Συγγραφέας του βιβλίου Κόκκινα τετράδια – Εκδόσεις BELL

Ένα νοσταλγικό και με έντονο άρωμα γυναίκας, παράθυρο στην Αθήνα του χθες, μας ανοίγει ο Θωμάς Σιταράς με τα Κόκκινα τετράδιά του. Με χιουμοριστική διάθεση και αφού διέθεσε πολλές ώρες στο ξεφύλλισμα των ψηφιοποιημένων εφημερίδων και περιοδικών της Βιβλιοθήκης της Βουλής, μας δίνει πολλά γαργαλιστικά στιγμιότυπα, που στο βιβλίο αφηγούνται με αυθόρμητο λόγο οι αφηγητές ήρωές του: ένα γκαρσόνι και ένας ταξιτζής, που τα βίωσαν στους εργασιακούς τους χώρους. Έτσι, μεταξύ άλλων, μπαίνουμε στα απόκρυφα των μοδιστράδικων του Μεταξουργείου, παρακολουθούμε λεσβιακά συμπλέγματα, επισκεπτόμαστε το Ελδοράδο των γυναικών της Ερμού, τρυπώνουμε στις φιγιέρες της αμαρτωλής Αθήνας. Ρωτήσαμε τον συγγραφέα που ζει στην Αθήνα του σήμερα αν θα μπορούσε να περιγράψει την πόλη με την ίδια χιουμοριστική διάθεση. Ιδού η απάντησή του στο Vivlio-life: «Σίγουρα όχι. Ζούμε δύσκολες, τοξικές εποχές. Η φοβερή τεχνολογία και οι διευκολύνσεις που παρέχει φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά την ανθρωπιά. Γι’ αυτό, νομίζω, στρεφόμαστε πολλές φορές νοσταλγικά προς τα πίσω!»

  • Το βιβλίο σας ξεχωρίζει για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι οι διαστάσεις του: 22Χ22! Πως καταλήξατε σ’ αυτή την επιλογή, που σε συνδυασμό με τις 432 σελίδες του, εντυπωσιάζει με τον όγκο του;
    Για να δώσουμε την καλύτερη δυνατή εικόνα στον αναγνώστη για την εποχή που μιλάμε (1920-1940), χρειάστηκαν πολλές φωτογραφίες, γελοιογραφίες και αποκόμματα. Όλα αυτά θα «έχαναν» σε μικρότερο μέγεθος. Όσον αφορά τις πολλές σελίδες είναι τόσο συναρπαστικό το αφήγημα, που δεν μας έκανε καρδιά να αφαιρέσουμε ούτε μισή σελίδα.
    Αλλά θα αδικούσαμε το βιβλίο στο σημείο αυτό αν δεν αναφέραμε και το φοβερό εξώφυλλό του, που το κάνει να ξεχωρίζει σε μια γεμάτη βιβλία βιτρίνα.
  • Ένας δεύτερος και βασικός λόγος που τραβά την προσοχή μας είναι επειδή οι ιστορίες που μας διηγείστε «γράφτηκαν ουσιαστικά από ένα γκαρσόνι και ένα ταξιτζή τη δεκαετία του 1930». Να τους γνωρίσουμε;
    Οι δύο «ήρωες» μου, μεταφέρουν με τον δικό τους αυθόρμητο λόγο αυτά που βίωσαν στον εργασιακό τους χώρο. Και είναι τόσα πολλά και ανήκουστα αυτά τα αφηγήματα, που κινδυνεύουν να χαρακτηρισθούν σαν μυθοπλασία δύο κολασμένων εγκεφάλων!
  • Πώς βρέθηκαν στα χέρια σας τα ημερολόγια και οι μοναδικές προσωπικές τους καταγραφές;
    Βασικά, μέσα από την δημοσίευση των απομνημονευμάτων τους στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ. Υπάρχουν βεβαίως και παρεμβάσεις κυρίως με επεξηγηματικό και συμπληρωματικό δικό μου υλικό, όπου κρίθηκε αναγκαίο.
