Συγγραφέας του βιβλίου Βινούσκα – Εκδόσεις Διόπτρα

Το πρωί φιλόλογος και μάλιστα υποψήφιος διδάκτορας και το βράδυ επαγγελματίας δολοφόνος είναι ο ήρωας του Βαγγέλη Γιαννίση. Στην ανάγνωση κάποιοι από τους αναγνώστες ίσως έρθουμε κοντά στον Λάζαρο, ίσως ακόμη και να δικαιολογήσουμε τις πράξεις του, διαπιστώνοντας στην πλοκή πως η φύση του δεν είναι εγκληματική. Άραγε πόσο κατηύθυνε τη σκέψη μας προς αυτό το μονοπάτι ο συγγραφέας; Όπως λέει στο Vivlio-life «Ελάχιστα, συνειδητά τουλάχιστον. Το μόνο που κάνω είναι να παραθέσω τα γεγονότα του βιβλίου, τα κίνητρα και τις σκέψεις των χαρακτήρων. Το πώς θα νιώσει ή τι θα σκεφτεί ο κάθε αναγνώστης είναι ευθύνη και δουλειά δική του». Φαντάζομαι πως όλοι συμφωνούμε μαζί του, πως εγκληματίας γίνεσαι, δε γεννιέσαι.

  • Ιδιαίτερος ο τίτλος που επιλέξατε για το μυθιστόρημά σας. Vina στα ρωσικά σημαίνει «τύψεις». «Αλλά από μόνη της μου φαινόταν άψυχη, κενή. Οπότε αποφάσισα να την αλατοπιπερώσω λίγο. Να της προσθέσω την κατάληξη –ushka, σαν χαϊδευτικό». Ας γνωρίσουμε το πρόσωπο που κρύβεται πίσω της.
    Λάζαρος, ετών τριάντα-κάτι, υποψήφιος διδάκτορας και υπάλληλος στην οικογενειακή επιχείρηση, ένα βιντεοκλάμπ. Φαινομενικά, τουλάχιστον, καθώς για να τα βγάλει πέρα έχει γίνει επαγγελματίας δολοφόνος.
  • Ο Λάζαρος, λοιπόν, είναι υποψήφιος διδάκτορας φιλολογίας, στην πραγματικότητα όμως είναι επαγγελματίας δολοφόνος! Προφανώς και δεν είναι τυχαία επιλογή το επάγγελμα του ήρωά σας. Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας τη σκέψη σας;
    Ούτε στο πρώτο ούτε στο δεύτερο επάγγελμα ήταν τυχαία η επιλογή, πράγματι. Αρχικά, είμαι –ή καλύτερα ήμουν—και ο ίδιος εκπαιδευτικός, οπότε διατηρώ μία ιδιαίτερη σύνδεση με τον συγκεκριμένο κλάδο, μεγάλο κομμάτι του οποίου αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια μια καθημερινή επαγγελματική αβεβαιότητα –ειδικά οι φιλόλογοι. Αν προσθέσουμε στο κοκτέιλ και την πίεση ενός υποψήφιου διδάκτορα να ολοκληρώσει τις –ήδη μακρόχρονες, στην περίπτωση του Λάζαρου—σπουδές του, δημιουργούνται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συνθήκες, δραματουργικά μιλώντας. Φυσικά, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που ζορίζονται οικονομικά/επαγγελματικά δεν καταφεύγουν στην παρανομία. Σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, ωστόσο, πώς μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό; Κάπως έτσι προέκυψε η ιδέα να κάνω τον Λάζαρο πρωταγωνιστή σε ένα μυθιστόρημα με (και για) πληρωμένους δολοφόνους, το δεύτερο της θεματικής σειράς Breaking Hearts Club (με πρώτο το Μακγκάφιν).
  • Μπορεί, άραγε, ένα χαριτωμένο υποκοριστικό να κάνει λιγότερο τρομακτική την εγκληματική φύση ενός ανθρώπου;
    Σαφώς και όχι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, βέβαια, δεν θα έλεγα ότι η φύση του Λάζαρου είναι εγκληματική. Εγκληματίας έγινε, δεν γεννήθηκε. Όχι, δηλαδή, ότι υπάρχει άνθρωπος που γεννιέται εγκληματίας.
  • Τύψεις. Λένε πως καμιά ενοχή δεν μπορεί να ξεχαστεί όσο η συνείδησή μας τη γνωρίζει. Πόσο θα ταλαιπωρηθεί ο ήρωάς σας από το βαρύ αυτό συναίσθημα ενοχής;
    Αυτό δεν είναι κάτι που γνωρίζω. Συνοδεύω τον Λάζαρο μέχρι την τελευταία σελίδα του Βινούσκα και παρόλο που τα βιβλία ίσως συνεχίζονται σε κάποιο λογοτεχνικό επίπεδο ακόμη και μετά το τέλος τους στο χαρτί, η δική μου ευθύνη σταματά όταν γράφω ΤΕΛΟΣ. Ο Λάζαρος είναι πλέον μόνος του.
  • Έχω την αίσθηση πως οι αναγνώστες μπορεί και να έρθουμε κοντά στον Λάζαρο, ίσως και να τον δικαιολογήσουμε κάποιες στιγμές. Πόσο κατευθύνετε προς αυτό το μονοπάτι τη σκέψη μας;
