Συγγραφέας του βιβλίου Οι Σειρήνες του Βοσπόρου – Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη
Μακρύ και μοναχικό ήταν το συγγραφικό ταξίδι της Μαίρης Μαγουλά στην Πόλη, για να εκπληρώσει «έστω στο ελάχιστο μια ηθική υποχρέωση». Ήταν 2010 όταν έγραψε τις πρώτες λέξεις, εκείνες έφεραν τις πρώτες προτάσεις, για να φθάσουμε στο σήμερα και την ενδιαφέρουσα έκδοση που καταπιάνεται με τα Σεπτεμβριανά, αποδεικνύοντας πως το παρελθόν, όσο κι αν ξεμακραίνει, μας δένει με μια γραμμή ζωής που αναπόφευκτα μας οδηγεί πίσω στις ρίζες μας. Όπως λέει στο Vivlio-life η συγγραφέας «Με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία και αντλώντας πληροφορίες από άρθρα εφημερίδων της εποχής που κάλυπταν όλο το πολιτικό φάσμα της περιόδου, θέλησα μέσα από τη μυθοπλασία να κρατήσω ζωντανές τις μνήμες στους παλαιότερους αλλά και να γνωρίσω στους νεότερους τα γεγονότα που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στον αφανισμό του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη». Το βιβλίο αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος επειδή έχει γραφτεί αλλά και στηρίζεται σε μνήμες ανθρώπων που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Πόλη.
- Ο Βόσπορος πρωταγωνιστεί στα βιβλία σας και διαβάζοντας το βιογραφικό σας αντιλαμβάνεται κανείς πως η σχέση σας με την Κωνσταντινούπολη είναι σχέση ζωής. Γεννηθήκατε εκεί! Είναι ο μοναδικός λόγος που τοποθετείτε τους ήρωές σας στις γειτονιές της;
Ξεκινώντας να γράφω για την Πόλη, έναν τόπο που γεννήθηκα και δεν πρόλαβα να ζήσω, ήταν δεδομένο πως και οι ήρωές μου θα περιδιάβαιναν στα στενά σοκάκια της και θα ανέπνεαν τον αέρα της αφήνοντας τις ζωές τους να παρασύρονται απ’ τα ιδιόμορφα νερά του Βοσπόρου. Ο τόπος αυτός, με τον πολυπολιτισμικό και πολυφυλετικό χαρακτήρα του εκείνη την περίοδο, ήταν οι ίδιοι οι άνθρωποί του και μέσα από την ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα θεωρώ πως γίνεται περισσότερο αντιληπτός στον αναγνώστη. - Το βιβλίο σας συμπίπτει με τα 70 χρόνια από τα «Σεπτεμβριανά». Ήταν 6 Σεπτεμβρίου 1955 όταν ξεκίνησαν τα βίαια επεισόδια σε βάρος Ελλήνων και Αρμενίων της Κωνσταντινούπολης. Υπάρχουν κοντινά συγγενικά σας πρόσωπα που έζησαν εκείνες τις δραματικές στιγμές αλλά και το παρασκήνιο όσων συνέβησαν;
Και οι δύο γονείς μου γεννήθηκαν στην Πόλη όπως κι εγώ κι ο αδελφός μου. Εκεί έχτισαν τη ζωή τους, έκαναν την οικογένειά τους, έστησαν τις δουλειές τους, ανέπτυξαν σχέσεις φιλίας και γειτονίας με τους γύρω τους. Όλα φαίνονταν να κυλούν ομαλά μέχρι εκείνη τη νύχτα των γεγονότων που ήρθαν να αλλάξουν τα πάντα. Αγέννητη τότε, μικρό παιδί στις απελάσεις που ακολούθησαν το 1964 και ανάγκασαν τους γονείς μου να εγκαταλείψουν τον τόπο που θεωρούσαν δικό τους, μεγάλωσα μέσα στις δικές τους μνήμες για έναν χώρο γλυκών και πικρών αναμνήσεων που ταυτόχρονα αποτελούσε και έναν χώρο που έζησαν τα οδυνηρά γεγονότα-ορόσημο στην ιστορία του τόπου και τη δική τους. - «Τα Σεπτεμβριανά -μια προσχεδιασμένη καταστροφή, μια δεύτερη «άλωση», που οδήγησε στις απελάσεις του 1964- σάρωσαν τα πάντα». Δώστε μας μια μικρή πρόταση από το βιβλίο ενδεικτική των διώξεων που βίωσαν οι ήρωές σας.
«Ρούφηξε τη μύτη του κι έσπρωξε μπροστά του μια κόλα χαρτί διπλωμένη στη μέση, υποχρεώνοντάς τον με αγριεμένη φωνή και ματιά να υπογράψει. Θυμήθηκε έναν γνωστό του που λίγες μέρες πριν απελαθεί του είχε αφηγηθεί παρόμοιο περιστατικό. ¨Υπογράφοντας ένα έγγραφο που δεν ξέρεις τι γράφει, παραδέχεσαι πως έκανες κατασκοπία σε βάρος του τουρκικού κράτους. Τι να έκανα κι εγώ το υπέγραψα¨. Ένιωσε να παγώνει το αίμα στις φλέβες του. ……..«Μα πώς να υπογράψω κάτι που δεν ξέρω τι γράφει;» μουρμουρίζει …«Άκου, αν θες στο διαβάζω αλλά δεν θα σε αρέσει και μπορεί να φέρεις αντιρρήσεις που δεν θα ‘ναι για καλό σου. Κάνε ό, τι σου λέω και θα έχεις πέντε μέρες να δεις τι θέλεις και τι μπορείς να πάρεις, και ύστερα παίρνεις πατέρα και γυναίκα και παρουσιάζεσαι εκεί που θα σε πω για να απελαθείτε. Άντε γρήγορα λέγε γιατί έχω κι άλλους που περιμένουν». - «Πώς ξαναχτίζεις μια ζωή, όταν το μόνο που σου επέτρεψαν να πάρεις φεύγοντας ήταν «είκοσι δολάρια και είκοσι κιλά;» Αλήθεια πώς την ξανάχτισαν όλοι αυτοί οι πονεμένοι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης;
Όπως είχα ακούσει τον πατέρα μου να λέει δεν είχαν την πολυτέλεια να ζουν μόνο με μνήμες. Έπρεπε να δουλέψουν για να επιβιώσουν οι ίδιοι και η οικογένειά τους με παιδιά και παππούδες. Είχαν υποχρέωση να χτίσουν μια νέα ζωή με πίστη κι ελπίδα πως θα τα καταφέρουν. Ο πατέρας μου αλλά και οι περισσότεροι Ρωμιοί της Πόλης που αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την επώδυνη πορεία της εξορίας απ’ τον τόπο τους, χωρίς ποτέ να ξεχάσουν, κατάφεραν να μετατρέψουν τη γλυκόπικρη νοσταλγία σε ένα εξίσου ισχυρό συναίσθημα, την αισιοδοξία που αποτέλεσε οδηγό στη νέα τους ζωή. - «… θεώρησα πως ήταν πλέον η ώρα να ανάψει το φιτίλι και να προχωρήσω πιο βαθιά στην περίοδο 1955 – 1964, επιχειρώντας μέσα από τη μυθοπλασία να εκπληρώσω έστω στο ελάχιστο μια ηθική υποχρέωση», γράφετε. Μιλήστε μας γι αυτή την υποχρέωση.
Το μακρύ και μοναχικό συγγραφικό μου ταξίδι στην Πόλη, ταξίδι που ξεκίνησε το 2010, όταν για πρώτη φορά λέξεις άρχισαν να γίνονται προτάσεις, φανερώθηκε σε μένα σαν μια απόδειξη, πως το παρελθόν, όσο κι αν ξεμακραίνει, μας δένει με μια γραμμή ζωής που αναπόφευκτα μας οδηγεί πίσω στις ρίζες μας. Με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία και αντλώντας πληροφορίες από άρθρα εφημερίδων της εποχής που κάλυπταν όλο το πολιτικό φάσμα της περιόδου, θέλησα μέσα από τη μυθοπλασία να κρατήσω ζωντανές τις μνήμες στους παλαιότερους αλλά και να γνωρίσω στους νεότερους τα γεγονότα που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στον αφανισμό του ελληνισμού από την Κωνσταντινούπολη. - Κάποιοι από τους ήρωές σας είναι πρόσωπα αληθινά και κάποιοι άλλοι προϊόν φαντασίας, όπως διευκρινίζετε στο σημείωμά σας. Πόσο ψυχοφθόρο ήταν για σας να αφηγείστε γεγονότα που βίωσαν δικοί σας άνθρωποι;
Η ιστορική αφηγηματογραφία και η ανάδειξη του παρελθόντος ενός οδυνηρού για του Ρωμιούς της Πόλης παρελθόντος, μέσα από τις ζωές και των δικών μου ανθρώπων, ακόμα κι αν δεν είχα προσωπικές μνήμες υπήρξε ψυχοφθόρα μα ταυτόχρονα και λυτρωτική για μένα. - «… μέσα από τις διαδρομές των ηρώων μου να φωτίσω μια χρονική περίοδο που ελάχιστα καταγράφηκε και ακόμα λιγότερο ερμηνεύτηκε…» Η πρότασή σας αυτή, έχω την αίσθηση, πως χρήζει ιδιαίτερης προσέγγισης.
Ας αφήσουμε να την προσεγγίσει και να την ερμηνεύσει καλύτερα, ως ο πλέον αρμόδιος, ο ιστορικός του μέλλοντος… - Στο τέλος του βιβλίου έχετε προσθέσει το κεφάλαιο: Οι απελάσεις. Το ιστορικό πλαίσιο. Πιστεύετε πως αποδίδει την πραγματική διάσταση των Σεπτεμβριανών;
Όχι βέβαια. Έχουν γραφτεί πολλά βιβλία για τα ¨Σεπτεμβριανά¨ και τις απελάσεις και θα χρειαστούν ακόμα πολλές γραφές και μαρτυρίες για να δοθεί μια αληθινή ιστορική απάντηση στο ¨γιατί¨ που βασανίζει ακόμα τους εξόριστους της Πόλης. - Στέφανος Βλαστός, Βιολέτα Μοδινού, Ντιντιέ Μορέλ, Αιμιλία Αμπατζόγλου. Είναι τα μελαγχολικά πρόσωπα της πλοκής σας, τα οποία έχασαν χρόνια κυνηγώντας μια ευτυχία που ποτέ δεν ήρθε. Ας πάρουμε μια γεύση από αυτή την πλοκή.
Ο Στέφανος Βλαστός κοιτάζει από το παράθυρο του απαρτεμάν τα κοπάδια του κόσμου που ανεβοκατεβαίνουν τη Μεγάλη Οδό του Πέραν… Δεν υπάρχει Θεός που να μπορεί να συγχωρήσει τα αμαρτήματά του κι εκείνος έχει πάρει την απόφασή του… Η Βιολέτα Μοδινού, με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά της. Καμιά είδηση από εκείνον. Δεν κατάλαβε πώς πήρε να σκοτεινιάζει και πώς τα βήματά της την παρέσυραν ως εκεί. Έχουν δίκιο όσοι λένε πως ο Γαλατάς, είναι αλλόκοτη περιοχή. Πρέπει να επιστρέψει γρήγορα στο Τζιχανγκίρι. Η γιαγιά… Ο Ντιντιέ Μορέλ, διάσημος Γάλλος συγγραφέας, που τα τελευταία χρόνια, ύστερα από ένα ατύχημα στο Παρίσι, ζει και εργάζεται στην Istanbul, σπρώχνει το αναπηρικό αμαξίδιο μπροστά στο παράθυρο του γιαλί. Ακούει τα βαπόρια ν’ ανεβοκατεβαίνουν σφυρίζοντας τον Βόσπορο. Νιώθει πως οι ιστορίες που είχε στο μυαλό του εξαντλήθηκαν… Η Αιμιλία Αμπατζόγλου παρακολουθεί τα παιδιά της που παίζουν με τον πατέρα Χριστόφορο ενώ ο άντρας της παραμένει σιωπηλός. Το καλοκαίρι που ήρθε κι έσβησε κι αυτό, όπως κι όλα τα προηγούμενα των τελευταίων ετών, τη βρίσκει σε κακή διάθεση. Η προοπτική να περάσει άλλον έναν θλιβερό χειμώνα εδώ, στα Ταταύλα, νιώθει να την πνίγει.
Τίποτα δεν προμηνύει αυτά που θα συμβούν σε λίγες ώρες! - Κάποια κομμάτια σας τα έχετε αφήσει στα σοκάκια του Μπεμπεκιού, του χωριού όπου γεννηθήκατε. Πώς το θυμάστε σήμερα;
Από το 1994 που πήγα για πρώτη φορά, ύστερα απ’ το ¨φευγιό¨ μας το 1964, μέχρι σήμερα, έχουν αλλάξει πολλά στην Πόλη και στο προάστιό μας το Μπεμπέκι. Ωστόσο, ένα κομμάτι του, εκείνο των πρώτων χρόνων της ζωής μου, όπως αναλλοίωτο παραμένει στις λίγες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που έχω, αναλλοίωτο παραμένει και στη σκέψη και στην καρδιά μου. - Επιστρέψατε ποτέ εκεί για να αναζητήσετε τη γειτονιά σας, το σπίτι σας, τις γεύσεις και τις μυρωδιές που σημάδεψαν τη ζωή σας;
Κάθε φορά που επιστρέφω στην Πόλη, ανεβαίνω το ¨ντερέ σοκάκ¨, τότε ήταν σκαλάκια, ρίχνω τη ματιά μου στο μικρό μπαλκονάκι του σπιτιού μας που αν και πλήρως ανακαινισμένο διατηρεί την αρχική του μορφή και αναζητώ τη μικρή Μαριώ που ατένιζε τον Βόσπορο ακούγοντας τα αηδόνια.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Κωνσταντινούπολη, 6 Σεπτεμβρίου 1955. Ο Στέφανος Βλαστός κοιτάζει τον κόσμο που ανεβοκατεβαίνει τη Μεγάλη Οδό του Πέραν. Σκέφτεται πως σε λίγο θα τη διασχίσει μια τελευταία φορά. Δεν υπάρχει Θεός που να μπορεί να συγχωρήσει τα αμαρτήματά του… Είχε πάρει την απόφασή του… Η Βιολέτα Μοδινού με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά της. Κανένα γράμμα από εκείνον. Βλέπει τον ήλιο να κοκκινίζει πίσω απ’ τους μιναρέδες. Πρέπει να επιστρέψει αμέσως στο Τζιχανγκίρι. Η γιαγιά… Ο Ντιντιέ Μορέλ ακούει τα βαπόρια να σφυρίζουν στον Βόσπορο. Ανάκατες σκέψεις γυρίζουν στο μυαλό του. Τίποτα πια δεν έχει ενδιαφέρον, οι ιστορίες του εξαντλήθηκαν… Η Αιμιλία Αμπατζόγλου παρακολουθεί τα παιδιά της που παίζουν με τον πατέρα Χριστόφορο, ενώ ο άντρας της μένει σιωπηλός. Ακόμη δεν ξέρει ότι η μονότονη ζωή της στα Ταταύλα σε λίγο θα ανατραπεί… Πρόσωπα μελαγχολικά και ευάλωτα στο τραγούδι των Σειρήνων, τα οποία έχασαν χρόνια κυνηγώντας μια ευτυχία που ποτέ δεν ήρθε. Ένα μυθιστόρημα με φόντο τις ζωηρές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, όπου Ρωμιοί, Τούρκοι, Λεβαντίνοι, Αρμένιοι και Εβραίοι συμβιώνουν σε μια εύθραυστη αρμονία. Οι ήχοι της πόλης, οι φωνές από τα γιαλί, οι καμπάνες των ναών, το «Αλλάχ ου ακμπάρ» του μουεζίνη, τα κρωξίματα των γλάρων… Τίποτα δεν προμηνύει αυτό που θα συμβεί σε λίγες ώρες. Τη νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου 1955 όλα άλλαξαν. Τα Σεπτεμβριανά ─μια προσχεδιασμένη καταστροφή, μια δεύτερη «άλωση», που οδήγησε στις απελάσεις του 1964─ σάρωσαν τα πάντα. Πώς ξαναχτίζεις μια ζωή, όταν το μόνο που σου επέτρεψαν να πάρεις φεύγοντας ήταν «είκοσι δολάρια και είκοσι κιλά»;

Βιογραφικό
Η Μαίρη Μαγουλά γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στο Δημόσιο για τριάντα χρόνια. Ζει στο Πόρτο Ράφτη. Αγαπά το διάβασμα, τη μουσική, τον κλασικό αθλητισμό, τη φωτογραφία και τα ταξίδια.
Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο έχουν εκδοθεί τα μυθιστορήματά της:
Κύματα του Βοσπόρου (2015), Το πιο μακρύ ταξίδι (2017), Ως το τέλος του κόσμου (2019), Όταν πάγωσε ο Βόσπορος (2022).
Τα Κύματα του Βοσπόρου είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

No comments!
There are no comments yet, but you can be first to comment this article.