Για τους λάτρεις των ιστορικών μυθιστορημάτων, μα και των ιστοριών που βασίζονται σε αληθινά περιστατικά, το «Ματωμένα τριαντάφυλλα» δεν θα έπρεπε να λείπει από τη βιβλιοθήκη τους. Πρόκειται για μια ιστορική αναδρομή σε δύσκολα χρόνια, χρόνια πολέμων διανθισμένα με δυσκολίες που για τους σημερινούς ανθρώπους φαντάζουν ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, με ιστορικά ντοκουμέντα και αυθεντικές λέξεις, που οι περισσότεροι ίσως δεν έχουμε ξανακούσει, με το ιδίωμα του κάθε τόπου μα και με μια διεισδυτική ματιά στα συναισθήματα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων μιας άλλης πια, ξεχασμένης εποχής.

 

«Χρόνια δύσκολα, όπου η χαρά που ξεχειλίζει μπερδεύεται με τη λύπη που τρελαίνει. Τα όνειρα των ανθρώπων, μπουμπούκια έτοιμα να ανθίσουν, καταλήγουν ματωμένα τριαντάφυλλα, με την οσμή του αίματος να πλανάται και στις επόμενες γενιές».

 

– Πόσα χρόνια ερευνών χρειαστήκατε προκειμένου να μαζέψετε όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα ώστε να γίνει μια όσο πιο ακριβής περιγραφή των τόπων, των χαρακτήρων, των γεγονότων που διαδραματίζονται σε μια τόσο δύσκολη εποχή όπως αυτή που αναφέρεστε;

Χρειάστηκα πολλά χρόνια. Παρ’ ότι είχα ακούσματα πολλά καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής μου από διηγήσεις και περιγραφές των δικών μου ανθρώπων για τον τόπο τους, παρ’ ότι δημιούργησα εικόνες και είδα μέσα από τα δικά τους μάτια τους Νεοχωρίτες να ζουν την καθημερινότητά τους, να τελούν τις γιορτές τους, να κυκλοφορούν στους δρόμους, στις δουλειές τους, στα μαγαζιά τους, να συνομιλούν με γείτονες και φίλους, η πραγματική καταγραφή στοιχείων ξεκίνησε το 1996. Ήταν τότε που ζήτησα από τον παππού μου Γιάννη Κεβόπουλο να μου διηγηθεί την ιστορία της οικογενείας του, τα γεγονότα που στιγμάτισαν την ζωή των συγχωριανών του, τις εξορίες, την έλευση του Ελληνικού στρατού, την καταστροφή του χωριού του. Είχε ωριμάσει στο μυαλό μου η ιδέα να γράψω την ιστορία του Νεοχωριού και την διασπορά των κατοίκων του, με την Μικρασιατική καταστροφή, σε όλη την Ελλάδα. Η καταγραφή ολοκληρώθηκε το 2011 με ένα ταξίδι στην Τουρκία, το οποίο σκοπό είχε την επίσκεψή μου στο Νεοχώρι, στην Χηλή και στην ευρύτερη περιοχή, για να υπάρχει σωστή γεωγραφική άποψη του χώρου. Βέβαια μεσολάβησε συγκέντρωση στοιχείων από επισκέψεις σε βιβλιοθήκες και μουσεία σε Θεσ/νίκη και Αθήνα, μελέτες συγγραμμάτων και εγκυκλοπαιδειών με ιστορικό περιεχόμενο που, σε συνδυασμό με τα ακούσματά μου, αποτέλεσαν τα πολύτιμα στοιχεία της ιστορίας μου. H έρευνα καθυστέρησε πολύ, γιατί επιχείρησα να καταγράψω όλους όσους ήρθαν από το Νεοχώρι και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Επίσημα λοιπόν υπολογίστε 15 χρόνια ερευνών.

