Συγγραφέας του βιβλίου Ο κήπος των μικρών Θεών – Εκδόσεις Ψυχογιός


Στη Θεσσαλονίκη μιας άλλης εποχής, τη Σαλονίκη της, που τη γοητεύει και δε σταματά να την εμπνέει, την πόλη που αγαπάμε όσοι είμαστε κομμάτι της και λατρεύουν εκείνοι που τη γνωρίζουν για πρώτη φορά, στήθηκε Ο κήπος των μικρών Θεών της Σοφίας Βόικου. Σ΄ αυτή την ευρωπαϊκή και ταυτόχρονα εξωτική και με πολλά πρόσωπα πόλη της Ανατολής, όπου συνυπάρχουν οι βυζαντινές εκκλησίες, με τις εβραϊκές συναγωγές και τους μουσουλμανικούς μιναρέδες, οι ήρωές της μας διδάσκουν, ένα κεφάλαιο της Ιστορίας, για το οποίο μάλλον ελάχιστα γνωρίζουμε: Τους βαρείς τραυματισμούς στο πρόσωπο, κυρίως, Γάλλων στρατιωτών κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την προσπάθεια των μικρών Θεών να τους βγάλουν από την απομόνωση και τη βαθειά δυστυχία. Όπως λέει στο Vivlio-life η συγγραφέας, τους ονόμασε έτσι, επειδή στα μάτια της φάνηκαν μικροί θεοί, καθώς έδωσαν πίσω στους ανθρώπους ελπίδα και μία νέα ζωή. «Αυτές οι ομάδες ανθρώπων, μία από τις οποίες ήταν η ομάδα της αμερικανίδας γλύπτριας Anna Coleman Ladd, υπό την αιγίδα του Ερυθρού Σταυρού, δημιουργούσαν μάσκες προσαρμοσμένες στα πρόσωπα των τραυματιών, χαρίζοντας τους πίσω το παλιό τους πρόσωπο και τη χαμένη τους αξιοπρέπεια».

  • “Ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τις αληθινές ιστορίες των ανθρώπων που έχασαν το πρόσωπό τους αλλά συνέχισαν να αγωνίζονται να ονειρεύονται και να ερωτεύονται», είναι ο Κήπος των μικρών Θεών. M’ αυτό ας ξεκινήσουμε τη συνομιλία μας και με μια δημοσιογραφική ερώτηση: Ποιοι – πότε – πώς και γιατί έχασαν το πρόσωπό τους;
    Νεαροί στρατιώτες, κυρίως Γάλλοι, κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, δηλαδή την περίοδο 1915-1918, είτε από έκρηξη πυρομαχικών είτε από χημικά αέρια. Το παράδοξο της όλης ιστορίας είναι πως οι περισσότεροι είχαν τραυματιστεί άσχημα στο πρόσωπο αλλά στο σώμα, δεν μιλάω για την ψυχή, δεν έφεραν σοβαρά τραύματα.
  • «Ήταν τέλη Οκτώβρη του ’15 στη Σαλονίκη…» Ας ξεφυλλίσουμε την ιστορία προς τα πίσω και ας βρεθούμε στα μέσα του φθινοπώρου του 1915 στο λιμάνι της πόλης. Τι βλέπουμε μέσα από τα μάτια των ανθρώπων που πρωταγωνιστούν;
    Θα ξεκινήσω από τη δεκαεπτάχρονη Ραχήλ, που έχει γεννηθεί, έχει μεγαλώσει και ζει στην πολυπολιτισμική Σαλονίκη των αρχών του 20ου αιώνα. Έχει μάθει να συγχρωτίζεται με Έλληνες χριστιανούς και Τούρκους μουσουλμάνους, η ίδια είναι Εβραία αλλά δεν παύει να ζει στα συντηρητικά όρια της Κοινότητάς της. Η άφιξη τετρακοσίων χιλιάδων στρατιωτών από την Ινδοκίνα μέχρι την Ινδία, τη Βόρεια Αφρική και τη μητροπολιτική Γαλλία θα την ενθουσιάσει. Ο μικρόκοσμός της διευρύνεται. Από την άλλη πλευρά, είναι ο Στεφάν, ένας στρατιώτης από μία επαρχιακή πόλη του γαλλικού βορρά που αποβιβάζεται στη Σαλονίκη. Η πόλη είναι μία αποκάλυψη για εκείνον όπως και για όλους τους συντρόφους του. Κανείς δεν έχει ξαναδεί κάτι παρόμοιο: είναι μία πόλη ταυτόχρονα ευρωπαϊκή και ανατολίτικη, μία πόλη με πολλά πρόσωπα, σύγχρονη στην παραλιακή οδό, τρισάθλια βρώμικη στο εσωτερικό της. Πρώτη φορά αντικρίζουν ένα αμάλγαμα βυζαντινών εκκλησιών, εβραϊκών συναγωγών και μουσουλμανικών μιναρέδων. Βιώνουν ένα πραγματικό πολιτισμικό σοκ.
