Συγγραφέας του βιβλίου «Δεξί κίτρινο λουστρίνι» – Εκδόσεις «Ψυχογιός»

Μια πραγματική φιλία, ένα ζευγάρι κίτρινα λουστρίνι παπούτσια κι ένα μυστικό, μονοπωλούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο νέο μυθιστόρημα της Ιφιγένειας Τέκου. Μαζί τους θα βρεθούμε στην ιταλοκρατούμενη Κάλυμνο και θα μάθουμε λεπτομέρειες από τη δύσκολη καθημερινότητα στο νησί των σφουγγαράδων. Μια ιστορία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από τη στιγμή που τα κίτρινα λουστρίνια θα χωριστούν και το ίδιο θα γίνει με τις δυο αχώριστες φίλες. Μέχρι να ξανασυναντηθούν ο χρόνος και η μοίρα θα έχουν παίξει τον δικό τους καταλυτικό ρόλο. Όπως λέει στο Vivlio-life η συγγραφέας, το κίτρινο χρώμα δεν επιλέχθηκε τυχαία. «Είναι το χρώμα του ήλιου που διώχνει τη νύχτα και το σκοτάδι της. Είναι ο φάρος που δείχνει το δρόμο…»

Κάλυμνος, 1934. Θεμελίνα και Χριστίνα. Δυο αχώριστες φίλες και συμμαθήτριες που μοιράζονται τα πάντα, από ένα ζευγάρι κίτρινα λουστρίνια μέχρι ένα φρικιαστικό μυστικό! Πόσο θα αλλάξει την ανέμελη ζωή τους αυτό το μυστικό;
Τα δύο κορίτσια θα γίνουν μάρτυρες μιας αποτρόπαιης πράξης που θα τους στοιχειώνει για πολλά χρόνια και ίσως για όλο το υπόλοιπο της ζωής τους, όμως παράλληλα αυτό το μυστικό θα είναι και η δύναμή τους. Η φιλία που τις δένει θα καταφέρει στο τέλος να νικήσει το «τέρας» του φόβου, γιατί μοιρασμένος φόβος είναι μισός φόβος, όπως ίσως θα έλεγε η γιαγιά Κατερίνα μέσα από το βιβλίο μου.

Το δεξί λουστρίνι παπούτσι θα αναλάβει να παίξει ρόλο πρωταγωνιστή στο μυθιστόρημά σας. Θα είναι το μοναδικό ίχνος που θα αφήσει η Χριστίνα πριν εξαφανιστεί και είναι η στιγμή που όλα ανατρέπονται στην Πόθια της Καλύμνου. Οι Καλύμνιοι που είναι ιδιαίτερα φιλόξενοι πόσο συμμετείχαν στο βιβλίο σας; Μιλήσατε με κάποιους που είχαν μνήμες ή ντοκουμέντα από την ιταλική κατοχή στο νησί;
Είμαι ιδιαίτερα τυχερή και ευγνώμων που ένας υπέροχος άνθρωπος, ο Καλύμνιος καθηγητής μουσικής, γυμνασιάρχης και συγγραφέας κύριος Γεώργιος Χατζηθεοδώρου, μου παρείχε πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Κάλυμνο εκείνη την εποχή και τον ευχαριστώ θερμά. Είναι γεγονός πως όσα βιβλία και να διαβάσει ένας συγγραφέας κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, τίποτα δεν συγκρίνεται με τις ζωντανές μαρτυρίες.