    Ελάχιστα, συνειδητά τουλάχιστον. Το μόνο που κάνω είναι να παραθέσω τα γεγονότα του βιβλίου, τα κίνητρα και τις σκέψεις των χαρακτήρων. Το πώς θα νιώσει ή τι θα σκεφτεί ο κάθε αναγνώστης είναι ευθύνη και δουλειά δική του.
  • «Το Βινούσκα είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, πάνω στο όχημα ενός αστυνομικού», διαβάζω στο οπισθόφυλλο. Ας μείνουμε στην έκφραση «μυθιστόρημα ενηλικίωσης».
    To λεγόμενο και bildungsroman, που λέει και η βιβλιογραφία. Τυπικά ακολουθεί τον πρωταγωνιστή σε μια ιστορία στη διάρκεια της οποίας ενηλικιώνεται πνευματικά. Το ίδιο συμβαίνει και στην ιστορία του Λάζαρου.
  • Να πάρουμε μια γεύση αυτής της ιστορίας χωρίς να αποκαλύψουμε, φυσικά, την κορύφωση της πλοκής;
    Με δυο λόγια, ο Λάζαρος ζει μια βαλτωμένη ζωή: το πρωί υπάλληλος στο βιντεοκλάμπ του καταθλιπτικού πατέρα του, το βράδυ πληρωμένος δολοφόνος. Έχει βάλει στόχο να μαζέψει ένα ορισμένο ποσό, προκειμένου να «συνταξιοδοτηθεί» και να φύγει από την Αθήνα, μόνο που πάντοτε κάτι τον κρατάει πίσω. Ώσπου αναλαμβάνει μια δουλειά που θα αλλάξει τη ζωή του και τον ίδιο για πάντα.
  • Ανήκετε κι εσείς στη γενιά που βίωσε την οικονομική κρίση και την παρατεταμένη ανεργία των νέων, που περιγράφετε. Αν σκαλίσουμε την πλοκή και τους διαλόγους των ηρώων σας, θα βρεθούμε στις προσωπικές σας σκέψεις για οικογένεια – κατάθλιψη – αίσθηση ασφυξίας στον χώρο εργασίας;
    Δεν πιστεύω πως έχει σημασία αν οι σκέψεις των χαρακτήρων είναι δικές μου. Το σημαντικό είναι οι αναγνώστες να βρουν σημεία ταύτισης με εκείνους, όχι με εμένα. Ο συγγραφέας είναι απλά ένας αγγελιοφόρος, όχι το μήνυμα.
  • Εκπρόσωποι αυτής της γενιάς ορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις ζωές μας σήμερα, που μπορεί να λέμε πως βγήκαμε από την κρίση, αλλά κάποιοι ίσως ασφυκτιούμε με όσα στενάχωρα συμβαίνουν στη χώρα μας. Πώς θα αντιδρούσε άραγε ο Βινούσκα αν τον τοποθετούσατε στη σημερινή εποχή;
    Το μυθιστόρημα είναι τοποθετημένο στη σημερινή εποχή και τη σημερινή Ελλάδα, οπότε ο αναγνώστης διαβάζοντάς το θα πάρει μια καλή ιδέα για τις όποιες αντιδράσεις του πρωταγωνιστή.
  • Ένα κομμάτι του βιβλίου σας πραγματεύεται τις αλλαγές που μπορεί να φέρει ο πραγματικός έρωτας. Πώς ορίζετε αυτό το υπέροχο συναίσθημα μέσα από τα βιώματα του ήρωά σας;
    Δεν θα έλεγα ότι το ορίζω κάπως. Δεν γνωρίζω αν μπορεί να οριστεί, για να πω την αλήθεια. Το σίγουρο στο Βινούσκα είναι πως ο Λάζαρος θα τον γνωρίσει στο πρόσωπο ενός ανθρώπου, εξαιτίας του οποίου θα αναγκαστεί να πάρει μια μεγάλη απόφαση, η οποία θα αλλάξει τον ρου της λιμνάζουσας ζωής του.
  • Η παρωδία στη λογοτεχνία, δηλαδή η χιουμοριστική διάθεση, που όμως στο μυθιστόρημά σας βαδίζει παράλληλα με την κριτική και τον βαθύ προβληματισμό του αναγνώστη, πόσο σας βοήθησε στην ανάδειξη όλων όσα θέλατε να φτάσουν σ’ εκείνον;
    Στο Βινούσκα, σε αντίθεση με το Μακγκάφιν που διαβάζεται και ως παιχνιδιάρικη φάρσα, το χιούμορ είναι ο σιωπηλός επιβάτης στο πίσω κάθισμα, που κάθε τόσο πετάει ένα (συνήθως ειρωνικό) αστείο. Δεν ξέρω κατά πόσο βοήθησε σε αυτό που λέτε, πιστεύω ότι μόνο οι αναγνώστες μπορούν να απαντήσουν σε αυτή την ερώτηση.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Λάζαρος είναι υποψήφιος διδάκτορας φιλολογίας –τα τελευταία σχεδόν δέκα χρόνια– και παράλληλα δουλεύει στην οικογενειακή επιχείρηση, ένα βιντεοκλάμπ του οποίου οι πελάτες μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ο Λάζαρος είναι επαγγελματίας δολοφόνος με την κωδική ονομασία Βινούσκα. Μέχρι που θα αναλάβει μια δουλειά η οποία θα ανατρέψει τα πάντα και ο Λάζαρος θα κληθεί να αντιμετωπίσει καταστάσεις που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να φανταστεί.