  • Το βιβλίο σας, λοιπόν, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε τις συνθήκες που αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ο γαλλικός στρατός όταν ξέσπασε ο Μεγάλος Πόλεμος. Γνωρίζουμε τον αριθμό τους, τον χρόνο παραμονής τους και τον ρόλο που έπαιξαν στην πόλη;
    Δεν ήταν μόνο ο γαλλικός στρατός, ήταν όλα τα συμμαχικά στρατεύματα της Αντάντ στο Μακεδονικό Μέτωπο: Γάλλοι, άνθρωποι από τις γαλλικές αποικίες, το σημερινό Βιετνάμ, τη Μαδαγασκάρη, τη Βόρεια Αφρική, Άγγλοι, Σέρβοι, Ρώσοι, Ινδοί. Συνολικά στρατοπέδευσαν πάνω από 400 χιλιάδες στρατιώτες στην πόλη και στα περίχωρά της από τον Οκτώβριο του 1915 μέχρι τα τέλη του 1918. Ο ρόλος που διαδραμάτισαν στην πόλη ήταν πολύ σημαντικός, άλλαξαν στην κυριολεξία την καθημερινότητα και τη φυσιογνωμία της. Στην ύπαρξή τους επίσης, οφείλεται και ο αστικός μύθος της Θεσσαλονίκης ως ερωτικής πόλης αφού τα συμμαχικά στρατεύματα ακολούθησε και μια στρατιά από πόρνες. Ας μην ξεχνάμε πως χάρη σε αυτούς τους στρατιώτες έχουμε δείγματα για το πως ήταν η πόλη εκείνη την εποχή, επιστολικά δελτάρια που έστελναν στις οικογένειες τους, φωτογραφίες, ζωγραφιές, ακόμα και ερασιτεχνικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Ακόμα και ο Ερνέστ Εμπράρ που σχεδίασε το νέο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης μετά την πυρκαγιά του 1917, ήταν μέλος της Στρατιάς της Ανατολής.
  • Κεντρικοί ήρωες σ’ αυτή την όμορφη ιστορία ο γάλλος στρατιώτης Στεφάν, νόθος γιος καθολικού ιερέα από την Μπουρζ και η Ραχήλ, γόνος μιας εβραϊκής οικογένειας στη Θεσσαλονίκη. «Τα πιο σπινθηροβόλα μάτια της Σαλονίκης», ήταν εκείνο που τον έκανε να την ερωτευτεί;
    Όχι, δεν είναι έρωτας με την «πρώτη ματιά», τουλάχιστον από την πλευρά του Στεφάν. Ο Στεφάν είναι πάρα πολύ όμορφος άντρας, ξέρει να «χειρίζεται» τις γυναίκες κι είναι αρραβωνιασμένος με την όμορφη και πλούσια Εριέττα. Η Ραχήλ στα μάτια του είναι ένα μικρό άβγαλτο κορίτσι. Όμως η Ραχήλ είναι παθιασμένη με την τέχνη της φωτογραφίας, αυθόρμητη και άδολη. Την ερωτεύεται αργά και σταθερά χωρίς και ο ίδιος να το συνειδητοποιεί.
  • Η Ραχήλ μαθαίνει τη φωτογραφική τέχνη από τον πατέρα της και αφοσιώνεται σ’ αυτή. Σε μια συντηρητική κοινωνία, που το κορίτσι έχει ένα σκοπό, που δεν είναι άλλος από τον γάμο, πόσο θα καταφέρει να επιβάλλει τα θέλω της;
    Η Ραχήλ θα επιβάλλει τα «θέλω» της και θα ακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή που η ίδια θέλει για τον εαυτό της. Η αλήθεια όμως είναι πως δεν θα τα κατάφερνε μόνη της εάν δεν είχε την αμέριστη συμπαράσταση του πατέρα της, του Τζέκο. Ο Τζέκο είναι ένα ελεύθερο πνεύμα της εποχής και δεν διστάζει να πάρει κάποιες ριψοκίνδυνες αποφάσεις για τη ζωή της κόρης του, προκειμένου η Ραχήλ να μην μείνει δέσμια των κοινωνικών προκαταλήψεων.
  • Ένας τραυματισμός, ωστόσο, καταδικάζει τον Στεφάν «σε μια ζωή γεμάτη απομόνωση και θλίψη. Ώσπου, χάρη στον φίλο του τον Αντρέ, θα ανακαλύψει μία ομάδα ανθρώπων, «μικρών θεών», που υπόσχεται μια νέα ζωή”. Θα θέλαμε να μάθουμε κάτι γι αυτούς τους «μικρούς θεούς».
    «Μικρούς θεούς» τους ονόμασα εγώ γιατί στα μάτια μου φάνηκαν μικροί θεοί καθώς έδωσαν πίσω στους ανθρώπους ελπίδα και μία νέα ζωή. Δεν είναι όμως πρόσωπα που δημιούργησε η φαντασία ενός συγγραφέα. Αυτές οι ομάδες ανθρώπων, μία από τις οποίες ήταν η ομάδα της αμερικανίδας γλύπτριας Anna Coleman Ladd, υπό την αιγίδα του Ερυθρού Σταυρού, δημιουργούσαν μάσκες προσαρμοσμένες στα πρόσωπα των τραυματιών, χαρίζοντας τους πίσω το παλιό τους πρόσωπο και τη χαμένη τους αξιοπρέπεια. Η δράση τους ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την ψυχική ηρεμία των τραυματιών. Με το πέρασμα του χρόνου, η δράση τους πέρασε στη λήθη.
  • Οίκτος και απέχθεια είναι τα συναισθήματα των άλλων όταν αντικρίζουν έναν άνθρωπο με τραυματισμένο πρόσωπο. Ποια και πόσο βαριά είναι, όμως, τα συναισθήματα του Στεφάν και εκείνων που αντικρίζουν κάθε μέρα το είδωλό τους στον καθρέφτη;
    Βαθιά δυστυχία. Οι περισσότεροι απεχθάνονται τον ίδιο τους τον εαυτό, δεν μπορούν να αντικρίσουν το είδωλό τους στον καθρέφτη. Ταυτόχρονα, ένα κομμάτι του περίγυρου, τους αντιμετωπίζει ως τέρατα, με αποτέλεσμα την απομόνωσή τους και ό,τι αυτή αποφέρει: κατάθλιψη, εξαρτήσεις, απόσυρση από την οικογένεια και την κοινωνία. Ο Κλεμανσώ ωστόσο, κατά τη διάρκεια της υπογραφής της συνθήκης ειρήνευσης, πήρε μία αντιπροσωπεία από τέσσερις τραυματίες με κατεστραμμένα πρόσωπα μαζί του στις Βερσαλλίες. Οι άνθρωποι αυτοί ευτυχώς, ως ένα μεγάλο βαθμό δεν αποκλείστηκαν από την κοινωνία.
  • “Όταν ο Στεφάν αποβιβάζεται σε αυτή την εξωτική πολιτεία της Ανατολής…» γράφετε στο εξώφυλλο. Να είναι άραγε πραγματικός ο χαρακτηρισμός “εξωτική πολιτεία” από έναν άνθρωπο που την αντίκριζε για πρώτη φορά;
    Όλες οι πηγές και αναφορές της εποχής συντείνουν σε αυτή την αίσθηση. Η Σαλονίκη ήταν πραγματικά μια εξωτική πολιτεία της Ανατολής για όσους την αντίκριζαν πρώτη φορά: βυζαντινές εκκλησίες, ορθόδοξοι παππάδες με μαύρα ράσα και μακριά γένια, Εβραίες με μακριά μαύρα φορέματα, μουσουλμάνες με φερετζέδες, μιναρέδες, άνθρωποι με φέσια και ναργιλέδες. Ακόμα και οι γεύσεις και οι μυρωδιές ήταν εντελώς διαφορετικές.
  • Συνεχίζετε και μ’ αυτό το ιδιαίτερο μυθιστόρημά σας να μας ξεναγείτε στην πόλη μας τη Θεσσαλονίκη. Στην πόλη μας που συνεχίζει να γοητεύει. Και για ακόμη μια φορά, μαθαίνουμε μικρές αλλά πολύ σημαντικές πληροφορίες που μας εκπλήσσουν και μας κάνουν να την αγαπάμε ακόμη πιο πολύ. Ποιο ήταν εκείνο το μικρό στοιχείο που καταφέρατε να βρείτε σ’ αυτή την τελευταία σας έρευνα που γράφοντας της δώσατε μεγαλύτερη αξία;
    Δεν ξέρω αν της έδωσα μεγαλύτερη αξία, απλώς θέλησα να αναδείξω ένα κομμάτι της ιστορίας της που προσωπικά με γοητεύει πολύ και στη νέα γενιά δεν είναι και ιδιαίτερα γνωστό: μια πόλη που όμοια της δεν υπήρχε στον παγκόσμιο χάρτη κι ας έχουν σβηστεί δυστυχώς τα περισσότερα ίχνη εκείνης της εποχής: πρώτα ήταν η πυρκαγιά, ύστερα ήρθε η αντιπαροχή και τα ρήμαξε όλα.
  • «Χαμογελάμε λοιπόν!» συνήθιζε να λέει η Ραχήλ στους ανθρώπους που στέκονταν μπροστά στον φακό της μηχανής της. Νομίζω πως μας δίνετε μια ευκαιρία να βάλουμε αυτή την απλή αλλά συγχρόνως και τόσο αισιόδοξη έκφραση, στην καθημερινότητά μας. Συμβαίνει και με σας;
    Προσπαθώ να εστιάζω στα θετικά της ζωής όσο είναι αυτό εφικτό. Δυστυχώς είναι ανθρώπινο μερικές φορές να «πέφτουμε» και να ξεχνάμε πως η ζωή είναι «αγρίως όμορφη». Ανθρώπινο να πέφτουμε αλλά οφείλουμε πρωτίστως στον εαυτό μας να σηκωθούμε και να του χαρίσουμε ένα μεγάλο χαμόγελο!
  • Πάντως η φράση υιοθετήθηκε από την γαλλική οργάνωση των ανθρώπων με κατεστραμμένα πρόσωπα Gueules Cassées. Θα θέλαμε να μάθουμε κάτι παραπάνω για την οργάνωση αυτή…
    Πρόκειται για μία οργάνωση που ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για να βοηθήσει οικονομικά, ιατρικά ηθικά και κοινωνικά τους ανθρώπους που είχαν τραυματιστεί στο πρόσωπο, πεντακόσιες χιλιάδες από τους οποίους οι δεκαπέντε χιλιάδες πάρα πολύ σοβαρά. Η δράση της συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας και πλέον όπως είναι φυσικό δεν αφορά μόνο τους τραυματίες πολέμου.
  • Στο τέλος του βιβλίου και στο κεφάλαιο ΕΞΟΔΟΣ λύνονται πολλές απορίες σχετικά με την γέννηση της ιστορία σας και τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε. Το εκπληκτικό είναι πως όλα ξεκίνησαν από μία επίσκεψή σας στην 59η Μπιενάλε της Βενετίας και τη γνωριμία σας με την Cecilia Alemani που αξίζει να μάθουμε.
    Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν ξέρεις που μπορεί να συναντήσεις την έμπνευση. Βρισκόμουν στην 59η Μπιενάλε της Βενετίας όπου όλη η σύγχρονη τέχνη βρίσκεται στα καλύτερά της. Ωστόσο, μέσα σε όλα αυτά τα τεράστια και φαντασμαγορικά έργα της σύγχρονης τέχνης, εμένα μου τράβηξε την προσοχή ένα μικροσκοπικό έργο στα πλαίσια μιας έκθεσης που είχε επιμεληθεί η Cecilia Alemani. Αφορούσε μερικές φωτογραφίες ανθρώπων πάνω στα πρόσωπα των οποίων είχε εργαστεί η Anna Coleman Ladd και μερικές πρωτότυπες μάσκες της. Έχασα τον χρόνο μπροστά στο έργο. Από την πρώτη στιγμή, ήξερα πως είχα το θέμα του επόμενου βιβλίου μου.
  • “Η φωτογραφία σε έκανε να πιστεύεις πως αυτό που έβλεπες μπροστά σου ήταν αληθινό, ενώ ήταν το ίδιο ψεύτικο με τους πίνακες. Ήταν αυτό που ήθελε να σου δείξει ο φωτογράφος. Όχι η αλήθεια”. Εδώ θα ήταν καλό να μας μιλήσετε μέσα από την εμπειρία σας στη διαφήμιση και την επικοινωνία, επειδή η παραπάνω πρόταση μας βάζει σε σκέψεις…
    Υπάρχει αντικειμενική αλήθεια άραγε; Δεν νομίζω… τα πάντα είναι θέμα οπτικής. Η αλήθεια είναι μία ψευδαίσθηση. Γιατί η δική μου η αλήθεια να είναι πιο αληθινή από τη δική σας; Και γιατί να είναι ψεύτικη αφού για μας είναι αληθινή; Νομίζω πως μπαίνουμε σε φιλοσοφικά μονοπάτια κι εδώ θα χρειαζόμασταν ώρες ολόκληρες να συζητάμε…

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Οκτώβριος του 1915, Σαλονίκη.
Όταν η Ραχήλ το σκάει από το σπίτι της για να φωτογραφίσει τα γαλλικά πλοία που αγκυροβολούν στο λιμάνι, δε φαντάζεται πως η πόλη της σύντομα θα μεταμορφωθεί σε ένα πολύβουο ανθρώπινο μελίσσι. Όταν ο Στεφάν αποβιβάζεται σε αυτή την εξωτική πόλη της Ανατολής, δεν υποψιάζεται την απελπισία που θα ζήσει στο Ζέιτενλικ, το στρατόπεδο όπου «θερίζουν» η ελονοσία και ο τύφος. Κι ας λένε πώς στο Μακεδονικό Μέτωπο ο πόλεμος μοιάζει με γιορτή.
Ενώ ο φακός της Ραχήλ αιχμαλωτίζει τα μύχια μυστικά των πελατών της, το επιδέξιο χέρι του Στεφάν ράβει κι επουλώνει τις ανθρώπινες πληγές. Σίγουρος για την ομορφιά του, την εξαργυρώνει αβίαστα στα καφέ σαντάν της πόλης.
Ένας τραυματισμός, ωστόσο, τον καταδικάζει σε μια ζωή γεμάτη απομόνωση και θλίψη. Ώσπου, χάρη στον φίλο του τον Αντρέ, θα ανακαλύψει μία ομάδα ανθρώπων, «μικρών θεών», που υπόσχεται μια νέα ζωή.

Ένα οδοιπορικό στη γοητευτική Θεσσαλονίκη των αρχών του εικοστού αιώνα. Ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τις αληθινές ιστορίες των ανθρώπων που έχασαν το πρόσωπό τους αλλά συνέχισαν να αγωνίζονται, να ονειρεύονται και να ερωτεύονται. Μια ιστορία για όλους εκείνους που κρύβουν τόση αγάπη μέσα τους ώστε να γίνονται «μικροί θεοί» για τους άλλους.

Βιογραφικό
Η Σοφία Βόϊκου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε γαλλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Ιστορία της Τέχνης στη Σχολή του Λούβρου. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στην Επικοινωνία και τον Πολιτισμό των Χωρών της Μεσογείου στο Πανεπιστήμιο Sophia Antipolis της Γαλλίας. Από το 1997 δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον χώρο της διαφήμισης και της επικοινωνίας, διευθύνοντας το δικό της δημιουργικό γραφείο. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά. Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορούν συνολικά έντεκα μυθιστορήματά της.