Μεταφραστής της επιλογής ποιημάτων Η Παμφίλη στον Αμφίλανθο της Lady Mary Wroth – Εκδόσεις Συρτάρι
Τη συλλογή ποιημάτων της Lady Mary Wroth, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1621 αλλά «δεν έλαβε τη δέουσα προσοχή από τους κριτικούς λογοτεχνίας», μετέφρασε ο Κώστας Μαντζάκος. Πρωταγωνιστές του: η Παμφίλη, ο Αμφίλανθος και ο παθιασμένος τους έρωτας. Τι τον οδήγησε σ’ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα επιλογή; Όπως λέει στο Vivlio-life “Ήταν ελκυστικό να ασχοληθώ με μια τόσο φιλόδοξη εργασία: αντίθετα με την επικρατούσα αντίληψη της εποχής μας, που απορρίπτει το μουσειακό σαν περιττό, για μένα ήταν μια πρόκληση να δοκιμάσω την αντοχή του υλικού και να δείξω ότι δεν έχει μόνο ιστορικό ενδιαφέρον”. Τι πρέπει να προσέξει, όμως, ο μεταφραστής ποίησης ώστε να μην αλλοιώσει ένα αγγλικό στίχο; «Αυτό που στα αγγλικά αποκαλούν register: που συνδυάζει το ιδίωμα, αλλά και τον δεσπόζοντα τόνο, αν είναι τρυφερός, ειρωνικός κτλ. Αυτό είναι που δεν πρέπει να αλλοιωθεί, και γι αυτό πολλές φορές αλλάζουμε το λεκτικό, αν αυτό δεν λειτουργεί στα ελληνικά με τον ίδιο τρόπο, για να κρατήσουμε το πνεύμα του έργου»

- Τι θα λέγατε να ξεκινήσουμε τη συνομιλία μας αφού πρώτα μας δώσετε πληροφορίες για την ποιήτρια Lady Mary Wroth;
Η Lady Mary Wroth (1587 – 1652) ανήκε σε μια γνωστή οικογένεια λογίων. Ο θείος της Sir Philip Sidney, ήταν ίσως ο πιο γνωστός σονετογράφος της εποχής και είχε διαπρέψει ακριβώς στο είδος αυτό: τον κύκλο σονέτων. Η Wroth ήταν η πρώτη γυναίκα στην Αγγλία, που έγραψε κύκλο ερωτικών σονέτων, αν και μετά το 1600 το είδος είχε αρχίσει να παρακμάζει. ‘Ισως αυτό να εξηγεί και το γιατί το έργο της υπήρξε σχετικά παραμελημένο. Στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, όταν ο George Ballard συνέταξε μια συλλογή-ορόσημο με τις βιογραφίες σημαντικών Αγγλίδων συγγραφέων, παρέλειψε τη Wroth, επειδή δεν μπορούσε να βρει αρκετό υλικό για τη ζωή της. Γνωρίζουμε όμως ότι αρχικά έπαιξε εξέχοντα ρόλο στις εκδηλώσεις του παλατιού, παίρνοντας μέρος σε διάφορες παραστάσεις, ειδικά στις σημαντικές συνεργασίες του Inigo Jones και του Ben Jonson. Ο Jonson ενθάρρυνε το λογοτεχνικό της ταλέντο και της αφιέρωσε ένα από τα ωραιότερα θεατρικά του έργα, τον «Αλχημιστή», στον πρόλογο του οποίου την περιγράφει ως «τη Χάρη και τη Δόξα των γυναικών». - Η συλλογή της δημοσιεύτηκε το 1621, αλλά όπως μας ενημερώνετε στο οπισθόφυλλο «δεν έλαβε τη δέουσα προσοχή από τους κριτικούς λογοτεχνίας». Έλαβε, όμως, τη δική σας δέουσα προσοχή, αλλά και του Πάνου Αντωνόπουλου των εκδόσεων Συρτάρι. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να μεταφράσετε τη συγκεκριμένη συλλογή;
