Συγγραφέας του βιβλίου Αυτόπτες μάρτυρες – Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική

Ένα διαφορετικό αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο εμπιστεύτηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στους Αυτόπτες μάρτυρες μιας δολοφονίας, μας έδωσε ο Ευάγγελος Φιλόπουλος. Όπως λέει στο Vivlio-life, επιχείρησε να ανατρέψει τα στερεότυπα με τα φρικτά εγκλήματα, τους μανιακούς δολοφόνους, τα μαρτύρια των θυμάτων και τους ντεντέκτιβ γράφοντας ένα μυθιστόρημα, με όλα τα στοιχεία του αστυνομικού, αλλά με πρωταγωνιστές «που να είναι γειωμένοι στη σύγχρονη πραγματικότητα και όχι σε μία προσωπική φανταστική μυθοπλασία, που θα επιδιώκει να προσελκύσει το ενδιαφέρον με αισθήματα φρίκης και με έξυπνες και ηρωικές παρεμβάσεις του ιδιωτικού ή αστυνομικού ντετέκτιβ». Όσο για το δράστη της δολοφονίας, τον αφήνει ατιμώρητο και ο λόγος βρίσκει πολλούς από εμάς απόλυτα σύμφωνους: «Η ιστορία προσπαθεί να αποδώσει χωρίς ρετουσάρισμα μια πραγματικότητα που ζούμε στην εποχή μας στην Ελλάδα. Το να μείνει ατιμώρητος ο δράστης σ΄αυτό το περιβάλλον κάθε άλλο παρά αφύσικο είναι».

  • Τριακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Σουνίου. Οι ερωτικές περιπτύξεις ενός παράνομου ζευγαριού διακόπτονται από έναν πυροβολισμό. Όταν συνειδητοποιούν πως είναι οι μοναδικοί αυτόπτες μάρτυρες μιας άγριας δολοφονίας ξεκινά η περιπέτεια… Να ξεκινήσουμε τη συνομιλία μας με το θύμα;
    Το θύμα είναι άγνωστο και δυσδιάκριτο στους αυτόπτες μάρτυρες. Δεν αποτελεί κεντρικό πρόσωπο στην πλοκή. Αντιθέτως, η σημασία του έγκειται στην πρόκληση ενός ηθικού διλήμματος για τους πρωταγωνιστές, τους αυτόπτες μάρτυρες, σχετικά με την αντίδρασή τους. Όσον αφορά την τοποθεσία του εγκλήματος είναι ένα απλό, φανταστικό σκηνικό, για να χωροθετηθεί η τέλεση του.
  • Ξανθή και Μάκης. Παντρεμένη με δυο παιδιά εκείνη, ελεύθερος εκείνος. Επιλέξατε ως πρωταγωνιστές της ιστορίας σας δυο καθημερινούς χαρακτήρες και η αλήθεια είναι πως εξαρχής μας γίνονται οικείοι. Ποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δώσατε στους ήρωές σας;
    ΟΙ ήρωες είναι καθημερινοί άνθρωποι που ζουν μία φυσιολογική, κανονική ζωή μέσα στο σημερινό κοινωνικό πλαίσιο. Δεν είναι ούτε κακοί, ούτε καλοί αλλά έχουν σε διαφορετικό βαθμό θετικά ή αρνητικά χαρακτηριστικά. Δεν διαθέτουν εξαιρετικές ιδιότητες ή ικανότητες και περιγράφονται ρεαλιστικά, επιδιώκοντας την ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτήρων τους στον τρόπο αντίδρασης και επεξεργασίας του απροσδόκητου ρόλου που τους κληρώθηκε: να είναι δηλαδή αυτόπτες μάρτυρες ενός εγκλήματος.
  • Ποια είναι η πρώτη σκέψη που κάνουν όταν αντιλαμβάνονται πως άθελά τους έγιναν μέρος μιας σκοτεινής υπόθεσης και ποια απόφαση παίρνουν τελικά;
    Από εδώ ξεκινά όλη η ιστορία. Αυτό είναι το σημείο αναφοράς για την μετέπειτα περιγραφή της δράσης τους. Και το ερώτημα του πώς αντιδράς σε μία τέτοια κατάσταση, εύλογα μπορεί ο αναγνώστης να το θέσει στον εαυτό του. Οι επιλογές των δύο πρωταγωνιστών προσδιορίζονται αρχικά από την ιδιαίτερη κατάσταση τους: τον παράνομο δεσμό που είχαν και τον οποίον λογικά δεν θέλουν να γίνει γνωστός.