Δώστε μας μία εικόνα της ιταλοκρατούμενης Καλύμνου. Πώς ήταν τότε το νησί των σφουγγαράδων;
Από ιστορική πλευρά, αξίζει να αναφέρω ότι η Ιταλοκρατία κράτησε τριάντα ένα χρόνια (από τις 12/5/1912) και παρά την υπόσχεση των Ιταλών στους κατοίκους ότι η κατάληψη θα ήταν προσωρινή, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Μάλιστα, μετά το 1936 επιβλήθηκαν και νέα καταπιεστικά μέτρα, όπως ο σχολικός κανονισμός που όριζε ότι η ελληνική γλώσσα θα διδασκόταν προαιρετικά, χωρίς βιβλία και μόνο στις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Εισήγαγε επίσης τη φασιστική διοικητική οργάνωση, διορίζοντας τους podesta και με διάφορες αποφάσεις μέσα στο 1938 επιβλήθηκε εξ ολοκλήρου το ιταλικό δίκαιο και εισήχθηκε ρατσιστικός νόμος, που στόχευε στην καθαρότητα της ιταλικής φυλής. Όσον αφορά στην καθημερινότητα των ντόπιων, υπήρχε φτώχεια και ανέχεια, όπως είναι λογικό. Οι άντρες ήταν συνήθως σφουγγαράδες κι έλειπαν για περίπου οκτώ μήνες το χρόνο. Κάποιοι από αυτούς δεν επέστρεφαν ποτέ πίσω αφήνοντας το κουφάρι τους στον πάτο της θάλασσας, ενώ κάποιοι άλλοι έμεναν παράλυτοι εξαιτίας της νόσου των δυτών. Οι γυναίκες αναγκάζονταν να σταθούν ταυτόχρονα πατέρες και μητέρες για τα παιδιά τους. Γενικά, όλοι οι νησιώτες ήταν δεμένοι μεταξύ τους και ο ένας βοηθούσε τον άλλο. Το ίδιο δέσιμο και αλληλεγγύη συνεχίστηκε και στους τόπους όπου μετανάστευσαν και δημιούργησαν κοινότητες.

Μέσα από το μυθιστόρημά σας έμαθα κάτι που αγνοούσα και πιθανόν να μη γνωρίζουν πολλοί αναγνώστες. Πως πολλοί Έλληνες των Δωδεκανήσων κατά την ιταλική κατοχή μετανάστευσαν στη νότια Γαλλία για να εργαστούν.Γνωρίζετε από την έρευνα που κάνατε αν υπάρχουν σήμερα απόγονοι Ελλήνων που να έχουν κάνει οικογένειες και να ζουν εκεί;
Πολλοί κάτοικοι των Δωδεκανήσων είχαν μεταναστεύσει στις αλυκές της περιοχής Καμάργκ (Camargue) στο Δέλτα του Ροδανού, στο νότο της Γαλλίας. Αυτό συνέβη κυρίως κατά τη δεκαετία 1915-1925 αλλά και αργότερα ασφαλώς. Μαζί τους βρέθηκαν και αρκετοί Μικρασιάτες που υποχρεώθηκαν να αφήσουν τον τόπο τους το 1922. Η πρώτη γενιά μεταναστών δύσκολα αποδέχτηκε την αλλαγή και αρνούνταν να μιλήσει τα γαλλικά, κυρίως οι άντρες, οι επόμενες όμως γενιές, τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών τους που ζουν ακόμα στην περιοχή, πήγαν σε γαλλικά σχολεία και αφομοιώθηκαν πλήρως γλωσσικά και πολιτισμικά στη χώρα υποδοχής.

«Μέχρι που ένα κίτρινο λουστρίνι βρίσκεται έξω από την πόρτα» της Θεμελίνας καταλήγει το οπισθόφυλλο του βιβλίου και μάλλον είναι η στιγμή που θα ζήσουμε αναγνωστικές ανατροπές;
Η ιστορία μου αρχίζει με κύριο πρωταγωνιστή δυο κίτρινα λουστρίνια που στην πορεία χωρίζονται όπως και τα δύο κορίτσια που τα μοιράζονται. Έπειτα από πολλές περιπέτειες, δυσκολίες και ανατροπές τα λουστρίνια θα σταθούν ξανά το ένα πλάι στο άλλο, όμως άραγε το ίδιο θα συμβεί και με τις δύο φίλες; Το μοναδικό στοιχείο που μπορώ να αποκαλύψω είναι ότι στην ιστορία μου αυτό που μετράει περισσότερο είναι το ταξίδι γιατί μέσα από αυτό και χάρη σε αυτό η Θεμελίνα και η Χριστίνα, οι βασικές ηρωίδες μου, θα ωριμάσουν και θα εξελιχθούν σε δύο γυναίκες ικανές να αντιμετωπίσουν όποια δυσκολία βρεθεί στο δρόμο τους.