Τα ποιήματα αυτά είχαν μια μάλλον μπερδεμένη εκδοτική πορεία, κυκλοφόρησαν αρχικά σε χειρόγραφα, αλλά στη βασική τους έκδοση λειτουργούσαν σαν ποιητικά ιντερλούδια σε ένα πεζό έργο: «The Countesse of Montgomeries Urania». Έχοντας μεταφράσει πρόσφατα τον ερωτικό κύκλο «Μοιραία Συνάντηση» της μεσοπολεμικής Edna St. Vincent Millay (52 σονέτα), αποφάσισα να εξερευνήσω τις λογοτεχνικές της προκατόχους. Έπρεπε βέβαια να κάνω μια επιλογή, καθώς ο κύκλος της Wroth περιέχει πάνω από 100 σονέτα και τραγούδια. Ήταν ελκυστικό να ασχοληθώ με μια τόσο φιλόδοξη εργασία: αντίθετα με την επικρατούσα αντίληψη της εποχής μας, που απορρίπτει το μουσειακό σαν περιττό, για μένα ήταν μια πρόκληση να δοκιμάσω την αντοχή του υλικού και να δείξω ότι δεν έχει μόνο ιστορικό ενδιαφέρον. Αν και αυτό για μένα θα αρκούσε, ελπίζω το αποτέλεσμα να είναι κάτι παραπάνω από στεγνά φιλολογικό. - Παμφίλη και Αμφίλανθος. Το όνομα που έδωσε η ποιήτρια στο γυναικείο χαρακτήρα των ποιημάτων της, παραπέμπει στην Ελληνίδα ιστορικό Παμφίλη την Επιδαυρία. Είναι σωστός ο προσανατολισμός της αναζήτησής μου;
Τα «ελληνικά» του ευρωπαϊκού μπαρόκ είναι από δεύτερο, αν όχι από τρίτο, χέρι: κατασκευές της ιταλικής, αρχικά, Αναγέννησης από λατινικές, περισσότερο, μνήμες. Είναι συμβατικά ονόματα φτιαγμένα για τις φιγούρες μιας ουτοπικής, ποιμενικής ‘’Αρκαδίας’’, τόσο στη λογοτεχνία, όσο και στη μουσική, όπως βλέπουμε στις καντάτες των αναγεννησιακών και μπαρόκ συνθετών. - «Το όνομα της Παμφίλης αντανακλά τη δοτική και συμπονετική της φύση, ενώ έλκεται από τον –όπως μαντεύουμε- άστατο Αμφίλανθο». Αναζητώντας τα ίχνη του δεύτερου χαρακτήρα, δε βρήκα κάτι σχετικό, οπότε περιμένουμε από εσάς να μας εξηγήσετε ποιος είναι αυτός ο άνδρας.
Ο William Herbert, τρίτος κόμης του Pembroke (1580-1630) και πρώτος της ξάδερφος. Συμμεριζόταν το έντονο ενδιαφέρον της για τη λογοτεχνία και υπήρξε γνωστός μαικήνας της τέχνης. Ήταν χορηγός του Jonson κι ο Shakespeare του είχε αφιερώσει το First Folio. Η αφιέρωση αυτή καθώς και διάφορες λεπτομέρειες (αρχικά ονόματος/ βιογραφία), συνέδεσαν περαιτέρω το όνομα του Pembroke με το Σαιξπηρικό έργο: από πολλούς θεωρείται ότι, κατά πάσα πιθανότητα, υπήρξε ο “fair youth” των Σαιξπηρικών σονέτων. Η σχέση του με την Mary Fitton, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας, έδωσε ένα παραπάνω έναυσμα για την υπόθεση αυτή. Η Fitton έγινε ερωμένη του και σύντομα έμεινε έγκυος. Τον Φεβρουάριο του 1601 ο Pembroke στάλθηκε στη φυλακή, αφού παραδέχτηκε την πατρότητα, αλλά αρνήθηκε να την παντρευτεί. Τον Μάρτιο η Mary γέννησε ένα αγοράκι που πέθανε αμέσως. Τόσο η Fitton όσο και ο Pembroke αποβλήθηκαν από το παλάτι. Η σχέση τους είναι η βάση για τον ισχυρισμό ότι η Fitton ήταν η “dark lady” των σονέτων του Σαίξπηρ. Ο πρώτος που έκανε αυτήν την πρόταση, ήταν ο Thomas Tyler στον πρόλογο της έκδοσης των Σονέτων, το 1890. Όταν ανακαλύφθηκε το 1897 ένα πορτρέτο της Fitton, που την έδειχνε να έχει ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα, καστανά μαλλιά και γκρίζα μάτια, η υπόθεση έχασε την αξιοπιστία της. Εξάλλου, μεταγενέστεροι σχολιαστές αξιολόγησαν την απεικόνιση του ανταγωνισμού για τη «σκοτεινή κυρία» στα σονέτα, σαν μια πλασματική συνθήκη που παρουσιάζεται ποιητική αδεία. - Τους ένωνε ένας παθιασμένος έρωτας. Τι ήταν άραγε εκείνο που έκανε αυτό το δεσμό τόσο ισχυρό; Ότι ήταν μια εξωσυζυγική σχέση ή πως ήταν πρώτα ξαδέλφια;
Αν και η αιμομιξία ήταν ένας επίμονος λογοτεχνικός τόπος της εποχής, ένας γάμος μεταξύ ξαδερφιών δεν ήταν τόσο σπάνιος. Δεν ξέρουμε κατά πόσο ο έρωτας του Pembroke ήταν παθιασμένος, σαφώς ήταν μια διέξοδος για εκείνον από έναν γάμο συμφέροντος. Τους ένωνε επίσης η ενασχόληση με την ποίηση και την τέχνη. Ο Pembroke υπήρξε βέβαια γυναικάς και η Wroth ήταν μία από τις πολλές κυρίες της αυλής που συνδέονταν μαζί του. Μετά το θάνατο του η οικογένεια του βοήθησε τα παιδιά που είχε με την ποιήτρια, η οποία, σαν χήρα, αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Η γέννηση των νόθων αυτών παιδιών εξάλλου, της κόστισε την θέση που είχε στο παλάτι, είτε λόγω του σκανδάλου, είτε γιατί ίσως αποσύρθηκε εθελοντικά και αφιερώθηκε στο έργο της και στα παιδιά της. Θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς σαν την «φωτεινή κυρία» του Σαιξπηρικού κύκλου. - Ας περάσουμε τώρα στη μετάφραση της συλλογής. Πόσο εύκολο αποδείχτηκε το εγχείρημα να τη μεταφράσετε και ποια θεωρείτε πως ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που είχατε να αντιμετωπίσετε;
Ένα πρακτικό πρόβλημα ήταν η επιλογή ανάμεσα στις τέσσερις εκδοχές του έργου που έχουν διασωθεί. Συχνά η Wroth όχι μόνο προσθέτει ή αφαιρεί ποιήματα, αλλά και διορθώνει, διασαφηνίζοντας την αρχική της ιδέα, οπότε έπρεπε να πάρω υπόψη μου τις διορθώσεις αυτές. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν προφανώς η φόρμα, σφιχτή και αυστηρή, πώς να μην καταντήσει μονότονη η επανάληψη της ρίμας, αλλά και να μην προδοθεί το πνεύμα της συλλογής: η έκφανση του πάθους σε μια ευρεία γκάμα από την απελπισία μέχρι την σύνεση στα τελικά σονέτα. Ένας κύκλος ερωτικών σονέτων που απευθύνεται σε κάποιον (εδώ, στον «Αμφίλανθο) έχει αναγκαστικά μια περιορισμένη θεματολογία και η δυσκολία είναι πώς να κρατηθεί και να επικοινωνηθεί η ποικιλία που η ποιήτρια επιχειρεί στη διαχείριση του υλικού της· ή πάλι η εμμονικότητα του υλικού να περάσει σαν δείγμα της συναισθηματικής έντασης και όχι σαν μονοτονία ή φτώχεια ιδεών. - Ο θησαυρός λέξεων της ελληνικής γλώσσας είναι ανεξάντλητος. Αποτελεί εργαλείο στα χέρια σας ή προτιμάτε να κάνετε κυριολεκτική μετάφραση;