  • Δεν τους έφτανε η αγωνία της παράνομης σχέσης έχουν πλέον τον φόβο και την ανασφάλεια πως ο δολοφόνος μπορεί να ακολουθήσει τα βήματά τους. Πόσο κοντά θα τους φέρει ή πόσο θα τους απομακρύνει η επόμενη μέρα;
    Ο τρόπος αντίδρασης τους, πέρα από τον ελεγχόμενο πανικό στη σύντομη χρονική περίοδο που συνέβη το έγκλημα, κυριαρχείται στη συνέχεια από τον φόβο των πιθανών αρνητικών γι΄ αυτούς συνεπειών εξαιτίας της παρουσίας τους κατά την διάπραξη του εγκλήματος. Η εξιστόρηση του τι βιώνει ο καθένας απ’ αυτούς αναδεικνύει τις διαφορές της προσωπικότητας τους. Στον Μάκη κυριαρχεί πλήρως ο φόβος για τη δική του ζωή, φόβο που προσπαθεί να θέσει υπό έλεγχο με τη λογική ανάλυση και υπολογισμούς όλων των παραμέτρων. Ο Μάκης είναι ένα μοναχικό, τραγικό πρόσωπο, που παλεύει μόνο του, με μόνο εφόδιο τις σκέψεις του (γι΄ αυτό συχνά στην αφήγηση της πορείας του χρησιμοποιείται η γραφή σε πρώτο πρόσωπο). Η Ξανθή είναι πιο γήινη, εξωστρεφής, λιγότερο αγχωμένη και περισσότερο αποτελεσματική στο να χειριστεί την κατάσταση, αν και θα αποδειχτεί και αυτή στη συνέχεια μία τραγική φιγούρα. Ο ρόλος του αυτόπτη μάρτυρα δεν οδηγεί σε προκαθορισμένες ηθικές αντιδράσεις. Πτυχές αυτής της διαφορετικότητας καθορίζουν τους δύο πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος.
  • Οι πιθανότητες να ξέρει ο δράστης πως δεν ήταν μόνος το μοιραίο βράδυ είναι πολλές και ο Μάκης, που λειτουργεί με μαθηματική λογική καταλήγει στο συμπέρασμα πως κάποιοι ίσως επιχειρήσουν να τους κλείσουν τα στόματα. «Πρέπει επομένως, να πάρω τα μέτρα μου» σκέφτεται. Είναι ικανή η λογική του, να τον κρατήσει μακριά από μπελάδες;
    Όχι. Γιατί στην ανάλυση των παραγόντων που το αποτέλεσμα τους προσπαθεί να διερευνήσει με «μαθηματικό» τρόπο δεν έχει πάντα αποτέλεσμα θετικό υπέρ του. Η παράμετρος της αμφιβολίας είναι ισχυρή στις συναρτήσεις των συλλογισμών του. Ο Μάκης προσπαθεί να αποφύγει τα δυσάρεστα γι’ αυτόν, αλλά βρίσκεται σε αδιέξοδο που το επιτείνουν γεγονότα απρόβλεπτα, με αποτέλεσμα η ψυχική πίεση που αισθάνεται να γίνεται πολύ βαρύτερη απ’ όση μπορεί να αντέξει. Η λογική σκέψη του είναι επαρκής, αλλά το αποτέλεσμα της είναι ανεπαρκές για να τον απελευθερώσει από το αδιέξοδο που αθέλητα εγκλωβίστηκε.
  • Ας περάσουμε τώρα στο δράστη και την απόφασή σας να τον υποδείξετε μεν, αλλά να τον αφήσετε ατιμώρητο δε…
    Η ιστορία προσπαθεί να αποδώσει χωρίς ρετουσάρισμα μια πραγματικότητα που ζούμε στην εποχή μας στην Ελλάδα. Το να μείνει ατιμώρητος ο δράστης σ΄αυτό το περιβάλλον κάθε άλλο παρά αφύσικο είναι.
  • Διαβάζουμε στο Επίμετρο του Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας Γιάννη Πανούση:«… ο συγγραφέας περιγράφει τη διαφθορά του συστήματος δικαιοσύνης {δικηγόροι, δικαστές κ.λ.π.} μέχρι την πολιτική διαπλοκή {υπουργός κ.λ.π.} Κάτι μας θυμίζει η σκέψη του και αυτό το κάτι τον τελευταίο καιρό επαναλαμβάνεται στην ελληνική κοινωνία και, δυστυχώς μας στεναχωρεί πολύ και μας απογοητεύει. Εσάς;
    Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν έχουμε καταφέρει να έχουμε αποκτήσει ένα κράτος όπου ο πολίτης να αισθάνεται προστατευμένος, ελεύθερος και με ίσα δικαιώματα. Ζούμε -όσο απαισιόδοξα και αν διαβάζεται αυτό- σε ένα κράτος ελαττωματικό. Η απογοήτευση μου είναι μεγάλη, καθώς η γενιά μου, ενώ ξεκίνησε με ενθουσιασμό δεν κατάφερε να παραδώσει στα παιδιά της ένα καλύτερο κοινωνικό περιβάλλον και μία αισιοδοξία για το μέλλον τους, αισιοδοξία που εμείς είχαμε κληρονομήσει από τους γονείς μας παρά τα όσα δεινά αυτοί υπέφεραν στη διάρκεια της ζωής τους. Οι Έλληνες βυθίζονται σε μία αυτοκαταστροφική παραίτηση και απελπισία.