Με τι συναισθήματα, πιστεύετε, οι αναγνώστες θα υποδεχθούν τις δυο ηρωίδες σας; Πώς θέλετε να τις κρατήσουμε στο μυαλό μας ολοκληρώνοντας το βιβλίο σας;
Η διαδρομή της Θεμελίνας και της Χριστίνας από την Κάλυμνο στη Γαλλία και στην Ιταλία (όσον αφορά τη Χριστίνα) καθώς και τα σημαντικά γεγονότα που θα πλαισιώσουν τη διαδρομή αυτή, βοηθούν τον αναγνώστη να γνωρίσει καλύτερα τα δύο κορίτσια και να δεθεί μαζί τους νιώθοντας αγωνία για τη μοίρα τους ώστε φτάνοντας στην τελευταία σελίδα να γνωρίζει πως πρόκειται για δυο πολύ δυνατές γυναίκες που συνδέονται με μια αξιοζήλευτη φιλία.

Εκτός από την αληθινή φιλία, την βία και τον πόλεμο το μυθιστόρημά σας ανοίγει τα κεφάλαια «ρατσισμός» και «ξενοφοβία». Οι μέρες που ζούμε είναι «πλούσιες» ειδησεογραφικά και με τις δυο αυτές έννοιες. Μπορεί η λογοτεχνία να περάσει αντιρατσιστικά μηνύματα και μηνύματα κατά της ξενοφοβίας;
Νομίζω ότι για οποιονδήποτε από εμάς έχει διαβάσει έστω και επιδερμικά τα μεγάλα τουλάχιστον κεφάλαια της ιστορίας, είναι σαφές ότι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία ταλάνιζαν ανέκαθεν τις κοινωνίες των ανθρώπων όσο εξελιγμένες κι αν ήθελαν να πιστεύουν ότι είναι. Η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με αυτές τις δύο λέξεις ήταν μέσα από τις διηγήσεις της γιαγιάς μου που έφυγε με την οικογένειά της από τη Σμύρνη το 1922, πήγε στην Πόλη κι από εκεί κατέληξε στα Τουρκοβούνια της Αθήνας με τις απελάσεις. Τουρκόσπορους φώναζαν οι Έλληνες τόσο τους πρόσφυγες από την Μικρά Ασία όσο κι εκείνους από την Πόλη. Το ίδιο συνέβη και στους Καλύμνιους ήρωές μου όταν πάτησαν το πόδι τους στη Γαλλία όπου οι ντόπιοι θεωρώντας ότι τους παίρνουν τις δουλειές τούς φώναζαν βρωμοέλληνες. Φυσικά και η λογοτεχνία μπορεί να περάσει κάθε είδους μήνυμα στο αναγνωστικό κοινό γι’αυτό και χρειάζεται μεγάλη προσοχή εκ μέρους των δημιουργών και μηδενική εμπάθεια.

Στο «Δεξί κίτρινο λουστρίνι» θα συναντήσουμε κι έναν έρωτα γεννημένο, όπως λέτε, μέσα στις φλόγες του πολέμου. Λένε πως πάντα ένας πόλεμος κάνει πιο δυνατή την αγάπη δυο ανθρώπων. Πάντα;
Επειδή ανήκω σε μια τυχερή γενιά που δεν έχει ζήσει πόλεμο, δεν μπορώ να απαντήσω με βάση την προσωπική μου εμπειρία, ωστόσο θεωρώ πως κυριαρχεί αυτή η αντίληψη στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ότι δηλαδή ο φόβος για την επαύριο που γεννά ο πόλεμος, δημιουργεί μια ασυναίσθητη πολλές φορές ανάγκη να ζήσουμε τα πάντα στο έπακρο. Αν ισχύει ή όχι, ποιος ξέρει! Προσωπικά, θα προτιμούσα ένα συναίσθημα τόσο όμορφο και έντονο όπως η αγάπη, να μπορεί να σταθεί από μόνο του, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, έτσι ώστε ακόμα κι όταν οι περιστάσεις αλλάξουν να παραμένει ακλόνητο στη θέση του.

Το κίτρινο χρώμα που επιλέξατε – και είναι πραγματικά εντυπωσιακό – ήταν τυχαία επιλογή ή είναι συμβολικό;
Το κίτρινο χρώμα δεν επιλέχθηκε τυχαία για να ντύσει τα λουστρίνια μου. Είναι το χρώμα του ήλιου που διώχνει τη νύχτα και το σκοτάδι της. Είναι ο φάρος που δείχνει το δρόμο. Τα κίτρινα λουστρίνια συμβολίζουν όλα όσα έχουν κάποια αξία∙ τη φιλία, την αγάπη και τον έρωτα, την αντίσταση στο κακό, την ελπίδα και την ανθρωπιά… την αρχή που ακολουθεί πάντα ένα τέλος.

«Έτσι κάνουν οι φίλες· μοιράζονται τα πάντα», είπε η Χριστίνα στη Θεμελίνα. Υπάρχει κάποια τέτοια εικόνα στις δικές σας παιδικές αναμνήσεις;
Σχεδόν σε όλες τις ιστορίες που έχω γράψει υπάρχει έντονο το στοιχείο της φιλίας, ακριβώς επειδή πιστεύω πολύ στην περίοπτη θέση που θα έπρεπε να κατέχει στη ζωή όλων μας. Για να πω την αλήθεια εγώ προσωπικά, δεν γνώρισα ποτέ αυτό το είδος φιλίας που είναι γνήσια, ανιδιοτελής και κρύβει μέσα της απέραντη αγάπη και αυτοθυσία και ούτε γνωρίζω κάποιον που να φάνηκε αρκετά τυχερός ώστε να τη συναντήσει στο διάβα του, ακόμα κι αν έτσι νόμιζε. Υποθέτω λοιπόν πως γι’αυτό το λόγο την περιγράφω στα βιβλία μου όπως ακριβώς τη φαντάζομαι και όπως ακριβώς θα ήθελα εγώ να τη νιώσω.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Κάλυμνος 1934, ιταλική κατοχή. Η Θεμελίνα και η Χριστίνα, συμμαθήτριες και αδελφικές φίλες, μοιράζονται τα πάντα: σκέψεις, όνειρα, φοβίες, τη στοργική μητέρα της Θεμελίνας, ένα ζευγάρι κίτρινα λουστρίνια, που τα φοράνε εναλλάξ, αλλά και ένα φρικιαστικό μυστικό που τις κατατρύχει.
Όταν κάποια στιγμή γίνονται μάρτυρες ενός βιασμού που καταλήγει σε φόνο, έρχονται τα πάνω κάτω στη ζωή τους, αφού δράστης είναι ο Ιταλός διοικητής του νησιού. Λίγο καιρό αργότερα η Χριστίνα εξαφανίζεται, αφήνοντας ως μοναδικό ίχνος το ένα από τα δύο αγαπημένα της κίτρινα λουστρίνια, το δεξί, ενώ η Θεμελίνα με τη μητέρα της ακολουθούν με άλλους συμπατριώτες τους τον δρόμο της μετανάστευσης.
Δεύτερη πατρίδα τους θα είναι στο εξής το Σαλέν ντε Ζιρό, στη Νότια Γαλλία, όπου οι συνθήκες εργασίας στις αλυκές είναι παραπάνω από σκληρές, ενώ όλοι οι ξένοι έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με τον ρατσισμό, τα στυγνά αφεντικά και την απόλυτη φτώχεια.
Νέες φιλίες, έρωτες και μικρές ευτυχισμένες στιγμές κάνουν τον καιρό να περνά γρήγορα, ώσπου ξεσπά ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η ζωή της Θεμελίνας αλλάζει προς το χειρότερο. Εγκλήματα, δωσίλογοι, στρατόπεδα αιχμαλωσίας, κρεματόρια, Αντίσταση και ένας έρωτας γεννημένος μέσα στις φλόγες του πολέμου ατσαλώνουν τη θέλησή της για ζωή – ωστόσο… δεν παύει να νιώθει μισή. Μέχρι που ένα κίτρινο λουστρίνι βρίσκεται έξω από την πόρτα της. Ένα βιβλίο για την αληθινή φιλία, τον ρατσισμό και την ξενοφοβία, το παράλογο της βίας και του πολέμου, τον θάνατο και τον έρωτα. Σημείο αναφοράς στην ξέγνοιαστη νιότη και την ελπίδα: ένα ζευγάρι κίτρινα λουστρίνια.

Βιογραφικό

Η ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΤΕΚΟΥ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και πήρε μεταπτυχιακό τίτλο από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Εργάστηκε ως διοικητική υπάλληλος για αρκετά χρόνια σε πολυεθνικές εταιρείες, ενώ πλέον κάνει μεταφράσεις και παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήμα της ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΩΣ και Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ, καθώς και το βιβλίο της για εφήβους YOLO – ΖΕΙΣ ΜΟΝΑΧΑ ΜΙΑ ΦΟΡΑ.