  • Στην έκδοση αυτή ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να διαβάσει δημοσιεύματα παλιά και να διασκεδάσει με σπάνια σκίτσα και γελοιογραφίες της εποχής που πραγματεύεστε. Με ποιο τρόπο συλλέξατε αυτό το υλικό;
    Ξεφυλλίζοντας αμέτρητες σελίδες εφημερίδων και περιοδικών. Ευτυχώς για μένα η Βιβλιοθήκη της Βουλής έχει ψηφιοποιήσει όλο τον έντυπο τύπο των παλιών χρόνων, και έτσι δούλεψα πιο άνετα από το σπίτι.
  • Ενσφηνωταί – μπανιστηρτζήδες – επιδειξίες – εφαψίες… Οι τρεις τελευταίοι τύποι ανδρών πάνω κάτω μας είναι γνωστοί. Ποιοι, όμως, είναι οι ενσφηνωταί στους οποίους κάνει αναφορά ο ταξιτζής σας;
    Είναι μια υποκατηγορία αυτών που βάζουν χέρι. Δρουν κυρίως στις στάσεις λεωφορείων και τραμ, εκεί που υπάρχει μεγάλη κίνηση π.χ. στην Ομόνοια. Αφήνουν να μπει ο κόσμος, και όταν αρχίσει να γίνεται το αδιαχώρητο και δουν γυναίκα, ορμούν, τάχατες να προλάβουν και αυτοί, σπρώχνοντας με ειδικές κινήσεις τα οπίσθια του δύστυχου θηλυκού…
  • Και μιας και μιλάμε για τον ένα από τους δυο «συντάκτες» των κόκκινων τετραδίων πείτε μας το λόγο που χαρακτηρίζετε τον ταξιτζή σας… κολασμένο;
    Σαν πιο θρασύς δεν περιορίστηκε μόνο να παρατηρεί, αλλά δεν έχανε ευκαιρία να συμμετέχει ενεργά στα δρώμενα!
  • Με το βιβλίο σας μαθαίνουμε τι σήμαινε αμπάρωμα την εποχή του Όθωνα, κρυφογελάμε με τα λεσβιακά συμπλέγματα, μπαίνουμε στο Ελδοράδο των γυναικών στην Ερμού, στα απόκρυφα των μοδιστράδικων του Μεταξουργείου, αλλά τρυπώνουμε μαζί σας και στις φιγιέρες της αμαρτωλής Αθήνας. Μέσα από το υλικό που είχατε στη διάθεσή σας βγάλατε ένα δικό σας συμπέρασμα για τη θέση της γυναίκας της δεκαετίας του 1930;
    Η γυναίκα της δεκαετίας του 1930 έχει κερδίσει πλέον την θέση της στην Κοινωνία, και είναι κάθε άλλο παρά η παρείσακτη του 19ου Αιώνα. Εργάζεται. Δεν εξαρτάται από το χαρτζιλίκι του μπαμπά -δεν είναι λίγες οι φορές που συντηρεί την οικογένεια. Ακόμη και σαν νοικοκυρά διευθύνει το σπίτι της σίγουρα με άλλο αέρα.
    Η παρουσία των νεαρών κοριτσιών, από την Σμύρνη και τα άλλα μέρη, μετά το 1922, ξελόγιασε σε μεγάλο βαθμό τις συντηρητικές Αθηναίες. Η δημιουργία μιας νέας τάξης νεόπλουτων, που εκμεταλλεύτηκαν με απίστευτες πράξεις νοθείας και αισχροκέρδειας το προσφυγικό κομφούζιο, ήταν αυτή που πρωταγωνίστησε στην σεξουαλική επανάσταση εκείνης της εποχής. Εξ ου και η «φιγιέρα», που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η θηλυκή γκαρσονιέρα!