  • Σ’ αυτό το πρώτο σας μυθιστόρημα βάλατε τη δική σας -διαφορετική απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει σε αστυνομικά βιβλία – σφραγίδα. Αφήσατε στην άκρη εκείνους που σε άλλα μυθιστορήματα κρατούν πρωταγωνιστικό ρόλο και καταπιάνεστε με τους Αυτόπτες μάρτυρες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Μιλήστε μας γι’ αυτήν τη συνειδητή –προφανώς– επιλογή.
    Επειδή εκτιμώ ότι μας κούρασαν οι ντετέκτιβ, τα φρικτά εγκλήματα, οι μανιακοί δολοφόνοι, τα μαρτύρια των θυμάτων, επιχείρησα να ανατρέψω αυτά τα στερεότυπα και να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με όλα τα στοιχεία του, αλλά με πρωταγωνιστές που να είναι γειωμένοι στη σύγχρονη πραγματικότητα και όχι σε μία προσωπική φανταστική μυθοπλασία, που θα επιδιώκει να προσελκύσει το ενδιαφέρον με αισθήματα φρίκης και με έξυπνες και ηρωικές παρεμβάσεις του ιδιωτικού ή αστυνομικού ντετέκτιβ. Σκέφτηκα λοιπόν πως εκτός από το θύτη, το θύμα, τους αστυνομικούς και τους δικαστές, σε μια εγκληματική υπόθεση υπάρχουν και οι μάρτυρες, με πιο σημαντικούς, τους αυτόπτες. Οπότε προσπάθησα να περιγράψω μία αστυνομική ιστορία (γιατί τέτοια είναι η φύση της) με βάση το πώς σκέφτονται και πώς αντιδρούν αυτοί οι άνθρωποι σ’ ένα έγκλημα που ο θύτης μπορεί να επηρεάσει στη συνέχεια την ίδια την ύπαρξη τους.
  • Ο χαρακτηρισμός «κοινωνικό μυθιστόρημα ενδεδυμένο με το πέπλο της αστυνομικής πλοκής» σας καλύπτει; Και αν ναι, ποια κοινωνικά χαρακτηριστικά επιχειρείτε να αναδείξετε μέσα από αυτό;
    Μ’ ένα βασικό σκελετό στην αρχή, η αφήγηση στην συνέχεια εξελίχθηκε με γνώμονα τη ρεαλιστική περιγραφή ανθρώπων και καταστάσεων. Είναι μία αστυνομική ιστορία με αναπαράσταση της επώδυνης πραγματικότητας της χώρας μας, όπου συχνά το κακό επικρατεί, η δικαιοσύνη υστερεί (στο μυθιστόρημα δεν φταίει η ίδια) και η διαπλοκή πολιτικής με οικονομικά συμφέροντα, που συχνά κινούνται στη σφαίρα της παρανομίας, διαβρώνουν το σύγχρονο ελληνικό κράτος και την κοινωνία μας. Και όταν ξεκίνησα, δεν είχε συμβεί το δυστύχημα των Τεμπών, που έδωσε την αφορμή να εκφραστεί με δυναμικό τρόπο η συσσωρευμένη αγανάκτηση της κοινωνίας για το ελαττωματικό κράτος μας. Η κοινωνία μπορεί να μεταλλάξει τους κρατικούς μηχανισμούς. Τα μεμονωμένα άτομα, όπως οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος, όχι, εκτός κι αν είναι ρόλοι σε αμερικανική κινηματογραφική ταινία.
  • Ποια από τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας θεωρείτε πιο επικίνδυνη;
    Δεν είναι μία. Είναι πολλά τα χαρακτηριστικά του ελαττωματικού κράτους, τα οποία λόγω της διάρκειας που υφίστανται έχουν διαποτίσει και μεγάλος μέρος της κοινωνίας και έχουν γίνει αποδεκτά σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού ως κάτι το φυσιολογικό, ως ένας τρόπος ζωής με τον οποίο πρέπει να συμμορφωνόμαστε. Σίγουρα φταίνε οι υπεύθυνοι πολιτικοί και οι υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί, αλλά -δυστυχώς- φταίει και ο λαός. Η μόνη ελπίδα είναι να υπάρξει κάποια φωτισμένη πρωτοπορία που θα είναι ικανή να συγκινήσει την πλειοψηφία του πληθυσμού και να αναλάβει με τη βοήθεια όλων το δύσκολο έργο της αναγέννησης της χώρας. Ας ελπίσουμε ότι αυτό δεν θα προκύψει μετά από ένα νέο 1922.
  • Στο Επίμετρο, ο Ομότιμος Καθηγητής Εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης γράφει: “Το μυθιστόρημα του Φιλόπουλου έχει ανθρώπινα νοήματα και κοινωνικά νήματα, χωρίς να χύνεται παντού αίμα και να δοξολογείται η βία”. Μήπως μυθιστορήματα σαν το δικό σας ανοίγουν το δρόμο για λιγότερο αίμα και περιορισμένη βία στη λογοτεχνία;
    Συμφωνώ με την τοποθέτηση του καθηγητή, γιατί πράγματι στη διεθνή βιβλιογραφία προκαλεί εντύπωση -αλλά και απώθηση- η συνεχώς προβαλλόμενη βιαιότητα και ωμότητα στην αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής. Το ίδιο συμβαίνει συχνά και με τον υπερτονισμό της σεξουαλικής δραστηριότητας. Φοιτητής ακόμα, είχα σταματήσει να παρακολουθώ νέα ελληνική λογοτεχνία γιατί εύρισκα, ιδιαίτερα σε πολλούς νέους συγγραφείς, έναν αφύσικο συναγωνισμό μεταξύ τους στο ποιος θα τονίσει τη σεξουαλικότητα με εξωπραγματικά σκηνικά και πρακτικές, κάτι που απομάκρυνε τον αναγνώστη από το να αντιλαμβάνεται ότι η ηδονή της ερωτικής πράξης προκύπτει από τη φυσιολογική, αγνή και ευχάριστη ένωση των σωμάτων δύο αυτόνομων ατόμων.
  • Πολλοί αναγνώστες φθάνοντας στον επίλογο του βιβλίου σας, ίσως αναρωτηθούν τι θα έκαναν αν γινόταν αυτόπτες μάρτυρες ενός εγκλήματος. Εσείς θέσατε αυτό το ερώτημα στον εαυτό σας; Και, αν ναι, τι απαντήσατε;

Είναι αλήθεια πως κι εγώ, όχι όταν έγραψα και ολοκλήρωσα το βιβλίο, αλλά αργότερα αναρωτήθηκα: «Και εσύ Βαγγέλη τι θα έκανες;» Το σκέφτηκα πολύ σοβαρά και ρώτησα φίλους και φίλες, τι νομίζουν ότι θα έκανα. Και όλοι απάντησαν ότι θα έδειχνα τον απαιτούμενο αλτρουϊσμό και γενναιότητα. Όμως, παρόλη την εκτίμηση για την έμπρακτη αίσθηση του ενεργού και ηθικού πολίτη που έχω για τον εαυτό μου, στενοχωρήθηκα από το γεγονός ότι ναι μεν όταν ήμουν νέος είχα βάλει επανειλημμένα το «κεφάλι μου στο ντουρβά» για να υπερασπιστώ την αλήθεια όσων είδα ή πίστευα, αλλά τώρα, με τα χρόνια ζωής να με βαραίνουν και φορτωμένος με τόσες εμπειρίες και με λιγότερο νεανικό ενθουσιασμό, μέσα μου πρόβαλε η αμφιβολία, πως ίσως να ακολουθούσα μια πρακτική προστασίας του εαυτού μου, ένα κλείσιμο στο άτομο μου αποδεχόμενος την προσταγή του ερωτηματικού «πού να μπλέκω τώρα»; Και αυτή η σκέψη με στεναχώρησε πολύ.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Τριακοστό πέμπτο χιλιόμετρο της Λεωφόρου Σουνίου. Η άφιξη ενός πολυτελούς αυτοκινήτου διακόπτει την ερωτική έξαψη του παράνομου ζευγαριού. Μια γυναίκα βγαίνει από το όχημα και ένας άνδρας την ακολουθεί. Μια λάμψη και ο ξηρός κρότος του πυροβολισμού. Το κεφάλι της γυναίκας τινάζεται προς τα πίσω και πέφτει κάτω… σαν σακί.
Αυτόπτες μάρτυρες: Δύο

Βιογραφικό
Ο Ευάγγελος Φιλόπουλος, γεννήθηκε στο Μεταξουργείο. Ασκεί μάχιμη ιατρική 45 συνεχή χρόνια ως χειρουργός με εξειδίκευση στις παθήσεις μαστού. Επί ένα τέταρτο του αιώνα συμμετέχει στη διοίκηση της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρίας, της οποίας τα τελευταία επτά χρόνια εκλέγεται Πρόεδρος. Είναι το πρώτο του μυθιστόρημα που συγκέντρωσε τις πρώτες εγκωμιαστικές κριτικές κατά την επίσημη παρουσίαση του στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ.