Συγγραφέας του βιβλίου «Ο άνθρωπος που έχασε τον εαυτό του» – Εκδόσεις Καστανιώτη

Ποιος και πώς να είναι άραγε «Ο άνθρωπος που έχασε τον εαυτό του»; Ίσως διαβάζοντας τα διηγήματα του Βασίλη Δανέλλη μπορέσουμε να διακρίνουμε τον ήρωα εκείνον που θα μας θυμίσει τον δικό μας χαμένο εαυτό. Τι κρύβουν, όμως, μέσα τους αυτές οι δυο καθημερινές λέξεις; Όπως λέει στο Vivlio-life ο συγγραφέας «Για κάθε εαυτό που χάνεις, ανακαλύπτεις έναν άλλον ή και πολλούς περισσότερους. Χαμένος εαυτός, λοιπόν, σημαίνει αλλαγή και ευκαιρία. Το πώς το αξιοποιεί ο καθένας, εξαρτάται από τον ίδιο…» Άλλωστε όπως επισημαίνει «συνειδητοποιώντας το παράλογο της ζωής, καταλαβαίνεις ότι το νόημα της δικής σου το καθορίζεις μόνος σου και μάλιστα με το βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω, μέσα από μια σειρά συνεχόμενων και επαναλαμβανόμενων απολογισμών και επαναπροσδιορισμών του εαυτού σου».

«Ο άνθρωπος που έχασε τον εαυτό του», βρίσκεται στη σελίδα 63. Δεν έχει όνομα και άρα θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Ακόμη και εμείς αλλά και εσείς που τον εμπνευστήκατε. Βαθιά σκεπτόμενο μας τον παρουσιάζετε. Τι θέλετε να κρατήσουμε από τις αλήθειες του;
Η ιδέα ενός ανθρώπου που ταξιδεύει στον χρόνο και αποσπά την προσοχή των γονιών του την ώρα της σύλληψής του, με αποτέλεσμα να γεννηθεί κάποιος άλλος στη θέση του, κάποιος που θα «έκλεβε» το όνομά του, το σπίτι του και τελικά ολόκληρη τη ζωή του, ήταν μια ιδέα που είχα για καιρό στο μυαλό μου. Ήθελα, όμως, η ιδέα να μην είναι απλώς ένα λογοτεχνικό εύρημα αλλά να αποτελέσει την αφορμή για να αναμετρηθώ με κάποια υπαρξιακά ερωτήματα που βασανίζουν εμένα, αλλά, όπως αναφέρετε κι εσείς, και πολλούς από τους αναγνώστες. Δεν έβρισκα τον τρόπο, μέχρι που σκέφτηκα να εγκιβωτίσω την αφήγηση αυτού του ανθρώπου μέσα στην αφήγηση ενός άλλου και, μάλιστα, αναξιόπιστου αφηγητή. Με αυτόν τον τρόπο, πετυχαίνω –ελπίζω- η ιστορία να μην διαβάζεται ως επιστημονική φαντασία, αλλά σε ένα συμβολικό επίπεδο. Επομένως, ο αφηγητής δεν είναι ένας, είναι δύο (ή μήπως όχι;) και είναι ανώνυμοι, ακριβώς επειδή θα μπορούσαν να είναι οποιοσδήποτε από εμάς. Λέτε ότι είναι σκεπτόμενος, αλλά υπήρξε ένας άνθρωπος με βεβαιότητες, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο, κάποιος που δεν προβληματιζόταν ιδιαιτέρως. Δεν θα ήθελα να υποδείξω στους αναγνώστες να κρατήσουν κάποια αλήθεια από το διήγημα, εξάλλου η αλήθεια του καθενός είναι διαφορετική και –για να παραφράσω τον μεθυσμένο αφηγητή- τι σημασία έχει τι πιστεύω εγώ; Θα ήμουν χαρούμενος, αν τους βοηθούσε να κατανοήσουν καλύτερα τους δικούς τους προβληματισμούς, αν το διήγημά μου ερέθιζε δημιουργικά τη σκέψη τους όπως συμβαίνει σε εμένα με διάφορα λογοτεχνικά έργα.

Εξηγείστε μας την πρόταση: «Όλοι χάνουν ή σώζουν τον εαυτό τους από μία συγκυρία».
Η ιστορία που συνοδεύει αυτή την πρόταση είναι χαρακτηριστική, νομίζω, και μάλιστα πραγματική! Γνωρίζω στ’ αλήθεια μια φιλόλογο που αν ήταν ένα εκατοστό ψηλότερη, σήμερα θα ήταν αστυνομικός και η ζωή της εντελώς διαφορετική. Το ίδιο συμβαίνει σε όλους μας. Ίσως όχι τόσο εντυπωσιακά, συμβαίνει πάντως. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις επιλογές που κάνουμε οι ίδιοι και πολλές φορές ανακαλούμε με τη σκέψη «αν είχα κάνει κάτι άλλο, τι θα είχε γίνει;» ή στις επιλογές των άλλων, αλλά ακόμα και τις ιστορικές συγκυρίες που φαινομενικά μοιάζουν άσχετες με τη ζωή μας. Σκεφτείτε, αν η φίλη μου είχε γίνει αστυνομικός, ο γιος της δεν θα είχε γεννηθεί και τώρα ένα άλλο παιδί θα είχε, όχι μόνο το όνομά του, αλλά και τη ζωή του κατά μία έννοια. Σκεφτείτε, επίσης, να μην είχε συμβεί ένα οποιοδήποτε ιστορικό γεγονός, για παράδειγμα η εθνική τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ο μισός πληθυσμός της Ελλάδας, που έχει προσφυγική καταγωγή, δεν θα είχε γεννηθεί ποτέ. Με εντυπωσιάζει πάντοτε η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι φαντασιώνονται μια εναλλακτική πραγματικότητα –περισσότερο ή λιγότερο «νοθευμένη»- χωρίς να συνειδητοποιούν τις συνέπειες που θα είχε στη ζωή τους ή ακόμα και στην ύπαρξή τους.

Χαμένος εαυτός. Έχετε κάποιον ορισμό για τις δυο λέξεις που βάλατε στη σκέψη μας μέσα από το βιβλίο σας;
Για να το συνδέσω και με την προηγούμενη ερώτησή σας: όταν συνειδητοποιείς ότι η ζωή σου καθορίζεται από διάφορες συγκυρίες, τις περισσότερες από τις οποίες δεν ελέγχεις, και οι οποίες δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη ή λογική αλληλουχία και πολύ εύκολα θα μπορούσαν να έχουν οδηγήσει κάπου αλλού, εκτιμάς τη ζωή και την ύπαρξή σου πολύ περισσότερο. Επίσης, συνειδητοποιώντας το παράλογο της ζωής, καταλαβαίνεις ότι το νόημα της δικής σου το καθορίζεις μόνος σου και μάλιστα με το βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω, μέσα από μια σειρά συνεχόμενων και επαναλαμβανόμενων απολογισμών και επαναπροσδιορισμών του εαυτού σου. Για κάθε εαυτό που χάνεις, ανακαλύπτεις έναν άλλον ή και πολλούς περισσότερους. Χαμένος εαυτός, λοιπόν, σημαίνει αλλαγή και ευκαιρία. Το πώς το αξιοποιεί ο καθένας, εξαρτάται από τον ίδιο. Ο μεθυσμένος αφηγητής του διηγήματος λέει: «Κατά κάποιον τρόπο έχασα κι εγώ τον εαυτό μου. Ή τον βρήκα. Δεν είμαι η καλύτερη εκδοχή του, ελπίζω ούτε η χειρότερη. Προσπαθώ μόνο να μη γίνω μία από τις αδιάφορες, εκείνες που θα ξεχνούσα ακόμα κι ο ίδιος, αν τύχαινε να βρεθώ στον δρόμο τους».Αυτή είναι μόνο μία ερμηνεία.

«Αυτόματος πωλητής διηγημάτων»! «Να κάτι ενδιαφέρον», γράφετε και συμφωνούμε μαζί σας. Λέτε η ευχή του ήρωά σας: «να μπορούσε να πατήσει ένα κουμπί και να τυπώσει κατευθείαν τα διηγήματά του», κάποτε να βγει αληθινή;
Η ιδέα για αυτό το διήγημα μού ήρθε διαβάζοντας την είδηση πως μια εταιρεία στη Γαλλία, ένας εκδοτικός οίκος στην πραγματικότητα, έβαλε μηχανήματα που τυπώνουν διηγήματα σε μετρό και καφέ. Τα διηγήματα αυτά τα γράφουν επίδοξοι συγγραφείς που κάνουν εγγραφή στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου και πληρώνονται αναλόγως με το πόσο τυπώνεται η ιστορία τους από τα μηχανήματα. O αλγόριθμος που φτιάχνει ιστορίες ήταν δική μου ιδέα -έτσι νόμιζα!- αλλά τις τελευταίες μέρες γίνεται πολύς λόγος για την εφαρμογή Chat GPT και άλλες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που δημιουργούν εικόνες. Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση που έχουν προκαλέσει. Ένα από τα ζητήματα που έχουν προκύψει, είναι ότι διάφοροι καλλιτέχνες διαμαρτύρονται ότι η τέχνη που «δημιουργούν» αυτές οι εφαρμογές πρόκειται στην πραγματικότητα για λογοκλοπή, καθώς ο αλγόριθμος αντιγράφει και ανασυνθέτει κομμάτια και λεπτομέρειες από το έργο πραγματικών καλλιτεχνών που βρίσκεται online. Η τεχνολογία εξελίσσεται τόσο ραγδαία που δεν αποκλείω στο μέλλον η σκέψη του ήρωα του διηγήματος να μπορεί να πραγματοποιηθεί. Είναι ευχή όμως ή κατάρα; Πάντως, ούτε σε αυτό το διήγημα με ενδιαφέρει η επιστημονική φαντασία –την οποία αγαπάω παρεμπιπτόντως- αλλά τη χρησιμοποιώ ως αφορμή για να καταπιαστώ με προβληματισμούς που αφορούν τη συγγραφή, τη λειτουργία του χώρου του βιβλίου και τη βιβλιοκριτική. Η διαφορά με τα υπόλοιπα διηγήματα είναι ότι σε αυτό υπάρχει σαρκαστική και αυτοσαρκαστική διάθεση και ένα νοητικό πείραμα που έθεσα στον εαυτό μου. Συνήθως, πρώτα γράφω μια ιστορία και στο τέλος βρίσκω έναν τίτλο που της ταιριάζει. Εδώ προσπάθησα να αντιστρέψω τη διαδικασία: ξεκινώντας από τους τίτλους της συλλογής να επινοήσω εναλλακτικά διηγήματα. Γενικώς, ο αναγνώστης θα διαπιστώσει ότι στο βιβλίο κρύβονται πολλές ιστορίες και μάλιστα αρκετές φορές σε απρόσμενες μορφές, «καμουφλαρισμένες» θα έλεγα, όπως τα διηγήματα μέσα σε αυτό το διήγημα, ή τη νουβέλα «Στο νησί των Λωτοφάγων» στις «Νεκρολογίες», ανύπαρκτα κείμενα και βιβλία που παρουσιάζονται ως υπαρκτά μέσω περιλήψεων και ψευδοκριτικών. Επίσης, στο τέλος θα συναντήσει και το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή μια αληθινή ιστορία που προσπαθεί να «καμουφλαριστεί» ως λογοτεχνία.

Εσείς θα ρίχνατε στην υποδοχή της μηχανής είκοσι λεπτά για να τυπώσετε σε ρολό ένα μυθιστόρημά σας;
Όχι. Όπως θα έχετε διαπιστώσει από τις προηγούμενες απαντήσεις μου, η διαδικασία της συγγραφής έχει θεραπευτικές ιδιότητες για μένα. Θέλω να βλέπω τα βιβλία μου τυπωμένα, αλλά τα απολαμβάνω πολύ περισσότερο όταν τα γράφω.

Ζείτε στην Κωνσταντινούπολη και διδάσκετε την ελληνική γλώσσα σε Τούρκους. Υπάρχει πράγματι ενδιαφέρον για τη γλώσσα μας από τους γείτονες και αν ναι, ποια ηλικιακή ομάδα και ποιου μορφωτικού επιπέδου είναι τα άτομα που επιθυμούν να τη διδαχθούν;
Ναι, υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον. Οι μαθητές μου είναι ενήλικες, από 18 ετών μέχρι και προχωρημένης ηλικίας. Το μορφωτικό τους επίπεδο είναι συνήθως υψηλό, αλλά νομίζω ότι αυτό ισχύει για όλους εκείνους που μαθαίνουν ξένες γλώσσες, όχι από ανάγκη ή για πρακτικούς λόγους, αλλά από αγάπη για τη γλώσσα και τον πολιτισμό.

Σε ποιο είδος ελληνικής λογοτεχνίας στρέφουν την προσοχή τους οι Τούρκοι και πόσο εύκολο είναι να βρει κάποιος ελληνικά βιβλία στα βιβλιοπωλεία της Κωνσταντινούπολης;
Δυστυχώς δεν μεταφράζονται πολλά ελληνικά βιβλία στα τουρκικά. Όπως σε όλον τον κόσμο, ο πιο γνωστός Έλληνας συγγραφέας είναι ο Καζαντζάκης. Επίσης, έχουν μεταφραστεί συγγραφείς που έχουν σχέση με την Τουρκία, όπως η Διδώ Σωτηρίου ή η Μαρία Ιωαννίδου, και γενικώς η γενιά του ‘30. Από σύγχρονους συγγραφείς έχουν μεταφραστεί κάποιοι, αλλά κατά τη γνώμη μου είναι λίγοι.

Βιβλία σας έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, όπως τούρκικα, ιαπωνικά, σλοβένικα, γερμανικά. Η αλήθεια είναι πως θα θέλαμε να μάθουμε ποιο βιβλίο σας μεταφράστηκε στα ιαπωνικά και πώς καταφέρατε να μπείτε σ’ αυτή την ιδιόμορφη εκδοτική αγορά.
Βιβλία μου έχουν μεταφραστεί μόνο στα τούρκικα. Στις υπόλοιπες γλώσσες που αναφέρατε έχουν μεταφραστεί κάποια διηγήματά μου. Στα Ιαπωνικά μεταφράστηκε ένα από τα πρώτα που έγραψα, με τίτλο “Alice”. Επίσης, σύντομα θα μεταφραστεί άλλο ένα, ως μέρος της συλλογής Ελληνικά εγκλήματα 5 (εκδόσεις Καστανιώτης), η οποία με τη σειρά της είναι μια εμπλουτισμένη εκδοχή του Yunan karası (εκδόσεις ιστός, Κωνσταντινούπολη), μιας συλλογής αστυνομικών διηγημάτων που γράφτηκαν για να εκδοθούν πρώτα στα τουρκικά και την οποία επιμελήθηκα μαζί με την καθηγήτρια στο τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Damla Demirözü. Οι μεταφράσεις στα ιαπωνικά είναι πρωτοβουλία ενός Ιάπωνα καθηγητή πανεπιστημίου που αγαπάει την ελληνική γλώσσα και την ελληνική αστυνομική λογοτεχνία και αποφάσισε να μεταφράσει το διήγημά μου και στη συνέχεια τα Ελληνικά εγκλήματα 5.

Η επόμενη ερώτηση εύλογη: Έχετε διαβάσει ιαπωνικό μυθιστόρημα και, αν ναι, πώς βρίσκετε τη λογοτεχνία στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου;
Έχω διαβάσει Μουρακάμι και Καβαμπάτα και μερικά Honkaku, ένα ιδιαίτερο είδος μυστηρίων κλειδωμένου δωματίου. Υπάρχουν και άλλοι Ιάπωνες συγγραφείς που θα ήθελα να διαβάσω, όπως τους Κενζαμπούρο Όε και Κόμπο Άμπε. Από τα λίγα βιβλία που έχω διαβάσει, κάποια μου άρεσαν πολύ, κάποια λιγότερο, σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι Ιάπωνες έχουν μεγάλη και σοβαρή παράδοση στη λογοτεχνία.

Ελληνική Αστυνομική λογοτεχνία. Είναι στα καλύτερά της λένε. Ως ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας σίγουρα έχετε άποψη, που θα θέλαμε να λάβουμε υπόψη μας.
Η «άνθηση» της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας έχει ξεκινήσει από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν τουλάχιστον είκοσι χρόνια για να καθιερωθεί στη συνείδηση των αναγνωστών, των εκδοτών, αλλά και των ίδιων των συγγραφέων. Αναφέρω χαρακτηριστικά ότι το 2011 που βγήκε το πρώτο μου βιβλίο, «Μαύρη μπίρα», εκδόθηκαν μόλις 17 αστυνομικά μυθιστορήματα, ενώ σήμερα εκδίδονται περισσότερα από 60 τον χρόνο. Εκείνη την εποχή, η νεοσύστατη Ε.Λ.Σ.Α.Λ. είχε ως στόχο την υπεράσπιση της αστυνομικής λογοτεχνίας, η οποία θεωρούνταν ακόμα παραλογοτεχνία. Σήμερα, αυτό το στοίχημα έχει κερδηθεί με τη συμβολή και της Λέσχης μας. Από τότε κυκλοφόρησαν σημαντικές μελέτες, δοκίμια, θεωρητικά κείμενα και ειδικά αφιερώματα στον Τύπο, ενώ ακόμα και η ακαδημαϊκή κοινότητα έχει αρχίσει δειλά δειλά να ασχολείται με το είδος. Το 2012 διοργανώθηκε το θεματικό συμπόσιο της Σχολής Μωραΐτη και το 2016 το συνέδριο «Έγκλημα και κρίση» από το Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ, ενώ πλέον εκπονούνται και σχετικές διατριβές και μεταπτυχιακές εργασίες.

Υπάρχουν πολλές «σχολές» Αστυνομικής Λογοτεχνίας με τη Σκανδιναβική να κρατάει τα αναγνωστικά σκήπτρα. Ποια είναι η πιο σημαντική διαφορά που εντοπίζετε ανάμεσα στην Ελληνική και τη δημοφιλή του βορρά;
Το Nordic noir είναι ένα αυστηρά τυποποιημένο είδος που γνωρίζει τεράστια επιτυχία και, όπως σωστά αναφέρετε, αυτή τη στιγμή είναι το κυρίαρχο υποείδος της αστυνομικής αφήγησης. Αντιθέτως, η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία δεν συνιστά σχολή. Υπάρχουν Έλληνες αστυνομικοί συγγραφείς το έργο των οποίων θα μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί σε διάφορα υποείδη, ανάμεσά τους και το Nordic noir. Θα έλεγα ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη διαφορά. Εκτός από αυτό, όμως, ο κόσμος του Nordic noir είναι μια επίπλαστη ουτοπία σε διαρκή κίνδυνο, η οποία πάντα διασώζεται από έναν ηρωικό ντεντέκτιβ. Αντιθέτως, στην ελληνική, όπως και γενικότερα στην αστυνομική λογοτεχνία της Βαλκανικής, συνήθως κανείς δεν βγαίνει νικητής, το σκηνικό είναι περισσότερο «μετα-αποκαλυπτικό» και οι χαρακτήρες δεν έχουν τίποτα το ηρωικό.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο συγγραφέας ανακαλύπτει τον Δον Κιχώτη σε μια καφετέρια και μαζί ξεκινούν να σώσουν τη Δουλτσινέα. Η συνομοσπονδία των ψυχών του Μιλτιάδη Ρούσσου συγκαλείται εκτάκτως για να πάρει μια κρίσιμη απόφαση. Ένας άνθρωπος χάνει τον εαυτό του, όταν ταξιδεύει στον χρόνο και αποσπά την προσοχή των γονιών του την ώρα της σύλληψής του. Ένας επίδοξος συγγραφέας διαπιστώνει με έκπληξη ότι ένας αυτόματος πωλητής διηγημάτων τυπώνει τις ιστορίες που έχει στο μυαλό του.
Αυτές και άλλες αληθινές ιστορίες αποτελούν τα διηγήματα της συλλογής. Διηγήματα που κρύβουν ακόμα περισσότερα διηγήματα, νουβέλες ή παραμύθια, ενώ ταυτόχρονα επικοινωνούν μέσα από υπόγειες διαδρομές με άλλους λογοτεχνικούς κόσμους. Ιστορίες που ξεκινούν με συνηθισμένους ανθρώπους σε καθημερινές καταστάσεις και σταδιακά εξελίσσονται σε απίθανες περιπέτειες, αναζητούν και υπερβαίνουν τα όρια της πραγματικότητας και τελικά οδηγούν σε έναν «τόπο», όπου τα σύνορα της μυθοπλασίας με τον αισθητό κόσμο, αλλά και της γραφής με την ανάγνωση, δεν είναι ούτε σταθερά ούτε αδιαπραγμάτευτα.

Βιογραφικό
Ο Βασίλης Δανέλλης γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τέσσερα μυθιστορήματά του: Μαύρη μπίρα (2011), Λιβάδια από ασφοδίλι (2014), Άνθρωπος στο τρένο (2016) και Νεκρές ώρες (2017). Ο άνθρωπος στο τρένο ήταν υποψήφιο για τρία λογοτεχνικά βραβεία, ενώ η Μαύρη μπίρα και οι Νεκρές ώρες έχουν μεταφραστεί στα τουρκικά. Επίσης, έχει συνεπιμεληθεί τις συλλογές διηγημάτων Balka Noir (με τον Γιάννη Ράγκο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018) και Yunan karası (με την Damla Demirözü, İstos, Τουρκία 2018). Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα τουρκικά, σλοβενικά, γερμανικά και ιαπωνικά. Είναι ιδρυτικό μέλος της ΕΛΣΑΛ (Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας) και μέλος της συντακτικής ομάδας της επιθεώρησης αστυνομικής λογοτεχνίας Πολάρ.