    Βεβαίως δεκαετίες συντηρητισμού, δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα από την μία μέρα στην άλλη, και θα ήταν άδικο να περιπέσουμε σε γενικότητες. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι γεγονός πως η ρομαντική εποχή πρέπει να θεωρείται λήξασα…
  • «Αν είχαν μιλιά τα σεπαρέ…» Τι θα μας έλεγαν άραγε;
    Μα, αυτά που ο πουριτανισμός σκούπιζε κάτω από το χαλί!
  • Πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε κατά τη συγγραφή η διάθεσή σας να προσεγγίσετε με χιούμορ γεγονότα και συναισθήματα, ακόμη και όταν έπρεπε να περιγράψετε και καταστάσεις δύσκολες;
    Όταν γράφεις για εκείνη την εποχή πρέπει οπωσδήποτε να λάβεις υπόψη σου πως οι άνθρωποι τότε είχαν μια αφοπλιστική αγαθότητα –με την καλή έννοια-, διάθεση για ζωή και διασκέδαση, και ανεξάντλητο χιούμορ. Αυτό πρέπει να περάσει σε κάθε αφήγημα, όσο δύσκολο και αν είναι καμιά φορά.
  • Το νοσταλγικό παράθυρο που μας ανοίξατε μέσα από τα Κόκκινα Τετράδια μας έβαλε για τα καλά στην Παλιά Αθήνα. Εσείς γεννηθήκατε και ζείτε στην Αθήνα του σήμερα και αναρωτιέμαι αν χωράει η ίδια χιουμοριστική διάθεση στην περιγραφή της καθημερινότητάς της…
    Σίγουρα όχι. Ζούμε δύσκολες, τοξικές εποχές. Η φοβερή τεχνολογία και οι διευκολύνσεις που παρέχει φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά την ανθρωπιά. Γι’ αυτό, νομίζω, στρεφόμαστε πολλές φορές νοσταλγικά προς τα πίσω!
  • Αν μπορούσατε να ταξιδέψετε στο χρόνο και να φθάσετε στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, σε ποια γωνιά της Αθήνας θα θέλατε να πιείτε τον καφέ σας το πρωί, και το κρασί σας το βράδυ και ποιος ή ποια από τους ήρωές σας θα θέλατε να σας συνοδεύει;
    Πρωί για καφεδάκι και πολιτικό κουτσομπολιό στου Ζαχαράτου στο Σύνταγμα. Απόγευμα για μια σοκολατίνα και διακριτικό φλερτ στου Γιαννάκη της Πανεπιστημίου. Το βράδυ, μα πού αλλού, στα στενά της Πλάκας και του Ψυρρή για ρετσινούλα, μεζέ, και μελωδικές καντάδες.
    Η βραδινή παρέα μου: Ο ταξιτζής για πονηρές τσάρκες μετά…
  • Όσοι διαβάζουν το βιβλίο σας είναι βέβαιο πως περνούν καλά. Διασκεδάζουν! Εσείς πόσο καλά περάσατε γράφοντας για τη σεξουαλική αφύπνιση της δεκαετίας του 1930;
    Ξαφνιάστηκα ευχάριστα για όσα διαπίστωσα ότι γινόντουσαν εκείνες τις εποχές. Δεν θα ξαφνιαζόμουνα για το Παρίσι. Αλλά στην «σεμνή» Αθήνα μας; Πόσο πια διακριτική μπορεί να είναι μια δεσποινιδούλα του 1930;
  • Σύμφωνα με το βιογραφικό σας από το 2011 ασχολείστε με την Αθηναιογραφία. Πείτε μας δυο λόγια για το λογοτεχνικό αυτό είδος, πότε ξεκίνησε και πόσο διαδεδομένο είναι στη χώρα μας.
    Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία. Θα πρέπει εδώ να διευκρινιστεί ότι ο όρος «Παλιά Αθήνα» είναι περισσότερο χρονικού χαρακτήρα και όχι τοπικού. Γράφουμε δηλαδή για όλη την Ελλάδα.