Η μετάφρασή μου είναι πιστή, αν και όχι απόλυτα κυριολεκτική. Αυτοσχεδιάζω κάποιες φορές που ο ελληνικός γλωσσικός πλούτος, όσο ανεξάντλητος κι αν είναι, δυσκολεύεται να αποδώσει έννοιες με αρκετή ακρίβεια, γιατί δεν είναι εύκολο να γεφυρωθεί η πολιτισμική διαφορά. Συχνά μου συμβαίνει να μη βρίσκω εκφράσεις αρκετά μετριοπαθείς, που λειτουργούν περισσότερο με υποβολή, έχουμε μια αγάπη στην ‘’υπέρβαση’’, που δε τη συμμερίζονται οι Άγγλοι. Οι εικόνες της ισπανικής ποίησης είναι πιο κοντά σε μας, για παράδειγμα. Στην ποίηση το πρόβλημα αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό, στο θέατρο -που επίσης μεταφράζω- είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες δυσκολίες, ειδικά στην επιλογή, όχι τόσο της λέξης, αλλά της φράσης. - Τι πρέπει να προσέξει ο μεταφραστής ποίησης ώστε να μην αλλοιώσει ένα αγγλικό στίχο, όταν βρίσκεται μπροστά στην πρόκληση να αντικαταστήσει κάποια λέξη, εφόσον απευθύνεται σε Έλληνες αναγνώστες;
Αυτό που στα αγγλικά αποκαλούν register: που συνδυάζει το ιδίωμα, αλλά και τον δεσπόζοντα τόνο, αν είναι τρυφερός, ειρωνικός κτλ. Αυτό είναι που δεν πρέπει να αλλοιωθεί, και γι αυτό πολλές φορές αλλάζουμε το λεκτικό, αν αυτό δεν λειτουργεί στα ελληνικά με τον ίδιο τρόπο, για να κρατήσουμε το πνεύμα του έργου. Κι αν δε μπορέσουμε κάποιες φορές να το κάνουμε ικανοποιητικά, το βάζουμε «εις το πηλίκον» για να το υποβάλουμε στην επιλογή κάποιας γειτονικής λέξης ή φράσης. - Λένε πως ο καλός μεταφραστής ποίησης πρωτίστως πρέπει να είναι ο ίδιος ποιητής. Συμφωνείτε;
Κι αν δεν είναι, θα γίνει, αν κρίνω από τη δική μου περίπτωση. Σαφέστατα βοηθάει να υπάρχει αυτή η ευχέρεια να κάνεις άλματα στη φαντασία, να έχεις ένα αυτί για το μέτρο και τον ρυθμό, που δεν είναι ίσως τόσο αναγκαία στη μετάφραση ενός πεζού. Προσωπικά με δυσκολεύει το πεζό περισσότερο από την ποίηση. Κι επειδή μεταφράζω κυρίως έμμετρα έργα, η φυσική μου ευκολία στη ρίμα και τον ρυθμό είναι μεγάλη βοήθεια, παρ’ όλο που τα δικά μου γραπτά δεν είναι έμμετρα τα ίδια. - Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συλλογής είναι πως ο τελευταίος στίχος κάθε σονέτου επαναλαμβάνεται στην αρχή του επόμενου, ενώ το τελευταίο σονέτο κλείνει με τον πρώτο στίχο της ομάδας αυτής. Μιλήστε μας γι αυτή τη μέθοδο.
Αυτό συμβαίνει μόνο σε έναν αυτόνομο κύκλο 14 ποιημάτων μέσα στη γενικότερη συλλογή. Αποτελεί μίμηση της ιταλικής coronaκαι η ακόμα πιο σφιχτή σχέση εξάρτησης μεταξύ των ομοιοκαταληξιών, εύκολα κυλάει στη μονοτονία – αν αρχίζουμε με τον στίχο του προηγούμενου ποιήματος η ρίμα θα παραμείνει ΚΑΙ στους μισούς στίχους της αρχής του επομένου. Σε κάποιο ποίημα απ’ αυτά μάλιστα, δεν αλλάζουν οι ρίμες στο δεύτερο μισό, ως είθισται. ΌΛΟ το ποίημα περιέχει δυο ρίμες και μάλιστα τέσσερις μόνο λέξεις, τις ίδιες. Σε μας ίσως φαίνεται τρομερά τεχνητό, αλλά σε αυτό «φταίνε» τα δικά μας μοντέρνα κριτήρια και όχι αναγκαστικά η ποιήτρια και η εποχή της, που περηφανευόταν ακριβώς για αυτή την δεξιοτεχνία. . - Αφού μας δώσετε δυο στίχους όπου μπορούμε να διακρίνουμε αυτό τον τρόπο γραφής, θα θέλαμε να γνωρίζουμε αν υπάρχουν Έλληνες ποιητές, οι οποίοι έχουν επηρεαστεί από την ιταλική corona.
Επειδή με δυο στίχους μόνο δε θα ήταν εύκολο, θα αναφέρω την αρχή και το τέλος της συγκεκριμένης corona, του στέφανου, όπως μεταφράζεται:
Σ’ αυτόν τον παράξενο λαβύρινθο πού να στραφώ;
Παντού έχει δρόμους, αλλά ο δικός μου έχει χαθεί.
Αν πάω δεξιά, στη φωτιά εκεί θε να καώ.
Να προχωρήσω, μα κίνδυνος κι εκεί καραδοκεί.
(…)
Όλες τις δυνάμεις της μαζεύει η καταραμένη ζήλια
να με ξεκάνει· έτσι βλέπω πόσο έχω ζημιωθεί.
Έτσι, αν κι απ’ του Έρωτα καίω τον πυρετό,
σ’ αυτόν τον παράξενο λαβύρινθο πού να στραφώ;
Όπως βλέπουμε, πρόκειται για Σαιξπηρικού τύπου σονέτα, όπου οι δυο τελευταίοι στίχοι ομοιοκαταληκτούν. Δεν έχω υπόψη μου κάποιον Έλληνα ποιητή που να έγραφε κύκλους σονέτων πάνω στο ίδιο θέμα. Εξάλλου οι Έλληνες λογοτέχνες άρχισαν αρκετά αργότερα, που η μόδα τους είχε περάσει, ακόμα και στη Γερμανία του Ρομαντισμού, όπου οι κύκλοι τραγουδιών και ποιημάτων είχαν πάλι μια άνθηση.
- Η μετάφραση είναι ένα ιδιαίτερο και πολύ απαιτητικό κομμάτι της λογοτεχνίας, επειδή οι μεταφραστές είναι εκείνοι που δίνουν νέα ζωή σ’ ένα κείμενο ή στίχο. Στην Ελλάδα, πιστεύετε πως τους δίνουμε την προσοχή που τους αξίζει;
Θεωρητικά ναι. Είναι γνωστό πόσο αποτρεπτικά μπορεί να λειτουργήσει μια αδύναμη ή και κακή μετάφραση. Επίσης είναι σημαντικό να μεταφράζονται τα κλασικά κείμενα εκ νέου, γιατί κάθε γενιά τα επανεξετάζει από άλλη σκοπιά και με διαφορετικό λεκτικό και κυρίως νοοτροπία. Στην κωμωδία ειδικά είναι απόλυτα απαραίτητο. Πρακτικά όμως, η κρίση στο βιβλίο και στη φιλαναγνωσία, σημαίνει ότι συχνά η δουλειά αυτή όχι μόνο δεν πληρώνεται καλά, όταν πληρώνεται, αλλά και ότι τουλάχιστον τα μισά από τα πρότζεκτ που συζητιούνται, δε θα υλοποιηθούν. Τελευταία κάποιοι εκδότες ζητούν ακόμα και οικονομική ενίσχυση από τους μεταφραστές ή και να αναλάβουν το θέμα της διαφήμισης.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Lady Mary Wroth ήταν η πρώτη Αγγλίδα ποιήτρια που έγραψε κύκλο ερωτικών σονέτων. Αν και η συλλογή της δημοσιεύτηκε το 1621, δεν έλαβε τη δέουσα προσοχή από τους κριτικούς λογοτεχνίας. Ωστόσο, η ποίησή της αναγνωρίστηκε από αρκετούς σύγχρονούς της: ο Ben Jonson επαίνεσε τα σονέτα για την ψυχολογική ανάλυση του έρωτα και δήλωσε ότι οι στίχοι της τον έκαναν «καλύτερο εραστή κι ακόμα καλύτερο ποιητή». Τα χειρόγραφα με την έντυπη έκδοση διαφέρουν κυρίως ως προς την επιλογή και τη σειρά των επιμέρους ποιημάτων, αλλά παρουσιάζουν τα ίδια δύο κεντρικά πρόσωπα: την Παμφίλη, το ποιητικό «εγώ» των σονέτων, και τον αγαπημένο της Αμφίλανθο. Επιλέγοντας ονόματα ελληνικής προέλευσης για τους χαρακτήρες της, η Wroth ακολούθησε το μοντέλο του “Astrophil and Stella” του θείου της, Sir Philip Sidney, ενός από τους πρώτους και πιο επιδραστικούς κύκλους αγγλικών σονέτων. Το όνομα της Παμφίλης αντανακλά τη δοτική και συμπονετική της φύση, ενώ έλκεται από τον -όπως μαντεύουμε- άστατο Αμφίλανθο. Αφορμή για τη συγγραφή του έργου υπήρξε η σχέση της ποιήτριας με τον πρώτο της ξάδερφο, με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά: ο William Herbert, κόμης του Pembroke, υπήρξε φιλότεχνος χορηγός και το όνομά του συνδέθηκε με το Σαιξπηρικό έργο· από πολλούς θεωρείται ότι κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε ο “fair youth” των Σαιξπηρικών σονέτων. Αξιοπρόσεκτη είναι μια εσωτερική ομάδα 14 σονέτων, ένας «στέφανος», όπως τον αποκαλεί, που πραγματικά μοιάζει με κυκλικό στέμμα ή στεφάνι, γιατί η ποιήτρια μιμείται την ιταλική corona, στην οποία ο τελευταίος στίχος κάθε σονέτου επαναλαμβάνεται στην αρχή του επόμενου, ενώ το τελευταίο σονέτο κλείνει με τον πρώτο στίχο της ομάδας αυτής: Σ’ αυτόν τον παράξενο λαβύρινθο πού να στραφώ; Παντού έχει δρόμους, αλλά ο δικός μου έχει χαθεί. Αν πάω δεξιά, στη φωτιά εκεί θε να καώ. Να προχωρήσω, μα κίνδυνος κι εκεί καραδοκεί. […] Όλες τις δυνάμεις της μαζεύει η καταραμένη ζήλια να με ξεκάνει· έτσι βλέπω πόσο έχω ζημιωθεί. Έτσι, αν κι απ’ του Έρωτα καίω τον πυρετό, σ’ αυτόν τον παράξενο λαβύρινθο πού να στραφώ;

Βιογραφικό
Ο Κώστας Μαντζάκος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Γερμανική και Ελληνική φιλολογία, καθώς και Θεωρία Λογοτεχνίας, στο King’s College London και κατόπιν Θέατρο στην Central School of Speech and Drama στο Λονδίνο. Έχει μεταφράσει σονέτα της Edna St. Vincent Millay (Μοιραία Συνάντηση, εκδ. Ρώμη 2023), ποίηση της Maria Pawlikowska-Jasnorzewska (Ο δρόμος που διανύθηκε, εκδ. Συρτάρι 2024), μια επιλογή από τον κύκλο σονέτων της Lady Mary Wroth Η Παμφίλη στον Αμφίλανθο (Συρτάρι 2025) και το θεατρικό έργο Το Σπίτι των Πόθων της Sor Juana Inés de la Cruz (εκδ. Δωδώνη 2025). Ετοιμάζει επίσης μια ανθολογία ποιημάτων της de la Cruz (εκδ. Συρτάρι), καθώς και 2 τόμους Γερμανικής εξπρεσιονιστικής ποίησης: Alfred Lichtenstein, Το Λυκόφως. Οι ποιητές των βερολινέζικων καφενείων, Jacob van Hoddis, Το Τέλος του Κόσμου, Οι ποιητές των βερολινέζικων καμπαρέ. (εκδ. Περισπωμένη). Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Μαθήματα Γεω-πονίας (Περισπωμένη 2024). Τα τελευταία χρόνια ζει μεταξύ Αγγλίας και Ελλάδας.

No comments!
There are no comments yet, but you can be first to comment this article.