασιών».
Publishers Weekly

«[Ένα] έντονο, δυναμικό ντεμπούτο… Ο ταλαντούχος κύριος Ομπιόμα επιδεικνύει μια πολύπλευρη κατανόηση της κουλτούρας και του χαρακτήρα. Μια δυνατή, αξέχαστη ιστορία πόνου, ίασης και αδελφικής αφοσίωσης».
Kirkus

«Χάρη στην παραστατικότητα των γλαφυρά δοσμένων λεπτομερειών της, η ιστορία της οικογενειακής τραγωδίας που ξετυλίγεται από τον Ομπιόμα αποκτά δύναμη καθώς ο κύκλος της βίας διευρύνεται όλο και πιο γοργά. Δεν υπάρχει λάτρης της μυθοπλασίας που δεν θα το απολαύσει».
Library Journal

«Το πρώτο αυτό μυθιστόρημα του Τσιγκόζι Ομπιόμα αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο. Τόσο μια αλληγορία για το σύγχρονο αφρικανικό έθνος όσο και μια ιστορία σαν του Κάιν και του Άβελ, για δύο αδέρφια που έμελλε ίσως να καταστρέψουν το ένα το άλλο, Οι ψαράδες είναι καθηλωτικοί. Αρχίστε να το διαβάζετε τώρα∙ θα κολλήσετε».
Travel & Leisure

«Κάποιες αλήθειες είναι απόλυτες. Ένα κι ένα κάνουν δύο, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω, ο αδερφός σου είναι πάντα αδερφός σου. Πιο σύνθετες είναι οι υποκειμενικές αλήθειες — η αγάπη, το μίσος, ο φόβος. Ακόμα πιο δύσκολο είναι ένα άλλο είδος αλήθειας: τα πράγματα αποκτούν υπόσταση όταν τους προσδίδουμε το βάρος της πίστης μας. Οι Ψαράδες, το ντεμπούτο του Νιγηριανού συγγραφέα Τσιγκόζι Ομπιόμα είναι μια σπαρακτική, λαμπρή διερεύνηση των συνεπειών τού να δρα κανείς βασιζόμενος σε μια τέτοια πίστη… Ο Ομπιόμα στήνει τα γεγονότα τόσο υπέροχα που αρχίζουν να μοιάζουν φυσιολογικά, ακόμη και αναπότρεπτα».
Harvard Crimson

«Η συγκλονιστική και σπαρακτικά δυνατή ιστορία των Ψαράδων δεν απομακρύνεται ποτέ από το Άκουρε, ωστόσο διαθέτει μια τεράστια οικουμενική γοητεία. Μέσα από το πρίσμα του πεπρωμένου μιας οικογένειας, ουσιαστικά αναδύεται ένα μυθιστόρημα για την Αφρική, με όλες της τις αντιφάσεις —οικονομικές, πολιτικές και θρησκευτικές— αλλά και την επική ομορφιά της κουλτούρας της. Με το τολμηρό αυτό ντεμπούτο, ο Τσιγκόζι Ομπιόμα ξεπροβάλλει ως μια από τις πλέον πρωτότυπες νέες φωνές της σύγχρονης αφρικανικής λογοτεχνίας, και συναγωνίζεται τις δεξιοτεχνικές αφηγήσεις της προηγούμενής του γενιάς αποφασιστικά και ατρόμητα».
Bookriot, Fresh Ink

«Οι ψαράδες είναι μια ιστορία που ξέρει τι θέλει και πού πηγαίνει… κομψή κι όμως δυνατή, ούτε μια λέξη δεν περισσεύει — και καλά θα κάνετε να μη χάσετε καμιά τους».
Shelf Awareness

«Αν και τυπικά εκτυλίσσεται σε μια μικρή πόλη της Νιγηρίας, το Άκουρε, κατά τη δεκαετία του 1990, Οι ψαράδες, το σκοτεινό, μυθικό ντεμπούτο του Τσιγκόζι Ομπιόμα δίνει την αίσθηση ότι θα μπορούσε ίσως να προηγείται του ίδιου του μοντερνισμού».
USA Today

«Μια ολοκληρωμένη τραγωδία σε προσωπική κλίμακα… Ο Ομπιόμα χειρίζεται δεξιοτεχνικά την ένταση που είναι απαραίτητη στην τραγωδία: εκ των υστέρων, τα γεγονότα μοιάζουν αναπόδραστα, ωστόσο, είναι και πάλι αδύνατο να μη διερωτηθεί κανείς αν τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχτεί διαφορετικά. Κι αυτό σημαίνει ότι ο Ομπιόμα είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας».
Globe and Mail

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΣΤΟ BLOG ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ AMANDA CURTIN
[http://amandacurtin.com/2015/02/23/2-2-and-2-chigozie-obioma-talks-about-the-fishermen/#comments]

Δύο πράγματα που αποτέλεσαν έμπνευση για το βιβλίο μου
1. Οι ψαράδες ήταν πρωτίστως μια προσπάθεια να αφηγηθώ την πανανθρώπινη ιστορία των οικογενειακών δεσμών και των όσων συμβαίνουν όταν οι δεσμοί αυτοί διαρρηγνύονται. Αρχικά, προοριζόταν ως ένα είδος φόρου τιμής προς τα αδέρφια μου, ειδικά τους αδερφούς μου — μια επιστολή αγάπης. Προέρχομαι από μια οικογένεια με δώδεκα παιδιά: επτά αδερφοί και πέντε αδερφές. Το 2009, ζώντας στην Κύπρο, και νιώθοντας βαθιά νοσταλγία για το σπίτι μου, άρχισα να συλλογίζομαι κάτι που μου είχε πει ο πατέρας μου λίγο καιρό πριν, σχετικά με τη χαρά που του έδινε ο ολοένα και στενότερος δεσμός μεταξύ των δύο μεγαλύτερων αδερφών μου, οι οποίοι, μεγαλώνοντας, είχαν διατηρήσει μια ισχυρή αντιπαλότητα που ενίοτε κατέληγε σε βίαιους καβγάδες. Καθώς άρχισα να συλλογίζομαι ποιο ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να είχε συμβεί την περίοδο εκείνη, στο μυαλό μου σχηματίστηκε η οικογένεια Άγκβου. Κατόπιν έπλασα τον Αμπούλου ως τον καταλύτη της σύγκρουσης μεταξύ των δύο αδερφών.
2. Από την άποψη μιας ευρύτερης θεματικής, ήθελα το μυθιστόρημα να σχολιάζει την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη Νιγηρία. Η Νιγηρία, τουλάχιστον για μένα, είναι μια παρανοϊκή ιδέα την οποία συνέλαβε ένας τρελός και την οποία πίστεψαν οι λογικοί — εδώ, τον ρόλο του τρελού προφήτη αναλαμβάνουν οι Βρετανοί, και δέκτες του μηνύματος είναι οι λαοί της Νιγηρίας (τρεις μείζονες φυλές, δίχως το παραμικρό κοινό στοιχείο, συγκατοικούν προκειμένου να σχηματιστεί ένα «έθνος»).
Οι Βρετανοί είχαν εμπλακεί στη διαμάχη για τα αφρικανικά εδάφη, και η περιοχή πέριξ του Ποταμού Νίγηρα στην υποσαχάρια δυτική Αφρική πέρασε στην κατοχή τους. Ήταν κάτι που δεν έγινε από μέρους τους με το συμφέρον των γηγενών πληθυσμών κατά νου∙ απλώς επιθυμούσαν να διευρύνουν τη σφαίρα επιρροής τους. Το 1960, όταν οι Βρετανοί αποχώρησαν και η Νιγηρία απέκτησε την ανεξαρτησία της, οι λαοί αμέσως διέκριναν τις διαφορές τους και το γεγονός ότι ήταν αδύνατον να συνυπάρξουν ως έθνος∙ ωστόσο ήταν πια πολύ αργά. Στον Νότο είχε ανακαλυφθεί πετρέλαιο σε ποσότητες ικανές προς εμπορική εκμετάλλευση, γεγονός από το οποίο ωφελούνταν η ενωμένη Νιγηρία.
Ένας από τους πλέον αιματηρούς πολέμους στην ιστορία της Αφρικής άρχισε όταν οι Ίγκμπο (που κατοικούσαν στα νοτιοανατολικά) επιχείρησαν να αποχωρήσουν από την ένωση το 1966, έπειτα από μια εκκαθάριση της φυλής στον Βορρά. Ύστερα από έξι χρόνια ανεξαρτησίας, το έθνος διχάστηκε. Αν το έθνος των Ίγκμπο είχε αποσυρθεί επιτυχώς από τη Νιγηρία, και αν οι άλλες μείζονες φυλές είχαν σχηματίσει ανεξάρτητα έθνη-κράτη, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είχε δώσει τέλος στο αποτυχημένο πολίτευμα που έχει σήμερα η Νιγηρία. Ωστόσο η Βρετανία παρενέβη και πάλι κατά τη διάρκεια του πολέμου, βοηθώντας τη Νιγηρία να κερδίσει, και να ενσωματώσει εκ νέου, το αποσχισμένο έθνος των Ίγκμπο της Μπιάφρας.
Με δεδομένο το ιστορικό αυτό πλαίσιο, επιδίωξα να χρησιμοποιήσω τον Αμπούλου ως μια μεταφορά για την οντότητα εκείνη που διεισδύει στη ζωή των άλλων, δημιουργώντας χάος με τα λόγια της και μόνο, και προκαλώντας πόνο στους ανθρώπους, ενώ η οικογένεια των τεσσάρων αδερφών είναι μια μεταφορά για τις μείζονες φυλές της Νιγηρίας.

Δύο τόποι που συνδέονται με το βιβλίο
1. Το Άκουρε, μια πολίχνη (πόλη, στην πραγματικότητα, αν και ανατριχιάζω όταν την αποκαλώ έτσι, έχοντας πλέον δει πολλές πραγματικές «πόλεις») της οποίας την ύπαρξη θα ήταν σχεδόν αδύνατον να γνωρίζει κανείς έστω κι αν ήταν εξοικειωμένος με τη Νιγηρία, είναι ο τόπος καταγωγής μου. Στο έδαφός της στάθηκα πρώτη φορά όρθιος, εκεί πρωτόμαθα να τραγουδάω «Ξεσηκωθείτε, Ω πατριώτες» και εκεί, όπως συνειδητοποιώ πια, σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκε η σκέψη μου. Γεννήθηκα λίγους μόλις μήνες μετά την εγκατάσταση της οικογένειάς μου εκεί, και λόγω της ατμόσφαιρας του μέρους αλλά και της επαγγελματικής επιτυχίας του πατέρα μου, κάτι που ήρθε με τη μετάθεσή του στο Άκουρε (αν τύχει να διαβάσετε τους Ψαράδες, θα καταλάβετε γιατί χρησιμοποιώ πλάγιους χαρακτήρες), ονομάστηκα Τσι-γκό-ζι —ένα όνομα-προσευχή, ουσιαστικά, ότι η καινούργια αυτή πολίχνη (συγγνώμη, πόλη) θα έφερνε καλή τύχη στην οικογένεια. Εξού και: Chi (Κύριε/Θεέ) go (ευλόγησον) zie-anyi (ημάς).
Η οικογένειά μου πέτυχε πολλά σ’ αυτή την πόλη, πιστεύω∙ ωστόσο δεν θα μιλήσω για όλα αυτά τώρα. Επιστρέφω στην οικογένεια Άγκβου, από τους Ψαράδες. Η πόλη, όπως ο Μπέντζαμιν τη σχεδιάζει στο βιβλίο, αποτελεί ουσιαστικά το σκηνικό του μυθιστορήματος — από την αρχή ως το τέλος. Η οικογένεια ζει εκεί, σε ένα σπίτι παρόμοιο με αυτό στο οποίο μεγάλωσα, και ψαρεύει σε ένα γειτονικό ποτάμι, σαν εκείνο όπου ψάρευα κάποτε και εγώ! Ωστόσο η δική μας εκδοχή του Άκουρε ήταν ελαφρώς διαφορετική, ως προς το ότι δεν υπήρχε εκεί γύρω κανένας τρελός που να προφητεύει, έστω και αν εγώ πέρασα την παιδική μου ηλικία ευχόμενος να συμβούν πολλά και διάφορα μεταφυσικά πράγματα.
Δείτε εδώ τον χάρτη της πόλης του Άκουρε όπως τον σχεδίασε ο Μπέντζαμιν στο βιβλίο.

2. Η Κύπρος, ο πιο αιώνιος απ’ όλους τους θνητούς τόπους∙ το οργιαστικό αυτό νησί όπου γεννήθηκε η Αφροδίτη, αναδυόμενη από τον αφρό της θάλασσας της Μεσογείου. Μιας θάλασσας που, μετριοπαθώς μιλώντας, είναι αδιανόητα όμορφη. Εξωτικά γαλάζια, εξόχως ζεστή: ένα θραύσμα από την αδιάσπαστη ομορφιά της γης. Στο νησί αυτό βρήκα τον εαυτό μου το 2007, μακριά, τόσο μακριά από την πατρίδα∙ εκεί συνέλαβα πρώτη φορά το όραμα των Ψαράδων που αφηγήθηκα πρωτύτερα.

Δύο αγαπημένα στοιχεία του βιβλίου
1. Με συγκινεί αυτό που αισθάνομαι ότι γινόμαστε οι περισσότεροι καθώς αποφοιτούμε από το σχολείο της παιδικής ηλικίας και φτάνουμε στην ενηλικίωση: ένα όνειρο ματαιωμένο ή λεηλατημένο. Μπορεί να γίνει επώδυνο να αντικρίζεις το παρόν, που ήταν κάποτε —στην παιδική μας ηλικία— ένα μακρινό μέλλον, σαν το μέλλον που ο εννιάχρονος Μπέντζαμιν, ο αφηγητής, περιγράφει στο μυθιστόρημα. Στο παρόν, οι περισσότεροι από μας δεν είμαστε αυτό που ονειρευτήκαμε να γίνουμε. Κι όμως, δεν μπορώ παρά να θυμάμαι, και συχνά να επιστρέφω στη στιγμή που όλα αυτά ήταν μόνο ένα όνειρο, τότε που ο κόσμος βρισκόταν στις άκρες των δαχτύλων μας και τα πάντα μπορούσαν να επιτευχθούν στο τοπίο της γόνιμης φαντασίας μας.

Ο Μπέντζαμιν τα συλλογίζεται κάπως έτσι όλα αυτά, αρκετά νωρίς στο βιβλίο:
Το μόνο που μετρούσε ήταν το παρόν και το ορατό μέλλον. Συνήθως, αναλαμπές του μέλλοντος έρχονταν σαν ατμομηχανή που πάταγε σε ράγες ελπίδας, με μαύρο κάρβουνο στην καρδιά της και μ’ ένα ηχηρό ελεφαντίσιο σφύριγμα. Κάποιες φορές, οι αναλαμπές αυτές ερχόντουσαν μέσα από όνειρα ή από πτήσεις φανταστικών σκέψεων που ψιθύριζαν στο κεφάλι σου –θα γίνω πιλότος, ή πρόεδρος της Νιγηρίας, θα είμαι πλούσιος, θα έχω ελικόπτερα–, γιατί το μέλλον ήταν όπως το πλάθαμε εμείς. Ήταν ένας λευκός καμβάς, και πάνω του μπορούσες να φανταστείς ό,τι ήθελες.

2. Αμπούλου, ο τρελός που έβλεπε οράματα. Αυτός, και όσοι του μοιάζουν, είναι ένας από τους λόγους που έγραψα τούτο το βιβλίο. Απ’ άκρη σ’ άκρη της Δυτικής Αφρικής, άνθρωποι ρημαγμένοι όπως αυτός περιφέρονται ελεύθερα στους δρόμους, και τρέφονται σαν αδέσποτα σκυλιά. Πολλοί χτυπιούνται από αυτοκίνητα, όπως τα ζώα, και πεθαίνουν στον δρόμο σαν αυτά. Η ιστορία του Αμπούλου, αν τα καταφέρει, θα μου προσφέρει την πλατφόρμα ώστε να ξεκινήσω μια δημόσια εκστρατεία με σκοπό οι άνθρωποι αυτοί να φύγουν από τους δρόμους και να στεγαστούν σε μέρη όπου θα έχουν τη φροντίδα που δικαιούνται. Μια ομάδα φίλοι μου έχουν ήδη ξεκινήσει μια εκστρατεία στο Tumblr, και καλούν όποιον βλέπει ανθρώπους σ’ αυτή την κατάσταση σε οποιονδήποτε δρόμο της Δυτικής Αφρικής να παίρνει φωτογραφίες και να τις στέλνει εκεί, ώστε οι εικόνες που θα συγκεντρωθούν να είναι όσο το δυνατόν περισσότερες, και τα δεινά των ανθρώπων αυτών να έρθουν στο φως.

Παρακολουθήστε το project Abulu sightings εδώ.
https://www.tumblr.com/login?redirect_to=%2Fblog%2Fabulusightings