    Μεταπολεμικά ο ακούραστος Γιάννης Καιροφύλας μας έδωσε από το 1978 πάμπολλα βιβλία για εκείνη την εποχή. Νοσταλγία αλλά και περιέργεια έχουν, ευτυχώς για εμάς, σε πείσμα των καιρών μεγάλη πέραση, παραδόξως και σε νεώτερες γενιές.
    Βεβαίως μέσα στα χιλιάδες βιβλία, που κυκλοφορούν στην χώρα μας κάθε χρόνο, αυτού του είδους η λογοτεχνία –ας την χαρακτηρίσω «Κοινωνική Ηθογραφία» έχει μετρημένη συμμετοχή.
    Θα ήταν όμως κρίμα να μην αναφέρω εδώ τους πάμπολλους ερευνητές-λαογράφους που έγραψαν κάτι για την μικρή τους πατρίδα.
    Κλείνοντας, οφείλω να ευχαριστήσω τον κάθε μορφής Τύπο για την δημοσιότητα που μας παρέχει με τον τρόπο του.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Τα «Κόκκινα τετράδια» γράφτηκαν ουσιαστικά από ένα γκαρσόνι και έναν ταξιτζή τη δεκαετία του 1930. Αυτοί οι δύο αφανείς χρονικογράφοι, μέσα από την οξυδερκή ματιά τους σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον που τους επέτρεπε να παρατηρούν τα πάντα, γίνονται μάρτυρες της μεγάλης αλήθειας που δεν αποτυπώθηκε ποτέ στα επίσημα βιβλία. Μέχρι τώρα.
Στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιγράφεται με χιούμορ και αφοπλιστική ειλικρίνεια η σεξουαλική αφύπνιση της Ελλάδας του Μεσοπολέμου. Σε μια κοινωνία που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον πουριτανισμό και την απελευθέρωση, οι δύο άντρες καταγράφουν ψιθύρους, βλέμματα, εξομολογήσεις· μικρές καθημερινές εκρήξεις του αθόρυβου ερωτικού ρεύματος που διαπερνούσε την εποχή.
Ένα βιβλίο-ντοκουμέντο. Ένα σπάνιο παράθυρο στην άλλη Ελλάδα της δεκαετίας του 1930. Γιατί, όπως έγραψε και ο διεθνής Τύπος: δεν ήμασταν αθώοι, ήμασταν οι πιο επιμελείς μαθητές του αμαρτωλού Παρισιού -απλώς πιο διακριτικοί από τους Γάλλους.

Βιογραφικό
Ο Θωμάς Σιταράς γεννήθηκε το 1943 στην Αθήνα από γονείς Κωνσταντινουπολίτες. Αριστούχος απόφοιτος της Λεοντείου Σχολής, σπούδασε, ως υπότροφος του Βαυαρικού Υπουργείου Παιδείας, Οικονομικά και Δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ολοκλήρωσε την Πανεπιστημιακή του εκπαίδευση µε μεταπτυχιακές σπουδές στο Μάρκετινγκ στο ίδιο Πανεπιστήμιο.
Εργάστηκε στη Γερμανία, στην εταιρεία Ηλεκτρονικών Υπολογιστών «Honeywell». Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, απασχολήθηκε επί σειρά ετών ως ∆ιευθυντής Μάρκετινγκ στον βιομηχανικό όµιλο «Α. Πετζετάκις ΑΒΕΕ» και σε άλλες μικρότερες επιχειρήσεις.
Πέραν της συγγραφής επιστημονικών βιβλίων της ειδικότητάς του, ασχολήθηκε συστηματικά με την Aθηναιογραφία. Έχει συγγράψει εννέα βιβλία για την Παλιά Αθήνα, ενώ διαχειρίζεται συστηματικά από το 2012 τον ιστότοπο www.paliaathina.com – ένα διαδικτυακό Μουσείο για την Αθήνα της περιόδου 1834-1940.
Από το 2015 είναι συνεργάτης της διαδικτυακής έκδοσης της εφημερίδας Πρώτο Θέμα, με δημοσιεύσεις γύρω από την Παλιά Αθήνα.
(FB: Σιταράς Θωμάς)