Αν κάτι απολαμβάνεις όταν διαβάζεις βιβλία του Γιάννη Καλπούζου, είναι πως από τις πρώτες αράδες και μέσα από το παιχνίδι των λέξεων, που τόσο περίτεχνα χρησιμοποιεί, νιώθεις πως ήδη ταξιδεύεις μαζί του στο χρόνο και τον τόπο. Σήμερα μιλάει στο Vivlio-life.gr για το τελευταίο του βιβλίο, το γόνιμο πείσμα αλλά και τη συγγραφή, που θεωρεί διαρκή άσκηση και μαθητεία. Μας αποκαλύπτει, επίσης, πόσες ώρες την ημέρα συμπορεύεται με τους μυθοπλαστικούς του ήρωες, τη διαδικασία επιλογής των ονομάτων τους, καθώς και ποιοι από αυτούς προσεγγίζουν τα πιστεύω του.

– «γινάτι. Ο σοφός της λίμνης». Αυτή τη φορά, παίρνουμε στο κατόπι τα συγγραφικά σας βήματα και φθάνουμε στα Ιωάννινα του 1917. Ποιους συναντάμε εκεί;

Ήρωες όπως ο Ζώτος και η Τουρκογιαννιώτισσα Χαβαή, που αναμετριούνται με τη μοίρα, τον εαυτό τους και τον έρωτα∙ ο αινιγματικός και σοφός βαρκάρης σιορ Δονάτος∙ ο σατανικός κομπογιαννίτης γιατρός Μαργαζής∙ μια γυναίκα αράχνη∙ ο βλάχικης καταγωγής Βιργίλης∙ ο τεράστιος σκύλος Αζάπ∙ και πολλοί άλλοι, τους οποίους παρασέρνει η ζωή, τα τόσο συνταρακτικά γεγονότα της εποχής από το 1917 μέχρι το 1929 και τα γινάτια που τους διαφεντεύουν.

– Η λέξη «γινάτι» εκτός από τίτλος του βιβλίου είναι και το θέμα που κυριαρχεί στο μυθιστόρημά σας. Αναζητώντας συνώνυμά της βρήκα την ισχυρογνωμοσύνη και την πεισμονή. Με δεδομένη την τοποθέτησή σας πως υπάρχει καλό και κακό γινάτι ποιο χαρακτηρίζει τους ήρωες σας;

Διακατέχονται από πολλών λογιών γινάτια, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις συγκυρίες, τα πρόσωπα και την εκάστοτε ηλικία τους. Από τη μια πολλούς τους κυριεύει το μίσος, ο θυμός, η εκδικητικότητα, η ζήλια, η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός, η έπαρση, η ξεροκεφαλιά, η αισχροκέρδεια και τόσα άλλα, με αποτέλεσμα να καταστρέφουν και να καταστρέφονται ή να αποπροσανατολίζονται από τον δρόμο όπου βρίσκονται οι καλές πεθυμιές. Από την αντίπερα όχθη άλλους τους χαρακτηρίζει ή κατακτούν στην πορεία το δημιουργικό γινάτι, το γόνιμο πείσμα, μέσα από το οποίο θέτουν στόχους και αγωνίζονται να τους κατακτήσουν, ενώ συγχρόνως μαθαίνουν να στοχάζονται.

– Πίσω από το νέο σας βιβλίο κρύβεται μια δίχρονη ιστορική έρευνα που μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε πρόσωπα αλλά κυρίως γεγονότα που οι νεότερες γενιές δεν γνωρίζουμε. Αναρωτηθήκατε πόσοι από μας γνωρίζαμε για τη δημιουργία Βλάχικου Πριγκιπάτου στην Πίνδο αλλά και την εξόρυξη πετρελαίου στη Δραγοψά, πριν διαβάσουμε το «γινάτι»;

Βεβαίως, και μάλιστα μέσα από μικρής έκτασης σχετική διερεύνηση. Γι’ αυτό και προσπαθώ να φωτίσω άγνωστες πτυχές της Ιστορίαw μας, εφόσον δένουν με τη μυθοπλασία και τα θέματα που με απασχολούν.

– Πιστεύετε ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί να έχει και επιμορφωτικό χαρακτήρα;

Μαθαίνει κανείς κι από μια παροιμία κι από μια κουβέντα του θεωρούμενου ως πιο ασήμαντου ανθρώπου. Κατά συνέπεια αναμφισβήτητα ένα μυθιστόρημα, όπου παρελαύνουν πλήθος χαρακτήρες, περιγράφονται ιστορικά γεγονότα, καταχωρούνται ρήσεις, αποφθέγματα και στοχασμοί, καταπιάνεται με ποικίλα διαχρονικά θέματα, αναλύονται οι αντιδράσεις της ψυχής και πάνω απ’ όλα οργώνει το αλέτρι της γλώσσας, έχει και επιμορφωτικό χαρακτήρα.

– Σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις σας αναφέρατε πως «… θέλω να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου γύρω από το ζήτημα της ταυτότητας του Έλληνα. Ποιος δικαιούται να ονομάζεται Έλληνας και τι θα πρέπει να οραματίζεται …». Αλήθεια ποιος δικαιούται να ονομάζεται Έλληνας για σας;

Όποιος επιθυμεί να ενσωματωθεί στην κυψέλη που λέγεται Ελλάδα, νιώθει κομμάτι της Ιστορίας της και αγαπά και νοιάζεται για το γλυκύτερο μέλι της, την ελληνική γλώσσα.

– Η Χαβαή, ο Καμπέρ και η Νιμέτ στο «γινάτι», η Νιλγκιούν, ο Γιασάρ, ο Φάσγανος και ο Μπεχζάτ στο «Ιμαρέτ», ο Τζανής, ο Γόργας και η Γιοχαή στους «Άγιους και δαίμονες». Άνθρωποι που αγαπάμε ή μισούμε, συμπαθούμε ή αντιπαθούμε. Μας συντροφεύουν, ωστόσο, χρόνια τώρα διαβάζοντας τα βιβλία σας. Πού αναζητάτε τα ονόματα των πρωταγωνιστών σας;

Προσπαθώ να συνάδουν με την εποχή και τον αρχικό χαρακτήρα που τους προσδίδω, αφού στη συνέχεια αυτονομούνται και απαιτούν τον ρόλο που τους ανήκει. Ανατρέχω σε παλιά κείμενα, τραγούδια, εφημερίδες, αρχεία προξενείων ή ληξιαρχείων, βιβλία με ονόματα και πάμπολλες άλλες πηγές. Εάν δεν καταλήξω στο όνομα που θεωρώ ότι ταιριάζει σε έναν ήρωα δεν μπορώ να συνεχίσω τη γραφή.

Εκτός από τα όμορφα ονόματα, στο «γινάτι», διαβάσαμε και λέξεις όπως «τσακλατούσε», «λώβα», «σαντέζα», «ζαλικωνόταν», «μιντέρι», «μπαντίδοι» και δε σας κρύβω πως μου γεννήθηκε η επιθυμία να αναζητήσω την έννοιά τους. Πιστεύετε πως όταν μια ιστορία εκτυλίσσεται σ’ έναν τόπο, προσδίδει μια επιπλέον γοητεία στο κείμενο η τοπική διάλεκτος;

Αναμφίβολα. Έστω και οι λιγοστές λέξεις της ντοπιολαλιάς που χρησιμοποιώ, σκορπούν τους ανθούς τους στο ποικιλόμορφο τοπίο που ξανοίγεται στις σελίδες του μυθιστορήματος. Επιπλέον βοηθούν στην προσέγγιση και στην κατανόηση των τοπικών κοινωνιών της εποχής.

– Η Αγγελική Ράλλη, μια από τις πιο αναγνωρισμένες γλωσσολόγους είπε πως «ντοπιολαλιά σημαίνει γλωσσικός πλούτος και όχι γλωσσική κατωτερότητα». Συμφωνείτε μαζί της;

Αν διαφωνούσα θα ήταν σαν να υποστήριζα ότι το ποτάμι της ενιαίας ελληνικής γλώσσας είναι ξέχωρο από τις πηγές του ή από τους χειμάρρους που το τροφοδοτούν.

– Όταν βρίσκεστε στο χωριό Μελάτες της Άρτας, την πατρίδα σας δηλαδή, χρησιμοποιείτε αυτόν τον γλωσσικό πλούτο;

Τον χρησιμοποιώ και στην καθημερινότητά μου οπουδήποτε, με τη διαφορά ότι δεν κόβω τα φωνήεντα των λέξεων. Το έμαθα αυτό μικρός από τον πατέρα μου, ο οποίος δεν ακολουθούσε τον επικρατούντα στην περιοχή τρόπο εκφοράς του προφορικού λόγου.

Στις τελευταίες αράδες του βιβλίου σας γράφετε: «… η ουσία βρίσκεται στην περπατησιά του καθενός σε τούτη τη γης και στο αποτύπωμά του …». Ποιο είναι το δικό σας αποτύπωμα σε τούτη τη γης;

Άλλοι πρέπει να το κρίνουν. Από τη μεριά μου πασχίζω να κατακτήσω τη στωικότητα του παππού Ισμαήλ (του ήρωά μου στο «Ιμαρέτ»), να είμαι καλός γονιός, πατριώτης, καλός άνθρωπος, χρήσιμος στους φίλους μου και στην κοινωνία και να δίνομαι με όλες μου τις δυνάμεις στο πάλεμα της γραφής.

– Το καλό βιβλίο πρέπει να αφήνει τα συμπεράσματα στον αναγνώστη, λέτε. Μήπως πολλές φορές βγάζει συμπεράσματα ακολουθώντας την πένα κάποιου συγγραφέα που ενδεχομένως καθοδηγεί τη σκέψη του;

Ο στόχος πρέπει να είναι η συνοδοιπορία, η ελεύθερη σκέψη, το πλάτεμα του νου, κι όχι η δογματική καθοδήγηση. Μπουχτίσαμε από δόγματα, απόλυτες θεωρίες και θαυματοποιούς που διαθέτουν στο δισάκι τους απαντήσεις για όλα. Όπως και να ‘χει, δε θεωρώ ότι ο συγγραφέας είναι κατ’ ανάγκη πιο ευφυής από τον αναγνώστη. Ο πρώτος οφείλει να φωτίζει τα γεγονότα ή τα προς διαπραγμάτευση θέματα κάθε βιβλίου του από πολλές πλευρές και ο δεύτερος να κινητοποιεί τη φαντασία και τη σκέψη του, να στοχάζεται και να καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα. Να τα συζητά ετούτα και με τους φίλους του. Να κοσκινίζονται έτσι οι γνώμες, να απλώνονται στο αλώνι του διαλόγου, να γνωριζόμαστε και να αντιλαμβανόμαστε όλοι την ξεχωριστή οντότητα του καθενός και το πολυδιάστατο της ψυχής και του λογισμού.

– Θεωρείστε ένας από τους πολυδιαβασμένους Έλληνες λογοτέχνες. Πώς το εισπράττετε αυτό; Είναι μια ευθύνη που σας αγχώνει όταν γράφετε ένα καινούριο βιβλίο;

Το εισπράττω με ενοχική χαρά. Κι αυτό γιατί δεν μπορώ και δε θέλω να αποκοπώ από τον πόνο που θερίζει ευρύτερα τριγύρω μας ή εντός του στενότερου οικογενειακού περιβάλλοντός μου. Όσον αφορά την ευθύνη για το επόμενο πόνημά μου, η όποια επιτυχία λειτουργεί ως δημιουργική πρόκληση και πρόσκληση.

– Στη «σέρρα. Η ψυχή του Πόντου», που όντως άγγιξε την ποντιακή ψυχή αναφέρετε πως «η μεγαλύτερη επανάσταση είναι η ανθρωπιά». Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια γι αυτήν την προσωπική διαπίστωση;

Καταρχάς να διευκρινίσω ότι στην έννοια «ανθρωπιά» συμπεριλαμβάνεται και ο σεβασμός προς το φυσικό περιβάλλον και τα ζώα. Ο άνθρωπος έχει μέσα του το αποκρουστικό και το αξιαγάπητο. Το άγριο και το ήμερο. Το καλό και το κακό. Όταν καταφέρνει σε ατομικό επίπεδο να υπερισχύσει η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η ανεκτικότητα προς το διαφορετικό κι εν γένει η αγαθή ψυχή, ενώ συνάμα πασχίζει για την καλλιέργεια της ψυχής και του πνεύματος, επιτυγχάνει την προσωπική του επανάσταση. Πολλές μικρές τέτοιες επαναστάσεις συνεπάγονται τη μέγιστη για το κοινωνικό σύνολο.

– Σε ποιο χρονικό σημείο της συγγραφής αποφασίζετε για τον επίλογο που θα δώσετε;

Η μαγεία της γραφής και για τον συγγραφέα εστιάζεται στην αγωνία του τι θα γίνει παρακάτω. Όσο πιο αργά καταλήγει στον επίλογο, τόσο περισσότερο γεννά η φαντασία του. Σε ό,τι με αφορά ακολουθώ πιστά αυτόν τον κανόνα.

– Από την ποιητική συλλογή «Το νερό των ονείρων» και το μυθιστόρημα «Μεθυσμένος δρόμος» με τα οποία σας γνωρίσαμε το 2000, πέρασαν δεκαοκτώ χρόνια. Τι έχει αλλάξει από τότε στο συγγραφικό σας ύφος;

Η γραφή είναι διαρκής άσκηση και μαθητεία. Θαρρώ ότι ανέβηκα πολλά σκαλοπάτια από τότε. Το ζητούμενο για μένα είναι πόσα μπορώ ακόμη να ανεβώ.

– Σε ποιο από τα πρώτα σας βιβλία αντιληφθήκατε πως μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά το πραγματικό με τη μυθοπλασία και η ιστορία με τη φαντασία;

Στο Ιμαρέτ, το οποίο ήταν και το πρώτο μου κοινωνικό μυθιστόρημα με φόντο την Ιστορία.

– Πόσες ώρες πορεύεστε καθημερινά με τους πρωταγωνιστές σας; Υπήρξε μέρα που προτιμήσατε την παρέα του Νετζίπ και του Παρασκευά ή της Θαρρενής και του Άνδη, από μια βαρετή και ανούσια συζήτηση ή εκδήλωση;

Συμπορεύομαι κατά τη διάρκεια της συγγραφής με τους μυθοπλαστικούς μου ήρωες δέκα έως και δεκαπέντε ώρες κάθε νύχτα, μια και τότε γράφω. Αποζητώ τη συντροφιά πολλών και αφότου ολοκληρωθεί η γραφή του βιβλίου στο οποίο πρωταγωνιστούν. Πλέον αποτελούν για μένα πρόσωπα που υπήρξαν στη ζωή μου και πράγματι προτιμώ αρκετές φορές να επικοινωνώ νοερά μαζί τους από το να συναγελάζομαι με αδιάφορες παρέες ή να συμμετέχω σε εκδηλώσεις όπου περισσεύει η αισθητική ευτέλεια.

– Ποιος από όλους αυτούς τους ανθρώπους που δώσατε σάρκα και οστά μέσα από τις σελίδες των βιβλίων σας είναι πιο κοντά στα πιστεύω και στον χαρακτήρα σας;

Στα πιστεύω μου προσεγγίζει ο ιδεατός άνθρωπος που κτίζουν μαζί και σε ένα μη διακριτό επακριβώς μείγμα ο παππούς Ισμαήλ από το «Ιμαρέτ», ο Μποκρουζέ από το «Άγιοι και δαίμονες», ο Φεϊζέλ Κιουλκάν από το «σέρρα» και ο σιορ Δονάτος από το «γινάτι». Όσο για τους ήρωές μου δε νομίζω ότι συγγενεύει ο χαρακτήρας κάποιου με τον δικό μου. Οι «καλοί» ήρωες με ξεπερνούν σε όλα κατά πολύ, ενώ οι «κακοί» απέχουν παρασάγγας.

– Διάβασα ότι επισκέπτεστε τα μέρη για τα οποία γράφετε. Υπάρχει κάποιο μέρος στη γη που θα σας ενέπνεε, ώστε να ξεκινήσετε κάποιο επόμενό σας μυθιστόρημα;

Ίσως το Άγιον Όρος, όπου μόνασε επί εξήντα τρία χρόνια ο αδελφός του παππού μου. Δεν τον επισκέφτηκα όταν ζούσε, ελλείψει χρημάτων, και αυτό μου δημιούργησε στη συνέχεια ενοχές. Το αποτέλεσμα ήταν να αναβάλλω διαρκώς την επίσκεψή μου στο Όρος. Το πιθανότερο θα την αναβάλλω και στο εξής, μια και φοβάμαι ότι μπορεί να μην επιστρέψω ποτέ ξανά στα εγκόσμια.

Βιογραφικό

Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε το 1960 στο χωριό Μελάτες της Άρτας, ενώ από το 1983 ζει στην Αθήνα. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τα εξής έργα του: Η ποιητική συλλογή «Το νερό των ονείρων» και το μυθιστόρημα «Μεθυσμένος δρόμος» (Ελληνικά Γράμματα 2000). Η συλλογή διηγημάτων «Μόνο να τους άγγιζα» (Κέδρος 2002), η οποία επανεκδόθηκε το 2017 από της εκδόσεις Ψυχογιός, εμπλουτισμένη ποικιλοτρόπως κι επιμελημένη στο σύνολό της με τον νέο τίτλο: «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ». Το μυθιστόρημα «Παντομίμα Φαντασμάτων» (Άγκυρα 2005), το οποίο κυκλοφόρησε σε επιμελημένη στο σύνολό της επανέκδοση το 2015 από τις Εκδόσεις Ψυχογιός με τίτλο: «Σάος» και υπότιτλο: «Παντομίμα Φαντασμάτων». Οι ποιητικές συλλογές: «Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών» και «Έρωτας νυν και αεί», με την οποία ήταν υποψήφιος στη μικρή λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (Εκδόσεις Ίκαρος 2006 και 2007). Το μυθιστόρημα «Ιμαρέτ», το οποίο τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, (Μεταίχμιο 2008 – Ψυχογιός 2015). Το «Ιμαρέτ» μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στα πολωνικά και τα τουρκικά. Από τις εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορεί σε δύο τόμους και η διασκευή του «Ιμαρέτ» σε νεανικό μυθιστόρημα (για παιδιά άνω των 10 ετών), με εικονογράφηση του σκηνογράφου Αντώνη Χαλκιά. Τίτλοι: «Ιμαρέτ: Οι δυο φίλοι και ο παππούς Ισμαήλ» και «Ιμαρέτ: Φάρσες, πόλεμος και όνειρα». Με το διήγημα «Ο Λευτέρης» συμμετείχε στο συλλογικό έργο «Τέλος καλά, όλα καλά» (Καστανιώτης 2012). Το μυθιστόρημα «Άγιοι και δαίμονες» (Μεταίχμιο 2011 – Ψυχογιός 2015). Το μυθιστόρημα «Ουρανόπετρα» (Μεταίχμιο 2013). Το μυθιστόρημα «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» (Ψυχογιός 2014). Το μυθιστόρημα «Σέρρα. Η ψυχή του Πόντου» (Ψυχογιός 2016).

Ο Γιάννης Καλπούζος έχει γράψει και τους στίχους στο παιδικό θεατρικό έργο «Τρυφεράκανθος» της Ελένης Πριοβόλου, καθώς και τους στίχους 80 τραγουδιών μεταξύ των οποίων τα: «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου» που ερμήνευσε η Γλυκερία, «Δέκα μάγισσες» με τον Γιάννη Σαββιδάκη, «Να ’σουν θάλασσα» με τη Νατάσα Θεοδωρίδου, «Τι μου ’χει φταίξει τι μου ’χει λείψει» με την Ελένη Πέτα, «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα» με τον Ορφέα Περίδη, το οποίο ερμήνευσε και ο Σωκράτης Μάλαμας και ο Μανώλης Λιδάκης, και άλλα πολλά γνωστά τραγούδια.