Συγγραφέας του βιβλίου “Όταν ο ήλιος σπάει την πέτρα” – Εκδόσεις Μαλλιάρης Παιδεία

Δουλειά, σχολείο, παιχνίδι στις αλάνες”. Αυτό ήταν το τρίπτυχο των παιδικών χρόνων του δημοσιογράφου Νίκου Δημαρά, που με τα χρόνια έδωσε τη θέση του στο τρίπτυχο “Δουλειά, αλληλεγγύη, γλέντι”. Όλες αυτές τις γεμάτες χρώματα και ζεστά συναισθήματα αναμνήσεις και αναπολήσεις από την καθημερινότητα αλλά και από τα γλέντια και τις γιορτές αφηγείται στο νέο του βιβλίο. Η ιδέα της συγγραφής ξεκίνησε από τη σκέψη πως θα ήταν κρίμα να χαθούν στη φθορά του χρόνου όσα υπέροχα παιδικά και νεανικά σκιρτήματα έζησε με τους φίλους του στο Κουτσοχέρι Μεσολογγίου και όπως λέει στο Vivlio-life με τον ιδιαίτερο τίτλο ήθελε να καταδείξει τη σκληρή δουλειά του αγροτικού κόσμου, κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. “Άντρες, γυναίκες και παιδιά στα χωράφια να θερίζουν με τα δρεπάνια τα σιτηρά μέσα σε σκόνη από άχυρα και να περιμένουν πότε ο ήλιος θα χτυπήσει την πέτρα του απέναντι βουνού, της Βαράσοβας, να την δουν να γυαλίζει για να κάνουν διάλειμμα για φαγητό και λίγο νερό. Η ζέστη ήταν τόσο ανυπόφορη, ώστε μερικές φορές έσπαγε και ο βράχος, οπότε εμείς ακούγαμε τις πέτρες να κατρακυλούν. Γι αυτό σκέφτηκα τον τίτλο “Όταν ο ήλιος σπάει την πέτρα”.

  • Κουτσοχέρι Μεσολογγίου. Ιδιαίτερη πατρίδα σας και έμπνευση του τέταρτου βιβλίου σας. Οι πληροφορίες για το χωριό σας λίγες. “Το Κουτσοχέρι, επίσημα Κουτσοχέριον, είναι ημιορεινό χωριό του νομού Αιτωλοακαρνανίας σε υψόμετρο 200 μέτρα” είναι το κύριο στοιχείο που βρίσκει κανείς στην αναζήτηση. Για σας, όμως, είναι πολλά περισσότερα…
    Ναι, είναι ένα χωριό με δύο οικισμούς και ανάμεσά τους μια μικρή κοιλάδα. Παλιότερα είχε πάνω από 200 μόνιμους κατοίκους, που ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Βρίσκεται στις πλαγιές του Αράκυνθου ή Ζυγού σε έναν τόπο με λιβάδια και πιο κάτω, στα 500 – 1000 μέτρα με τον Εύηνο, το ποτάμι με τα γάργαρα νερά, που τώρα ξεδιψάει κατά ένα μέρος την Αθήνα. Γύρω από το χωριό έφταναν κάθε φθινόπωρο οικογένειες από ορεινά χωριά της Ευρυτανίας και της Ναυπακτίας για τα χειμαδιά, να ξεχειμωνιάσουν δηλαδή με τα κοπάδια τους. Έτσι το Κουτσοχέρι μεγάλωνε και αυξανόταν πολύ ο αριθμός των μαθητών στο σχολείο. Φτάναμε μέχρι και 60 παιδιά στο δημοτικό. Τώρα το σχολείο έχει κλείσει και τα ελάχιστα παιδάκια κατεβαίνουν με ταξί στο Ευηνοχώρι. Στις μέρες μας οι μόνιμοι κάτοικοι είναι λίγο πάνω από 30 και φεύγουν συνεχώς.
  • Γράφετε στο σημείωμά σας πως το βιβλίο αυτό προέκυψε από τις επισκέψεις στο χωριό σας. Πότε ωρίμασε η σκέψη να πάρει σάρκα και οστά η επιθυμία σας;
    Τα τελευταία χρόνια, όταν πήγαινα στο χωριό, συνήθως Πάσχα και Αύγουστο, έβλεπα την ερήμωση και την παρακμή. Σαν να μη γινόταν τίποτε σ΄αυτό τον τόπο τα παλιότερα χρόνια. Σαν να μην υπήρχε παρελθόν. Σκεφτόμουν πόσες χαρές και πόση ζωντάνια εκπέμπονταν από αυτό το χωριό τις δεκαετίες του 50, του 60 και του 70, πόση αγάπη έδενε τους ανθρώπους μεταξύ τους, πόση αλληλεγγύη εκφραζόταν από σπίτι σε σπίτι και πόσος δημιουργικός οργασμός κυριαρχούσε με την καλλιέργεια δημητριακών, καπνού και οπωροφόρων δέντρων, παράλληλα με την εκτροφή εκατοντάδων αιγοπροβάτων. Αυτές τις εικόνες έφερνα στο μυαλό μου κάθε φορά, που πήγαινα στο χωριό τα τελευταία χρόνια και σκέφτηκα ότι θα ήταν κρίμα να χαθούν στη φθορά του χρόνου όσα υπέροχα ζήσαμε στα παιδικά και νεανικά μας σκιρτήματα.
  • Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου σας έχουμε μια πλήρη εικόνα αυτής της γραφικής ημιορεινής γωνιάς της ελληνικής γης; Μιλήστε μας για τη δομή του και τις πηγές που χρησιμοποιήσατε.
    Αρχικά κατέγραψα γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία, διαπιστώνοντας από αρχεία του δήμου Μεσολογγίου ότι στα δημοτολόγια ήταν καταγεγραμμένοι κάτοικοι από την δεκαετία του 1840. Μάλιστα υπάρχουν και εκλογικοί κατάλογοι, όπου φαίνεται ότι ψήφισαν οι πρόγονοί μας. Αναφέρθηκα στην πιθανή χρονική περίοδο ίδρυσης του χωριού και στην προέλευση των πρώτων κατοίκων, ένα μέρος των οποίων είχαν καταγωγή από την ορεινή Ήπειρο και κατέβηκαν με τα κοπάδια τους στα λιβάδια του Αρακύνθου, που συνδύαζαν και τα κατάλληλα νερά του Ευήνου για να ξεδιψούν τα ζώα και να σταλίζουν κάτω από τα τεράστια πλατάνια. Το άλλο κομμάτι είναι η τοπική ιστορία, που αρχίζει από την Αρχαία Καλυδώνα, της οποίας σώζονται και σήμερα το Αρχαίο Θέατρο και το Κάστρο. Βρίσκεται σε απόσταση 10 χλμ από το χωριό μας, πάνω από το Ευηνοχώρι. Κάνω αναφορά στον θρύλο του Καλυδώνιου Κάπρου, που τον κυνήγησαν ο Ηρακλής, ο Θησέας, ο Αχελώος και άλλοι ήρωες, αλλά τελικά τον τραυμάτισε θανάσιμα η Αμαζόνα Αταλάντη. Επίσης γράφω για τον γάμο του Ηρακλή με την Διηάνειρα, πριγκίπισσα της Καλυδώνας, για το επεισοδιακό πέρασμά τους από τον Εύηνο και την εξόντωση του Κένταυρου Νέσου από τον Ηρακλή. Ο Κένταυρος πήρε την Διηάνειρα στην πλάτη του να την περάσει απέναντι, καθώς το ποτάμι ήταν φουσκωμένο, αλλά προσπάθησε να την βιάσει μόλις έφτασαν στην άλλη όχθη. Τον είδε ο Ηρακλής και τον εφόνευσε με ένα βέλος. Καταγράφονται επίσης ιστορίες σχετικά με την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου, για τις κοπέλες, που κρεμούσαν οι Τούρκοι αν δεν δέχονταν να πάνε στα χαρέμια και για τραυματισμένους εξοδίτες, που βρήκαν φροντίδα στο Κουτσοχέρι, καθώς προχωρούσαν από ένα μονοπάτι δίπλα στον Εύηνο να φτάσουν στην Δεβέκιστα, στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη. Τα υπόλοιπα κεφάλαια του βιβλίου είναι αφιερωμένα στα έθιμα, στις γιορτές, στις σχέσεις αγοριών και κοριτσιών και στην καθημερινή ζωή.
  • Ιδιαίτερος ο τίτλος που επιλέξατε. Ποιά αλήθεια κρύβεται πίσω από την εικόνα που επιθυμείτε να μας περάσετε;
    Θέλω να καταδείξω την σκληρή δουλειά του αγροτικού κόσμου, κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Άντρες, γυναίκες και παιδιά στα χωράφια να θερίζουν με τα δρεπάνια τα σιτηρά μέσα σε σκόνη από άχυρα και να περιμένουν πότε ο ήλιος θα χτυπήσει την πέτρα του απέναντι βουνού, της Βαράσοβας, να την δουν να γυαλίζει για να κάνουν διάλειμμα για φαγητό και λίγο νερό. Η ζέστη ήταν τόσο ανυπόφορη, ώστε μερικές φορές έσπαγε και ο βράχος, οπότε εμείς ακούγαμε τις πέτρες να κατρακυλούν. Γι αυτό σκέφτηκα τον τίτλο “Όταν ο ήλιος σπάει την πέτρα”.
  • Ζωή στο Κουτσοχέρι μετά τον Εμφύλιο. Μιας και μιλάμε για τίτλους, ποιον τίτλο θα βάζατε στο ρεπορτάζ;
    “Πέτρινα χρόνια χωρίς να σπάσει μύτη”. Θα έβαζα αυτόν τον τίτλο γιατί η ζωή ήταν ήρεμη ακόμα και στα δύσκολα χρόνια πριν και μετά τον εμφύλιο. Οι χωριανοί ήταν δεμένοι και δεν άφηναν περιθώρια για ανάπτυξη φανατισμών ή μίσους, που μπορεί να οδηγούσαν σε φονικά. Και σε μία περίπτωση, που συνελήφθησαν χωριανοί για να οδηγηθούν σε πιθανή εκτέλεση, παρενέβη ο πατέρας μου και ανέλαβε την ευθύνη, αποτρέποντας τα δυσάρεστα επακόλουθα.
  • “Αναμνήσεις και αναπολήσεις…» Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιες στιγμές που χαράχτηκαν στη μνήμη σας και όταν αναπολείτε χαμογελάτε αυθόρμητα;
    Ναι ήταν οι όμορφες στιγμές από τα γλέντια στις γιορτές, όπως των Αγίων Θεοδώρων και της Ζωοδόχου Πηγής. όταν γιόρταζε ο πατέρας μας των Αγίων Θεοδώρων το διώροφο πέτρινο σπίτι γέμιζε από κόσμο. Έρχονταν συγγενείς και φίλοι από πολλές περιοχές, που στο τραπέζι το μεσημέρι τραγουδούσαν, ενώ αργότερα έστηναν και τον χορό με ζουρνάδες και νταούλια. Συνήθως έρχονταν ο Βασίλης Σαλέας, παππούς του σύγχρονου δεξιοτέχνη, μαζί με Μπεκαίους και άλλους οργανοπαίχτες, συνήθως τσιγγάνους από την συνοικία Ταμπακαριά του Μεσολογγίου. Συγκινητικές ήταν οι στιγμές με τραγούδια στα αλώνια τον Ιούνιο, το προσκύνημα στην Παναγία Ερημιτού, τα μπάνια και το ψάρεμα στον Εύηνο και τα πρώτα “μαθήματα” κυνηγιού στο βουνό με καθοδηγητή τον θείο μου Αποστόλη. Έχω γράψει και σχετικές ιστορίες με χιούμορ.
  • Ήταν ένα “μοντέλο ζωής” ίδιο με αυτό που επικρατούσε και σε πολλά άλλα χωριά” γράφετε. Τι θα λέγατε να το περιγράψετε για να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθει η γενιά του διαδικτύου πως ζούσαν κάποτε οι νέοι;
    Η ζωή στο χωριό τα παιδικά μας χρόνια υπάκουε στο τρίπτυχο “Δουλειά, σχολείο, παιχνίδι στις αλάνες”. Όταν μεγαλώσαμε έγινε “Δουλειά, αλληλεγγύη, γλέντι”. Η δουλειά του αγρότη ήταν σχεδόν βασανιστική με όλες τις καιρικές συνθήκες. Είτε στα χωράφια, είτε στα γιδοπρόβατα με τις βροχές και τις κακουχίες. Το εισόδημα μόλις και μετά βίας έφτανε για να ζουν οι πολυμελείς οικογένειες. Εμείς ήμασταν εννέα άτομα στο σπίτι. Δουλεύαμε όλοι, τόσο στα δικά μας χωράφια, όσο και σε ξένα, όπως και δεκάδες άλλοι χωριανοί. Πηγαίναμε σε χωριά του κάμπου, που είχαν μεγάλες καλλιέργειες ρυζιού, βαμβακιού και καλαμποκιού. Δουλεύαμε και τραγουδούσαμε. Δουλεύαμε και ήμασταν ξένοιαστοι, χωρίς άγχος και αγωνία. Κυκλοφορούσαμε με μπαλωμένα παντελόνια και με τρύπια παπούτσια, αλλά δεν νοιαζόμασταν. Μπαίναμε ο ένας στο σπίτι του άλλου χωρίς να ειδοποιούμε και χωρίς να χτυπάμε πόρτες. Άλλωστε οι πόρτες δεν είχαν κουδούνια. Και αν γινόταν κάποιο ατύχημα, όλο το χωριό στο πόδι. Έτρεχαν όλοι να βοηθήσουν. Και οι σχέσεις των νέων, τα φλερτ και τα ραντεβού ήταν πιο όμορφα, με πολύ χτυποκάρδι… Όλα αυτά συνιστούσαν έναν τρόπο ζωής, πιο ανθρώπινο, πιο ασφαλή και πιο χαρούμενο. Για αυτό το “μοντέλο” μιλάω.
  • Κάθε χωριό έχει και έναν θρύλο γύρω από το όνομά του που προσθέτει μυστήριο στο όνομά του. Έχει και το Κουτσοχέρι τη δική του μυθική παράδοση;
    Για το δικό μας χωριό ως προς την ονομασία του υπάρχουν δύο εκδοχές: Η μία αναφέρεται σε έναν χωριανό μας, που συμμετείχε σε αρματωλίκι, το οποίο έδινε μάχες με Τούρκους σε εφοδιοπομπές και σε μεμονωμένα επεισόδια. Σε μια από αυτές τις μάχες λαβώθηκε και του έκοψαν το χέρι. Ωστόσο παρέμενε ενεργός μαχητής και τον ονόμασαν Κουτσοχέρη. Διατηρούσε το ψευδώνυμο αυτό για πολλά χρόνια για να μην μαθευτεί το πραγματικό του όνομα και πάθουν κακό οι δικοί του από τους Τούρκους. Ο χωριανός αυτός έκανε κουμάντο στη δική μας περιοχή και έτσι το χωριό πήρε το όνομά του. Η άλλη εκδοχή αναφέρεται στη λέξη Κουτσοκέριον. Πρόκειται για το κοντό – χοντρό κερί, σαν δάδα, που το χρησιμοποιούσαν για να βλέπουν και να πορεύονται τις νύχτες οι χωριανοί. Από τον δρόμο – μονοπάτι περνούσαν και πολλοί ξένοι, όσοι κατέβαιναν από χωριά της Μακρυνείας και της Ναυπακτίας για να πάνε στο Μεσολόγγι. Λέγεται μάλιστα ότι από τον δρόμο αυτό πέρασε και ο Κοσμάς ο Αιτωλός, πηγαίνοντας από το χωριό του, το Μέγα Δέντρο του Θέρμου προς το Μεσολόγγι. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η νεότερη εκκλησία μας είναι αφιερωμένη στον Άγιο Κοσμά, ενώ και ο πολιτιστικός μας Σύλλογος φέρει το όνομά του. Κατά την ίδια εκδοχή ένα Κουτσοκέριον εξέπεμπε φως όλες τις νύχτες και γι αυτό πήρε το χωριό την ονομασία του, αλλά με τον καιρό οι άνθρωποι θεώρησαν πιο βολικό το Κουτσοχέριον.
  • Τα παιδιά του Κουτσοχερίου που ζήσατε εκεί φτωχικά αλλά ανέμελα μεγαλώσατε και ήρθε η στιγμή που φύγατε αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Ποιο κίνητρο θα είχε τη δύναμη να σας κάνει να επιστρέψετε;
    Δυστυχώς τα περισσότερα χωριά μας οδηγούνται σταδιακά στην ερήμωση. Τώρα πλέον οι γονείς και άλλα συγγενικά πρόσωπα έχουν φύγει από την ζωή. Αν σκεφτείς να γυρίσεις στο χωριό θα πρέπει να συμβιβαστείς με την απομόνωση. Δεν έχεις πολλές εναλλακτικές λύσεις. Τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μας ξενιτεμένοι, όπως θα έλεγε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Μόνο το Πάσχα μαζευόμαστε και το καλοκαίρι, που κατεβαίνουμε για μπάνιο στο Κρυονέρι και στο Μεσολόγγι, σε απόσταση μισής ώρας με το αυτοκίνητο. Νομίζω ότι τα χωριά θα μπορούσαν να ξαναβρούν ζωή με δύο προϋποθέσεις: Πρώτον να στηριχθούν γενναία οι αγρότες για επαρκές εισόδημα και δεύτερον να γίνει μια παράλληλη στροφή προς την τουριστική αξιοποίηση κάθε τόπου, όπως συμβαίνει σε πολλά χωριά της Ηπείρου, των Αγράφων, του Πηλίου, της Αρκαδίας, της ορεινής Ναυπακτίας κ.λ.π. Κάθε χωριό έχει κάτι ιδιαίτερο για να προσελκύσει επισκέπτες, αλλά πρέπει να δοθούν κίνητρα για ξενώνες, ταβερνάκια, λαογραφικά μουσεία και άλλα ενδιαφέροντα.
  • Η παρουσίαση του βιβλίου σας έγινε το βράδυ της 23ης Αυγούστου, που αλλού, στο Κουτσοχέρι Μεσολογγίου! Ιδιαίτερη βραδιά για σας. Μιλήστε μας γι αυτήν.
    Ναι ήταν μια εξαιρετική βραδιά, που με συγκίνησε ιδιαίτερα. Η παρουσίαση έγινε υπό την αιγίδα του Συλλόγου μας και ήρθε πολύς κόσμος. Με τίμησαν και οι φίλοι μου ομιλητές, υπό τον συντονισμό της συγγραφέως Ιουλίας Ιωάννου, που ήρθε για τον σκοπό αυτό απ΄το Αγρίνιο. Ομιλητές ήταν ο αγαπημένος συνάδελφος και φίλος Πάνος Σόμπολος, ο ιδρυτής του πνευματικού κέντρου “Διέξοδος” και του Μουσείου Άλατος Μεσολογγίου Νίκος Κορδόσης, ο αδελφός μου πρώην βουλευτής και υφυπουργός Γιώργος Δημαράς και ο χωριανός μου πρώην αντιδήμαρχος και αντιπρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Νίκος Καραπάνος, αστυνομικός. Με συγκίνησε ιδιαίτερα η παρουσία πολλών νέων ανθρώπων με καταγωγή από το χωριό, που έρχονταν στο τραπέζι με τα βιβλία ζητώντας να τα υπογράψω για να μάθουν την ιστορία του χωριού και για την ζωή των παππούδων και των γιαγιάδων τους.
  • Τα έσοδά το θα διατεθούν υπέρ του Πολιτιστικού Συλλόγου «Κοσμάς ο Αιτωλός». Πόσο δραστήριος είναι ο Σύλλογος του Κουτσοχερίου και σε ποιο βαθμό στις εκδηλώσεις του συμμετέχουν οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής;
    Τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής του ο Σύλλογος είχε αξιόλογη δραστηριότητα. Έκανε παρεμβάσεις και πρωτοστατούσε στην εκτέλεση έργων, όπως στο δρόμο προς την εκκλησία του Αγίου Κοσμά, στη διαμόρφωση χώρου με πέτρινη βρύση έξω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής και σε άλλα μικρότερα έργα. Επίσης διοργάνωνε εντυπωσιακές εκδηλώσεις τις Απόκριες και τον Αύγουστο, παράλληλα με το πανηγύρι του Αγίου Κοσμά., οπότε γινόταν το ετήσιο αντάμωμα. Τα τελευταία χρόνια είχαμε μια αδράνεια, λόγω και της πανδημίας, αλλά από το περασμένο καλοκαίρι ο Σύλλογος άρχισε και πάλι να δραστηριοποιείται με νέο διοικητικό συμβούλιο και με διάθεση να ξαναζωντανέψουν οι εκδηλώσεις, φέρνοντας πιο κοντά όλους τους χωριανούς.

Βιογραφικό
Ο Νίκος Δημαράς γεννήθηκε στο Κουτσοχέρι Μεσολογγίου και είναι δημοσιογράφος – Μέλος της Ένωσης Συντακτών Μακεδονίας – Θράκης και συγγραφέας.
Εργάστηκε στην εφημερίδα “Μακεδονία”, περνώντας από διάφορες θέσεις (δικαστικό ρεπορτάζ, ελεύθερο, εξωτερική πολιτική και εθνικά θέματα). Δημοσίευσε πλήθος ρεπορτάζ και άρθρων στο ριοδικό “Επιλογές”. Εργάστηκε επίσης για ένα διάστημα στην εφημερίδα “Πρώτη” ως ένας εκ των ανταποκριτών της στη Θεσσαλονίκη.
Διετέλεσε διευθυντής ενημέρωσης στα ραδιόφωνα 105 ΔΕΘ, Πανόραμα 98,4, ΑΛΦΑ -103, και 102 F.M. Επί 12 χρόνια ήταν διευθυντής Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ 3, ενώ για μία τριετία είχε την επιμέλεια και παρουσίαση της εκπομπής “Απόψεις – Απόψε” στην ΕΤ-3, εναλλάξ με άλλους δημοσιογράφους.
Επί σειρά ετών εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου της HELEXPO – ΔΕΘ και συμμετείχε πολλές φορές στις Επιτροπές του Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης, έχοντας συνεργασία με σπουδαίους συντελεστές της καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς και με την “ψυχή” της διοργάνωσης, τον Άλκη Στέα.
Πραγματοποίησε δεκάδες αποστολές στο εξωτερικό και κατέγραψε πλήθος γεγονότων και ανθρώπινων ιστοριών.
Το πρώτο του βιβλίο ήταν τα “Δημοσιογραφικά Παρασκήνια” (Εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία), στο οποίο καταγράφεται η αθέατη πλευρά της δημοσιογραφικής ζωής επί τέσσερις δεκαετίες στη Θεσσαλονίκη, όπως επίσης τα χρόνια στο ραδιόφωνο και οι αποστολές σε πολλές χώρες του κόσμου.
Έγραψε επίσης τα κείμενα και είχε την επιμέλεια του βιβλίου “Βασίλης Καρράς – Από την αποθέωση της Ανατολής στο χειροκρότημα της Δύσης” (Εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία).
Ακολούθησε η έκδοση με τίτλο “Γέλια στο Ακροατήριο” (Εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία) με ευχάριστες δικαστικές ιστορίες από την στήλη του “Δικαστικά Ευτράπελα” στην εφημερίδα “Μακεδονία”.
Το καλοκαίρι του 2024 έγραψε το βιβλίο ‘Όταν ο ήλιος σπάει την πέτρα” (που εκδόθηκε από τον ίδιο εκδοτικό οίκο) με ιστορίες από την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Κουτσοχέρι Μεσολογγίου, με καταγραφή εθίμων και περιγραφή της ζωής στην ελληνική ύπαιθρο από την δεκαετία του 1950 μέχρι τις μέρες μας.
Τέλος έχει γράψει σειρά άρθρων για θέματα δικαιοσύνης, εξωτερικής πολιτικής και κοινωνικού προβληματισμού στην εφημερίδα “Μακεδονία” και στον ιστότοπο “Boreiosellas.gr”.