σκέψεις για το Βιβλίο της Κατερίνας του Αύγουστου Κορτώ

Όταν διαβάζεις ένα βιβλίο -τις περισσότερες φορές- σου μένει στο τέλος μια γλυκιά ανάμνηση και τα πιο συναρπαστικά στοιχεία που σε άγγιξαν μπαίνοντας στο ρόλο των ηρώων. Όταν ο συγγραφέας πλάθει τους ήρωές του τους δίνει μορφή, χαρακτηριστικά, τους κάνει ελκυστικούς ή απωθητικούς, τους διαχειρίζεται όπως θέλει ο ίδιος.
 Όταν όμως διαβάζεις μια βιογραφία και ξεκινάς με το γεγονός ότι αυτό που διαβάζεις περιγράφει τη ζωή ενός ανθρώπου-ήρωα πραγματικού και όχι φανταστικού τα συναισθήματα είναι διαφορετικά. Πόσο μάλλον όταν η περιγραφή αφορά την ιστορία τόσων ανθρώπων που εμπλέκονται στη ζωή αυτή, σε μια ολόκληρη ζωή, τόσο αριστοτεχνικά δοσμένα και δεμένα που δεν μπορείς παρά να θαυμάσεις την αλήθεια που κρύβουν τα λόγια, τη σκληρή πραγματικότητα.
Ο συγγραφέας αναφέρεται σε πρώτο πρόσωπο, σαν να έγραψε το βιβλίο η ίδια η Κατερίνα, η μητέρα του. Σαν να βρίσκεται έξω από το σώμα, να κοιτάζει από ψηλά με την ευχέρεια που της δίνει ο μηδενικός πια χρόνος και να εξιστορεί τη ζωή πριν γεννηθεί η ίδια, πριν υπάρξει ακόμα, όλη τη διαδρομή τη δική της και της οικογένειάς της, μιας όχι και τόσο είναι η αλήθεια συνηθισμένης οικογένειας.
Η εκτενής αναφορά στο γιο της τον Πέτρο, είναι το πιο συγκινητικό, τρυφερό και συνάμα σκληρό κομμάτι της ιστορίας. Η περιγραφή τόσων συναισθημάτων που την κατακλύζουν, η παράφορη και παθολογική αγάπη που τρέφει για το παιδί της δεν μπορεί παρά αρρωστημένη να είναι, όπως όλη η πορεία της άλλωστε. Αυτό που πήρε ως παιδί η ίδια είναι μια αδιαφορία από τη δική της μητέρα και αυτό που προτίμησε να δώσει είναι η αμέριστη αγάπη στο έπακρο για το δικό της παιδί. Όμως, αυτή η αγάπη που δίνει και παίρνει από το σπλάχνο της τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν είναι αρκετή για να γιατρέψει μια ψυχή ραγισμένη. Όσες προσπάθειες και να κάνει φτάνει στο τέλος να ορίσει η ίδια το πότε και το πώς θα απαλύνει το δικό της φορτίο αλλά και των άλλων, ξέροντας ότι έτσι πρέπει να γίνει, έτσι έπρεπε να είχε γίνει ίσως πολύ πιο πριν. Είναι γαλήνια κι ευτυχισμένη γιατί νιώθει ότι θα κάνει το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί, θα τους απαλλάξει από το ισόβιο καθήκον της νοσηλείας μιας μάνας ερείπιο.
Και πώς ο συγγραφέας βιώνει όλη αυτή την κατάσταση, όλη αυτή την αρρωστημένη ζωή; Πόσο τον έχει επηρεάσει τον ίδιο; Ξεπερνάς ποτέ το χαμό μιας μάνας που έφυγε με δική της επιλογή γιατί έστησε στον τοίχο τα όνειρά της και τα πυρπόλησε για να λυτρωθεί;

Ιουλία Ιωάννου