 

– Το φωτογραφικό υλικό στο τέλος του βιβλίου σας αποτελείται από υπαρκτά, συγγενικά σας πρόσωπα αλλά και από τοποθεσίες και αντικείμενα μιας άλλης εποχής. Έχετε στην κατοχή σας κάτι από όλα αυτά, έχετε προσωπικές μνήμες από τους γονείς ή τους παππούδες σας σχετικά με την ενδυμασία και τον τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων στις αρχές του προηγούμενου αιώνα;

Ναι! Έχω στην κατοχή μου υφαντά στρωσίδια, όχι βέβαια της εποχής εκείνης, αλλά πιστά αντίγραφά τους. Ερχόμενοι στην Ελλάδα ως πρόσφυγες οι κάτοικοι του Νεοχωριού έφεραν την τέχνη της δικής τους υφαντικής τεχνοτροπίας. Έφτιαξαν από την αρχή παπλώματα υφαντά για τις προίκες τους, σκεπάσματα για τους καναπέδες, για τα πατώματα, Πάντες για τους τοίχους και με πλουμιστά κεντήματα έβαζαν την άνοιξη μέσα στο σπίτι τους. Λίμνες με τρεχούμενα νερά, πουλιά του παραδείσου, μπουκέτα λουλούδια ήταν τα σχέδιά τους που τα δανειστήκαμε αργότερα οι νεώτερες γενιές και τα δείχνουμε στα παιδιά μας. Οι γυναίκες του Νεοχωριού καμάρωναν για τα μεταξωτά τους, η παραγωγή των οποίων γινόταν εξ ολοκλήρου στα σπίτια τους, αφού εξέτρεφαν μεταξοσκώληκες. Επίσης καύχημά τους ήταν τα πολλά χρυσαφικά επάνω τους, που φανέρωναν την οικονομική κατάσταση του σπιτιού τους και όταν τα φορούσαν όλα μαζί, η στροφή κεφαλής ήταν δύσκαμπτη, σαν να φορούσαν την μίτρα του δεσπότη. Η κάθε νύφη έπρεπε να έχει δώρο από τα πεθερικά της ή από τους γονείς της: το τσάκατο (κόσμημα κεφαλής με σειρές φλουριά ραμμένα πάνω σε βελούδινη κορδέλα, στερεωμένη πάνω σε άσπρο τσεμπέρι) και το χαρχαλί (κόσμημα λαιμού με πολλές χρυσές αλυσίδες, από το κέντρο του οποίου κρεμόταν σταυρός επάνω σε ντούμπλα ή πεντόλιρο). Δεν έλειπαν βέβαια τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια. Το χαρακτηριστικό στην γυναικεία φορεσιά ήταν το πλουμιστό τσεμπέρι με τα πουσκούλια να κρέμονται (οι νέες το φορούσαν μπερέτα, οι γριές σαλετζέ και οι πενθούσες μαμούκι) και η ποδιά (προστέλα) για τις παντρεμένες. Οι κυριακάτικες γυναικείες φορεσιές ήταν φτιαγμένες από υφάσματα μεταξωτά, δαμασκιά, μουσελίνες, οργαντίνες με σχέδια λαχουρένια, πουά σε όλα τα χρώματα και μεγέθη, αλλά και από τσιτάκια για φτηνά ντυσίματα. Κάτω από τις μακριές φούστες και τα φουστάνια οι γυναίκες φορούσαν την κατώφουστα, φούστα με πολλές πτυχές που, για το καλοκαίρι ήταν χασεδένια με κοφτά σχέδια επάνω της και για τον χειμώνα ήταν καπιτονέ για να προσφέρει ζέστα. Με τον καιρό άρχισε να αντικαθιστάται από τα κομπινεζόν. Το μεταξωτό πουκάμισό τους φαινόταν μόνο στον λαιμό και στους καρπούς των χεριών. Τον χειμώνα οι γριές φορούσαν γούνα μέχρι τον αστράγαλο, οι νέες βελούδινο κοντογούνι με γούνα στο τελείωμα και οι νεώτερες δαμασκί καπενέκι. Το χαρακτηριστικό στην αντρική φορεσιά ήταν το υφαντό ζωνάρι και το κάλυμμα κεφαλής που, για τους κάτω από 15 ετών ήταν τραγιάσκα και για τους πάνω από 15 ετών ήταν φέσι. Οι κυριακάτικες αντρικές φορεσιές ήταν φράγκικες(Ευρωπαϊκές), με παντελόνι από κασμίρι εγγλέζικο η πουπλίνα που είχε τσάκιση η τσόχα, άσπρο πουκάμισο, βελούδινο γιλέκο και ρεμπούμπλικο καπέλο

– Τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην πορεία, υπήρχαν στιγμές που είπατε «ως εδώ, δεν αντέχω άλλο» όταν δεν βρίσκατε κάτι που ψάχνατε ώστε να κολλήσετε την ιστορία σας με τα πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα;

Αντιθέτως. Το “ως εδώ δεν αντέχω άλλο” δεν είναι ίδιον του χαρακτήρα μου. Είμαι πείσμων άνθρωπος και με μεγάλη υπομονή. Δυσκολεύτηκα όταν αποφάσισα να εντοπίσω, παράλληλα με την γραφή της ιστορίας μου, συγγενείς, φίλους και συνομήλικους του παππού μου. Ήθελα να δω τι συνέβαινε και στις δικές τους οικογένειες, βίωναν αυτά που βίωνε η οικογένεια του παππού μου. Ήθελα να καταγράψω τα ονόματά τους, να δω πόσοι ήρθαν από εκεί. Ενδόμυχα μέσα μου, ήθελα να τους σμίξω έτσι που ήταν διασκορπισμένοι σε όλη την Ελλάδα, έστω και σε σελίδες χαρτιού. Ήθελα να τελειώσει η καταγραφή τους ταυτόχρονα με την ιστορία μου. Να αναρτώνται τα ονόματά τους σε καταστάσεις την ώρα που θα γίνεται γνωστή η ιστορία του Νεοχωριού. Τους αναζήτησα λοιπόν, πρώτα στο νεκροταφείο του χωριού μου που λειτούργησε σαν Ληξιαρχείο και βοήθησε στον εντοπισμό τους και στην καταγραφή των ονομάτων τους. Μετά είπα στον εαυτό μου: “Δεν πας και στο διπλανό χωριό, που έχει Νεοχωρίτες, να κάνεις το ίδιο;” Και όταν είδα πως οι λευκές σελίδες γέμισαν με ονόματα, είπα: “Τώρα δεν υπάρχει πισωγύρισμα. Όπου υπάρχουν πρόσφυγες από το Νεοχώρι Χηλής, θα τους αναζητήσω!” Ήξερα σε ποιές περιοχές της Ελλάδας προωθήθηκαν και, στο περιθώριο της βιοπάλης, αλλάζοντας οικογενειακά και εργασιακά προγράμματα, ταξίδεψα ως εκεί. Με την βοήθεια κατοίκων εκείνων των περιοχών μπόρεσα και συγκέντρωσα 1451 ονόματα. Πολύ μικρό το νούμερο σε σχέση με τον πληθυσμό των δύο συνοικισμών του Νεοχωριού. Ας είναι. Έγινε κάποια αρχή έστω και καθυστερημένα. Αλλού χρησιμοποίησα το τηλέφωνο. Έτσι, παρά τις όποιες δυσκολίες, έχω παραδώσει στο κοινό, την ίδια χρονική στιγμή και την ιστορία μου και την έρευνά μου.

 

– Σε τι ποσοστό είναι αληθινή η ιστορία που περιγράφετε, είναι όλοι οι ήρωές σας πραγματικά πρόσωπα και πόσο χρειάστηκε να συμμετέχει και η μυθιστορία στο να ολοκληρωθεί το έργο σας;

 

Σκελετός της ιστορίας μου είναι τα μικρά και μεγάλα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονται στην Τουρκία στα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα που είναι βεβαίως αληθινά και δεν μπορεί κανείς να τα αμφισβητήσει. Είναι καταγεγραμμένα σε ιστορικά βιβλία και εγκυκλοπαίδειες και φυλάσσονται σε βιβλιοθήκες και αρχεία του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Είναι αυτά τα γεγονότα που σημάδεψαν την ζωή των Ελλήνων της Μ. Ασίας. Τα γεγονότα που σχετίζονται με το Νεοχώρι Χηλής Βιθυνίας έχουν γίνει γνωστά σε μένα από μαρτυρίες όχι μόνον δικών μου ανθρώπων αλλά και άλλων που ήθελαν να με πληροφορήσουν για όσα γνώριζαν. Οπότε βλέπω ταύτιση περί του αληθινού. Οι ήρωές μου, που ζουν αυτήν την συγκεκριμένη εποχή στο Νεοχώρι, μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους επηρεάζονται από αυτά τα γεγονότα που είναι: η κατασκευή των σιδηροδρόμων Τουρκίας, ο Βαλκανικός πόλεμος και η στράτευση των Ρωμιών στον τουρκικό στρατό, ο Μεγάλος Πόλεμος, τα τάγματα εργασίας και οι λιποταξίες, η οργάνωσή τους σε αντάρτικα, οι εξορίες στα κεντρικά της Τουρκίας, η χολέρα, η Ανακωχή, η προέλαση του Ελληνικού στρατού, η καταστροφή του Νεοχωριού και η φυγή των κατοίκων του στα παραθαλάσσια χωριά του Βοσπόρου, η έξοδος και η διασπορά τους στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι ήρωες είναι υπαρκτά πρόσωπα, συγγενείς μου, που θέλησα να τους επαναφέρω στην ζωή. Μέσα, λοιπόν, από την ζωή τους, με τις πολλές διακυμάνσεις χαράς και λύπης, γέλιου και πόνου, φόβου και θυμού, θέλησα να γίνει γνωστή η ιστορία του Νεοχωριού στους νεώτερους. Άλλωστε το είχα υποσχεθεί στον παππού μου Γιάννη Κεβόπουλο, όταν του ζήτησα στοιχεία για την ζωή τους εκεί. Όμως επινοήθηκαν και κάποια άλλα πρόσωπα για να συνδέσουν γεγονότα και καταστάσεις. Π.Χ η δεύτερη εξορία ανάγκασε την οικογένεια των ηρώων μου να καταφύγουν στο Σκούταρι της Κων/πολης αφήνοντας τον μεγάλο γιο της οικογένειας πίσω στην Χηλή. Ο φανταστικός μου ήρωας ο Χασάν, ο αλατέμπορος, θα γίνει συνδετικός κρίκος ανάμεσά τους. Επίσης, ζώντας στην Τουρκία, οι ήρωές μου συνεργάζονται και γίνονται φίλοι με Τούρκους. Ένα τουρκόπουλο, ο Μουσταφά, παραμέρισε θρησκεία και εθνικότητα και δέθηκε με φιλία με τον Γιάννη, παραμέρισε πίκρες και κακίες με τον ερχομό των Ελλήνων του Βενιζέλου στην Μ. Ασία και, παρά την επικράτηση του Κεμάλ, που του ανύψωνε ως Τούρκου το γόητρο του, έπεισε τον εαυτό του πως έπρεπε να ενημερώσει την οικογένεια του φίλου του, να φύγουν να σωθούν, παρά τις φωνές από γύρω του που ήθελαν να δηλητηριάσουν την αγνή παιδική ψυχή του. Η ιστορία μου είναι πέρα για πέρα αληθινή, με ήρωες πραγματικά πρόσωπά που θέλησα να ξαναζωντανέψω, μα επινόησα και κάποια άλλα πρόσωπα φανταστικά για τις ανάγκες της πλοκής της ιστορίας μου. Δεν θα μπορούσε βέβαια να λείπει και το ερωτικό στοιχείο, η κινητήρια δύναμη για ζωή, οι εντάσεις γύρω από αυτό το στοιχείο, ο καταναγκασμός για γάμο σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, η απόρριψη, η αποδοχή, η αναγκαστική συμβίωση, ο χωρισμός, ο θάνατος. Στα σημεία, λοιπόν, αυτά, που δεν είναι λίγα στα “Ματωμένα τριαντάφυλλα”, αναλαμβάνει ρόλο η μυθιστορία με πλοκή απρόβλεπτη.

 

– Έχετε επισκεφθεί κάποια από τα μέρη που διαδραματίζονται όσα έζησαν οι πρόγονοί σας;

 

Ναι. Ταξίδεψα δύο φορές, μία φορά στην Κων/πολη και μία στην Χηλή και στο Νεοχώρι που, τα δύο τελευταία, απέχουν δέκα λεπτά μεταξύ τους. Τα ταξίδια μου είχαν την μορφή προσκυνήματος στους τόπους όπου έζησαν οι δικοί μου άνθρωποι. Ήταν ταξίδια που έπρεπε να γίνουν έτσι κι αλλιώς, έπρεπε να γνωρίσω τον τόπο που περιέγραφα. Ήταν ορεινή περιοχή, παραθαλάσσια, είχε ποτάμια, δάση, έπρεπε να ξέρω την γεωγραφία του Νεοχωριού και της γύρω περιοχής.

 

– Ποιο άλλο είδος εκτός των ιστορικών μυθιστορημάτων σας αρέσει; Σε τι θα δοκιμάζατε τον εαυτό σας σε μια επόμενη απόπειρα;

 

Μου αρέσουν όλα τα είδη μυθιστορημάτων. Ξεκίνησα ήδη ένα αισθηματικό μυθιστόρημα.

 

 

Ιουλία Ιωάννου

 

MATWMENA_TRIANTAFYLLA_3D mikro

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Όλη η ζωή της Κατερίνας ήταν στρωμένη με ματωμένα τριαντάφυλλα. Έτσι είχε προστάξει η μοίρα. Ήταν άνοιξη του 1893 όταν την ερωτεύτηκε ο Ανέστης. Οι δικοί του ανένδοτοι∙ δεν την ήθελαν γιατί ήταν ορφανή. Τα λόγια που ειπώθηκαν έγιναν βαριές κατάρες. Έμεινε μόνη, με τη μυρωδιά του νυφικού ακόμα νωπή, να κλαίει για την απόρριψη και την εγκατάλειψη. Και ύστερα ήρθε ο Μεγάλος Πόλεμος. Απρίλιος του 1917. Οι Τούρκοι είχαν στενέψει τον κλοιό γύρω από τους Έλληνες και η Ιστορία έδειχνε το σκληρό της πρόσωπο. Η οικογένεια της Κατερίνας εγκατέλειψε το Νεοχώρι και μαζί με χιλιάδες άλλους Μικρασιάτες εξορίστηκε στα βάθη της Τουρκίας. Οι απώλειες τραγικές, τα δάκρυα αστείρευτα. Μετά την ανακωχή, η Κατερίνα επέστρεψε στο σπίτι της. Όταν έφτασαν τα νέα για την αποβίβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, όλοι ρίγησαν, ελπίζοντας για ένα καλύτερο αύριο. Όμως για άλλη μια φορά η Ιστορία τους πλήγωσε. Η εξορία, ο θάνατος και ο πόνος θα τους έβρισκαν και πάλι. Χρόνια δύσκολα, όπου η χαρά που ξεχειλίζει μπερδεύεται με τη λύπη που τρελαίνει. Τα όνειρα των ανθρώπων, μπουμπούκια έτοιμα να ανθίσουν, καταλήγουν ματωμένα τριαντάφυλλα, με την οσμή του αίματος να πλανάται και στις επόμενες γενιές.

 

KILAROGLOU_ANASTASIA mikro

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Αναστασία Κιλάρογλου γεννήθηκε στο χωριό Φιλώτεια Αλμωπίας του Νομού Πέλλας. Σπούδασε με υποτροφία στην Ανωτέρα Σχολή Στελεχών Επιχειρήσεων, τμήμα Λογιστών, του ΚΑΤΕΕ Λάρισας και εργάστηκε ως λογίστρια. Στα γυμνασιακά της χρόνια δημοσίευσε ποιήματα στην τοπική εφημερίδα Ηχώ της Αλμωπίας. Από τις εκδόσεις Πέλλα κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά της ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΓΗ.