Συγγραφέας του βιβλίου Το ποτάμι που επέστρεφε – Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική
Με την επινοημένη εγκατάλειψη ενός βρέφους στην πόρτα του παπά του χωριού, ο Μάνθος Σκαργιώτης επιχειρεί και τα καταφέρνει πολύ καλά, να στηρίξει έναν παλιό θρύλο γύρω από το γεφύρι της Πλάκας, που συνδέει την Άρτα με τα Γιάννενα. Ένα γεφύρι ζωτικής σημασίας κατά το παρελθόν, αφού η επιβίωση των ντόπιων ήταν απόλυτα εξαρτημένη από εκείνο. «Χωρίς το γεφύρι οι κάτοικοι εκατέρωθεν του Αράχθου θα ήταν σχεδόν ξένοι μεταξύ τους. Θα επικοινωνούσαν μόνο με τις εναέριες βάρκες, τα λεγόμενα καρούλια ή περαταριές αλλά αυτή η επικοινωνία ήταν προβληματική». Όπως λέει στο Vivlio-life ο συγγραφέας «Η περιπέτεια του γεφυριού (τρεις φορές γκρεμίστηκε και τρεις ξαναχτίστηκε) αποτελεί μέγα μάθημα για τον άνθρωπο. Συγκεκριμένα, έχουμε χρέος να μην αφήσουμε ποτέ τον εαυτό μας πεσμένο, γκρεμισμένο. Στο χέρι μας είναι κάθε φορά να σηκωνόμαστε, αν πράγματι το θέλουμε. Ο άνθρωπος έχει μέσα του δυνάμεις που τις ανακαλύπτει μόνο όταν τις έχει ανάγκη».
- Αφορμή για να γράψετε το μυθιστόρημά σας στάθηκε η κατάρρευση του γεφυριού της Πλάκας Ιωαννίνων το 2015, έπειτα από δυνατή και παρατεταμένη βροχόπτωση. Ήταν ο θυμός που νιώσατε για το συμβάν ή η αγωνία για το αν θα το ξαναβλέπατε όρθιο εκείνο που σας ενέπνευσε;
Ήταν, πρώτα, η θλίψη του ντόπιου που έχανε κάτι με το οποίο είχε συνδέσει την παιδική ηλικία του. Ύστερα, ο θυμός. Όχι για την πλημμύρα, αλλά για την εγκατάλειψη αυτού του μνημείου από την πλευρά της Πολιτείας. Το ανατολικό βάθρο του γεφυριού, τα τελευταία χρόνια, είχε υποσκαφθεί από τα νερά. Μολονότι οι τοπικοί σύλλογοι και οι πολιτιστικοί φορείς έκρουαν τον κώδωνα, κανένα επίσημο αυτί δεν ίδρωνε. Στην υποσκαφή οφείλεται η κατάρρευση. Όσο για την αγωνία, δεν ήταν μόνο για το αν θα αναστηλωνόταν το γεφύρι, αλλά και για το ποια σχέση θα είχε το αναστηλωμένο έργο με τη μνήμη και την ιστορία που κουβαλούσε το παλιό. - Δεν ήταν, ωστόσο, η πρώτη φορά που το γεφύρι της Πλάκας κατέρρεε. Το 1860 και το 1863 συνέβη το ίδιο ακριβώς. Υπάρχουν μαρτυρίες ή πληροφορίες που να κάνουν γνωστή την αιτία κατάρρευσής του;