«Κατέληξα στο Βινούσκα».
«Τι σηµαίνει;»
Ο Ρίνο γέλασε. «Είναι κάτι που έβγαλα από το κεφάλι µου. Δεν θα βρεις τη λέξη αν ψάξεις στα λεξικά, αλλά… Χρησιµοποίησα µία λέξη που σε εκφράζει. Vina. Στα ρώσικα σηµαίνει “τύψεις”. Αλλά µόνη της µου φαινόταν άψυχη, κενή. Οπότε, αποφάσισα να την αλατοπιπερώσω λίγο. Να της προσθέσω την κατάληξη -ushka, σαν χαϊδευτικό. Επειδή κάθε φορά που σε βλέπω, θέλω να σε αγκαλιάσω πατρικά. Να κάνω τις τύψεις σου να εξαφανιστούν. Τι να πω, ίσως γερνάω και µαλακώνω. Ελπίζω να σου αρέσει».

Το Βινούσκα είναι ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, πάνω στο όχημα ενός αστυνομικού. Μιλάει για τη γενιά των ανθρώπων που μεγάλωσαν μέσα στην οικονομική κρίση, για την παρατεταμένη ανεργία των νέων, για την κατάθλιψη, την οικογένεια, την αίσθηση ασφυξίας σε μια δουλειά που θες να αφήσεις, αλλά δεν μπορείς και, φυσικά, για τις αλλαγές που μπορεί να φέρει ο πραγματικός έρωτας.

Βιογραφικό
Ο Βαγγέλης Γιαννίσης μπήκε το 2014 στις βιβλιοθήκες των Ελλήνων αναγνωστών με το πρώτο του μυθιστόρημα, Το μίσος, με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Άντερς Οικονομίδη. Ακολούθησαν άλλα οχτώ βιβλία (Ο χορός των νεκρών, Το κάστρο, Η σκιά, Η γυναίκα του Ίσνταλ, Αμαρόκ, Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173, Ίνκουμπους, Ο άλλος αδερφός), τα πέντε με πρωταγωνιστή τον Ελληνοσουηδό επιθεωρητή. Ο Βαγγέλης αρθρογραφεί τακτικά για το true crime στο blog του. Τα βιβλία του Λεωφόρος Αλεξάνδρας 173 και Ο άλλος αδερφός έχουν μπει πολλές φορές σε λίστες με τα best sellers των βιβλιοπωλείων.