Για το γεφύρι που γκρεμίστηκε την πρώτη φορά (1860) δεν έχουμε αξιόπιστες μαρτυρίες. Ούτε για την αιτία της πτώσης του, ούτε για το χρόνο κατασκευής του, ούτε αν βρισκόταν στο ίδιο ακριβώς σημείο ή λίγο βορειότερα όπου υπάρχουν στη δυτική όχθη του ποταμού απομεινάρια γεφυριού. Τη δεύτερη φορά (1863) έπεσε τη μέρα των εγκαινίων ενώ ο κόσμος γλεντούσε στο διπλανό χωράφι. Η κατάρρευση έγινε ή επειδή οι μάστορες έβγαλαν τα καλούπια προτού στεγνώσει καλά το αμμοκονίαμα ή επειδή το ύψος του τόξου δεν ήταν το απαιτούμενο ή και τα δύο μαζί. - Αναζητώντας κανείς πληροφορίες για το γεφύρι της Πλάκας διαβάζει μεταξύ άλλων πως θεωρείται το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων και το τρίτο μεγαλύτερο στην Ευρώπη. Πόσο κοντά είναι στο Μονολίθι από το οποίο κατάγεστε και πόσο το έχετε συνδέσει με τα παιδικά ή εφηβικά σας χρόνια;
Το ένα πόδι του γεφυριού πατάει στο Μονολίθι. Η σύνδεσή μου τότε μαζί του ήταν κυρίως συναισθηματική. Ένας καλόψυχος γίγαντας πάνω απ’ το ποτάμι! Έτσι φάνταζε στα παιδικά μου μάτια. Η καλοσύνη του «επιβεβαιωνόταν» όταν κάποιες φορές δυο τρία τολμηρά παιδιά του χωριού έτρεχαν πάνω στα στηθαία του, στην κορυφή της καμάρας, με ανοιχτά σαν φτερούγες τα χέρια για να ισορροπούν. Κάτω απ’ τα πόδια τους το χάος και το άγριο βουητό του Αράχθου. Ο γίγαντας –λέγαμε– τα προστάτευε. Παράλληλα, υπήρχαν και οι πολλοί θρύλοι με τους οποίους είχε ντύσει το γεφύρι η τοπική κοινωνία. Εικόνες και ακούσματα, αλήθειες και μύθοι, έπιασαν θέση μέσα μου και ταξιδεύουν μαζί μου. - Το γεφύρι της Πλάκας συνδέει τα Ιωάννινα με την Άρτα. Πόσο όμως έχουν συνδέσει τις μοίρες τους μαζί του οι κάτοικοι των χωριών που βρίσκονται σ’ αυτή την όμορφη διαδρομή της Ηπείρου;
Για την ακρίβεια, το γεφύρι συνέδεσε ένα μέρος της Άρτας (τα κεντρικά και τα ανατολικά Τζουμέρκα) με τα Γιάννενα. Αναπόφευκτα και οι κάτοικοι των χωριών αυτών συνέδεσαν τη μοίρα τους με το γεφύρι. Πρόκειται για έργο που, εκείνη την εποχή, ήταν ζωτικής σημασίας, αφού η επιβίωση των ντόπιων ήταν εξαρτημένη από αυτό. Δεν συνέβαλλε μόνο στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών, αλλά και των κοινωνικών σχέσεων και των πολιτιστικών «δοσοληψιών». Χωρίς το γεφύρι οι κάτοικοι εκατέρωθεν του Αράχθου θα ήταν σχεδόν ξένοι μεταξύ τους. Θα επικοινωνούσαν μόνο με τις εναέριες βάρκες, τα λεγόμενα καρούλια ή περαταριές αλλά αυτή η επικοινωνία ήταν προβληματική. - «Το ποτάμι που επέστρεφε είναι ένα μυθιστόρημα για την αναμέτρηση του ανθρώπου με δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τα όριά του· για τον άνθρωπο που, πασχίζοντας να γεμίσει τα άδεια δωμάτια της ζωής του…» καταλήγει το οπισθόφυλλο. Εκεί βρίσκεται και το μήνυμά σας προς τον αναγνώστη; Στο «πέφτει, σηκώνεται, ξαναπέφτει… και πάλι απ’ την αρχή».
Με ολόκληρο το απόσπασμα που αναφέρετε γίνεται ένας συνδυασμός, ας πούμε, μηνυμάτων και συνυποδηλώσεων, που γεννάει με φυσικό τοκετό –θέλω να πιστεύω– το ίδιο το μυθιστόρημα. Έρχομαι στην τελευταία φράση. Η περιπέτεια του γεφυριού (τρεις φορές γκρεμίστηκε και τρεις ξαναχτίστηκε) αποτελεί μέγα μάθημα για τον άνθρωπο. Συγκεκριμένα, έχουμε χρέος να μην αφήσουμε ποτέ τον εαυτό μας πεσμένο, γκρεμισμένο. Στο χέρι μας είναι κάθε φορά να σηκωνόμαστε, αν πράγματι το θέλουμε. Ο άνθρωπος έχει μέσα του δυνάμεις που τις ανακαλύπτει μόνο όταν τις έχει ανάγκη. - Στην πλοκή συναντάμε ένα βρέφος που εγκατέλειψαν κάποιοι στην πόρτα του παπά αλλά και τις εικασίες για τον πατέρα του. Όμως αυτό το σημείο, μάλλον δεν είναι επινοημένο. Αν είναι αληθινό γεγονός, θέλουμε να μας μιλήσετε γι’ αυτό.
Η εγκατάλειψη του βρέφους φαίνεται πραγματικό γεγονός, αλλά είναι επινοημένο. Θέλησα μ’ αυτό να στηρίξω έναν παλιό θρύλο που συνδέεται θεμελιακά με το γεφύρι της Πλάκας και φτάνει ως τις μέρες μας. - Πόρτουλας. Ένα παρατσούκλι που συνοδεύει πάντα το εγκαταλειμμένο παιδί που είναι καταδικασμένο να ζει στο περιθώριο. Τι ακριβώς σημαίνει και ποιος το σκαρφίστηκε;
Το παρατσούκλι σχηματίστηκε από τη λέξη πόρτα. Έτσι «βάφτισαν» το βασικό πρόσωπο οι ντόπιοι, αφού η ζωή του έξω από μια πόρτα ξεκίνησε. Το περιεχόμενο της λέξης είναι χλευαστικό, περιφρονητικό. «Ξένος πόνος, έτοιμο γέλιο» λέει ο λαός. Για τους χωριανούς είναι λοιπόν ο Πόρτουλας το νόθο παιδί μιας ανύπαντρης γυναίκας, το «μπαστί» της Βαγγελής, ο αποδιοπομπαίος τράγος. Ένα μυγόφτυμα. - Πώς είναι να ενηλικιώνεται κανείς κουβαλώντας το βάρος της εγκατάλειψής του, σ’ ένα κλειστό και απομακρυσμένο τόπο;
Στις κλειστές κοινωνίες ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν (ας πιστέψουμε πως σήμερα δεν συμβαίνει αυτό) μια περιφερόμενη ντροπή. Οι ντόπιοι τον τοποθετούσαν στο έσχατο κοινωνικό σκαλί. Η στάση τους αυτή ή θα οδηγούσε το θύμα στην τρέλα ή θα το εξόργιζε και θα αντιδρούσε ανάλογα· καταπατώντας δηλαδή με τη σειρά του κάθε αρχή, κάθε αξία. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο εγκαταλειμμένος τα πιο καθοριστικά χρόνια της ζωής του (τα παιδικά και τα εφηβικά) δεν τα ζει όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Μέσα του ξέρει πως υπάρχουν «άδεια δωμάτια» που κάποια στιγμή, ως ενήλικας συνήθως, θα νιώσει την ανάγκη να τα «γεμίσει». - Μιλήστε μας για τον ήρωά σας. Πώς τον αντιμετωπίσατε ως συγγραφέας και σε ποιο χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του χτίσατε την κορύφωση της πλοκής;
Ο Πόρτουλας ήταν τύπος αντισυμβατικός. Καλός με τους καλούς, κακός με τους κακούς. Στο υπόστρωμα όμως της ψυχής του λούφαζε πάντα η καλοσύνη. Δεν τον αντιμετώπισα ούτε σαν πατέρας, ούτε σαν αδερφός, ούτε σαν δικαστής. Τον παρακολουθούσα και κατέγραφα τη δράση του. Απ’ αυτόν έμαθα πολλά. Όπως, για παράδειγμα, πώς σκέφτονται και συμπεριφέρονται όσοι δεν γνώρισαν κι ούτε έμαθαν ποτέ, παρά τις προσπάθειές τους, τους γονείς τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μπορούν να βγάλουν όλη τη ζωή τους περπατώντας στον αέρα. Νιώθουν την ανάγκη να γειωθούν. Γι’ αυτό θα πλάσουν γονείς κι ας ξέρουν πως η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Πιστεύουν το παραμύθι τους (τους φτιαχτούς γονείς) και ηρεμούν. Ο Πόρτουλας αυτό το «τέχνασμα» το χρησιμοποίησε αρκετές φορές ή για να πάρει αποφάσεις για επόμενες κινήσεις του ή για να δικαιολογήσει προηγούμενες πράξεις του. Πάνω στην άγνοια της ταυτότητας των γονιών του χτίστηκε και η κορύφωση της πλοκής. - Παρέχετε στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γνωρίσει τους γονείς αυτού του παιδιού, δίνοντάς τους ρόλους στο μυθιστόρημά σας;
Τους πραγματικούς γονείς του ήρωα ο αναγνώστης θα τους γνωρίσει. Έχουν ρόλους στο μυθιστόρημα και πριν και μετά τον θάνατό τους. Και μάλιστα όχι μόνο σε ένα επίπεδο. - Συνήθως τα συναισθήματα του συγγραφέα για ένα ήρωα περνούν και στον αναγνώστη του βιβλίου του. Θέλετε να τους συμπαθήσουμε τους γονείς του Πόρτουλα κατανοώντας τις πράξεις τους ή να τους μισήσουμε και να τους καταδικάσουμε;
Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποιο λόγο να συμπεριφέρονται έτσι ή αλλιώς. Ακόμα και ο κακός έχει το δίκιο του. Γιατί κανένας χαρακτήρας δεν προκύπτει με παρθενογένεση. Κάποιες συνθήκες διαμορφώνουν αυτό που ο καθένας μας είναι. Φυσικά, έχουμε κρίση και οφείλουμε να διορθωνόμαστε. Δεν έχουμε όμως όλοι τη δύναμη της αυτοβελτίωσης. Κατ’ αυτή την έννοια, συμπάθησα τους γονείς, αλλά στο μυθιστόρημα δεν φανερώνω τα συναισθήματά μου απέναντί τους. Ο αναγνώστης, ό,τι και να επιθυμώ εγώ, έχει τους δικούς του κώδικες και είναι απολύτως σεβαστοί. - Ποια πρόσωπα τοποθετήσατε δίπλα στον κεντρικό σας ήρωα, δίνοντάς τους πρωταγωνιστικούς ρόλους;
Θα ξεχώριζα τον μυλωνά που κάποιος φόβος του έκλεινε το στόμα, τον Γιάννο (βαφτισιμιό και ανιψιό του ήρωα) στον οποίο ο Πόρτουλας αναζήτησε την ψυχική ισορροπία του, την Αννιώ την οποία δεν έπαψε να αγαπά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, το φάντασμα της Φεγγαρούσας που διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα, τον γερο-Κολασμένο της Αθήνας, τον μουχτάρη του χωριού, τον αγά. Και δίπλα σ’ αυτούς τον βασικό πράκτορα της ρουμανικής προπαγάνδας Απόστολο Μαργαρίτη, τον ποιητή Κώστα Κρυστάλλη και τον λήσταρχο Θυμιογάκη.
- Η ιστορία σας βαδίζει πλάι στην επίσημη Ιστορία. Σε ποια ιστορικά γεγονότα δώσατε έμφαση κατά τη συγγραφή;
Στη χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων το 1881 και την επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στις απελευθερωμένες περιοχές, στη ρουμανική προπαγάνδα, σε πτυχές της αθηναϊκής ζωής στο τέλος του 19ου αιώνα, στον πόλεμο της ντροπής το 1897, στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο (1912-13) και στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων, στην Ουκρανική εκστρατεία το 1919, στον Μικρασιατικό πόλεμο και στα συνακόλουθα της Καταστροφής.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η κατάρρευση του ιστορικού γεφυριού της Πλάκας Ιωαννίνων το 2015 γίνεται η αφορμή να ξετυλιχθεί η ιστορία του Πόρτουλα και μαζί της να αναδυθούν πρόσωπα και γεγονότα που λίγο πολύ καθόρισαν την περπατησιά τού λαού μας από το δεύτερο μισό του 19ου έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα:
Ένα εγκαταλειμμένο βρέφος στο κατώφλι του παπά, η χάραξη των ελληνοτουρκικών συνόρων στον Άραχθο το 1881, ένα φονικό στο ποτάμι, ένας λήσταρχος, μια πολυθρύλητη απαγωγή, η ρουμανική προπαγάνδα, η Αθήνα με τα καφέ αμάν και τις μεγάλες διαδηλώσεις…, μια κοινωνία που, σπαρασσόμενη από πολέμους, πολιτικά πάθη και ταπεινώσεις, παλεύει μέσα από τα λάθη της να λυτρωθεί και να ορθοποδήσει.
“Το ποτάμι που επέστρεφε” είναι ένα μυθιστόρημα για την αναμέτρηση του ανθρώπου με δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τα όριά του· για τον άνθρωπο που, πασχίζοντας να γεμίσει τα άδεια δωμάτια της ζωής του, αναζητεί, όπως το φύλλο, το κλαδί απ’ το οποίο κόπηκε· πέφτει, σηκώνεται, ξαναπέφτει… και πάλι απ’ την αρχή.

Βιογραφικό
Γεννήθηκε στο χωριό Μονολίθι Ιωαννίνων το 1952. Σπούδασε φιλολογία. Ζει στην Αθήνα.
Μυθιστορήματα: Το Λαθραίο (Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991), Η αλάνα με τις ακονόπετρες (Δωρικός, Αθήνα 1995), Ουδέτερη Ζώνη (Κέδρος, Αθήνα 1995), Δώδεκα μήνες, δεκατρία φεγγάρια (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001), Το παρελθόν επιστρέφει από τον άλλο δρόμο (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2004), Ένα κλειδί, τρεις πόρτες (Μεταίχμιο, Αθήνα 2009), Στο δρόμο των αρωμάτων (Διόπτρα, Αθήνα 2015), Ουμπούντου, (Διόπτρα, Αθήνα 2019).
Ποιήματα: Ματωμένοι Σάρακες, (Κριτήριο, Αθήνα 1974), Στο ρυθμό της Κύπρου (Γιάννινα 1978).
Κείμενά του είναι δημοσιευμένα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά ή συμπεριλαμβάνονται σε ανθολογίες. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά (Uno Specchio, Santerno Edizioni, Italia 1985).
Έχει βραβευτεί με το Α′ βραβείο για ανέκδοτη συλλογή ποιημάτων από τον Φιλολογικό Παρνασσό το 1987, με το Α′ βραβείο σε ποιητικό διαγωνισμό του Δήμου Καλλιθέας Αττικής το 1983, με το Β′ βραβείο από τον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάς-Κύπρος σε πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό το 1982, με το Α′ βραβείο διηγήματος από τον ίδιο Σύνδεσμο το 1992.
email: [email protected]

No comments!
There are no comments yet, but you can be first to comment this article.