Συγγραφέας του βιβλίου «ασυγχώρητο ΛΑΘΟΣ» – Εκδόσεις «Ψυχογιός»

Μια δυνατή γυναίκα, που στα δεκατρία της κακοποιήθηκε από το αφεντικό της, είναι η πρωταγωνίστρια του νέου βιβλίου της Γιόλας Δαμιανού – Παπαδοπούλου. Παρακολουθώντας τη ζωή της σελίδα τη σελίδα, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως αυτή η γυναίκα, που δείχνει κενή από αισθήματα στην πραγματικότητα φοβάται να μην πληγωθεί. Όπως λέει στο Vivlio-life η συγγραφέας, η ιστορία της Μαργαρίτας είναι εμπνευσμένη από μια γυναίκα που για αρκετά χρόνια κρατούσε ζεστό το ενδιαφέρον της κοινωνίας. Σκοπός της είναι η ηρωίδα της να προκαλέσει τον θαυμασμό των αναγνωστών, γιατί μέσα από τα βάσανα βρήκε το κουράγιο να προχωρήσει μπροστά, αντλώντας δύναμη από την αγάπη για το χαμένο της παιδί που ποτέ δεν έπαψε να αναζητά αλλά και την ίδια τη στάση της απέναντι στη ζωή και την αδικία. Πολέμησε με νύχια και με δόντια και για τα δύο, καταφέρνοντας να κρατήσει αμόλυντη την ψυχή της κι ας ζούσε μέσα στην ασχήμια του υπόκοσμου…

Παρατηρώντας το εξώφυλλο του βιβλίου σας, μου κάνει εντύπωση, πως η πρώτη λέξη του τίτλου ξεκινά με πεζό και η δεύτερη είναι γραμμένη με κεφαλαία γράμματα. Είναι φανερό πως θέλετε να δώσετε έμφαση στη λέξη. Ποιο είναι αυτό το ΛΑΘΟΣ και πόσο θα επηρεάσει τη ζωή της Μαργαρίτας;


Το «λάθος» της Μαργαρίτας ήταν η άγνοια για τη ζωή. Στα δεκατρία κανείς δεν την δίδαξε πως πίσω από το «όμορφο» υπάρχει το «άσχημο», πίσω από τη χαρά, η θλίψη. Ο χορός έγινε πάθος, μια δύναμη που της έδινε τη δυνατότητα να πετάξει ίσα με τα αστέρια. Ακόμα και μέσα στα καταγώγια που χόρευε η βρωμιά δεν άγγιξε την ψυχή της. Αυτή την λάθος επιλογή είναι που δεν της συγχώρεσε η κοινωνία. Η ίδια κοινωνία που πρώτη οδήγησε τα βήματά της σ’ αυτή την κατεύθυνση, μετά την περιφρόνησε.

Η ηρωίδα σας, όπως εξηγείται στη «Σαν πρόλογο» τοποθέτησή σας «είναι μια γυναίκα που αγάπησε πολύ τους άντρες, το χρήμα και τη δόξα!». Ποια χαρακτηριστικά συνθέτουν την προσωπικότητά της;


Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο του χαρακτήρα της είναι το πείσμα, να αγωνίζεται και ποτέ να μην τα παρατάει. Έτρωγε συνεχώς χαστούκια από τη ζωή, έπεφτε και σηκωνόταν, ξανά έπεφτε και σηκωνόταν και κάθε φορά έβαζε στόχους να φτάσει τη ζωή της ψηλά. Με την ομορφιά της κατακτούσε τους άντρες αλλά και την αμόλυντη ψυχή της τόσο ασυμβίβαστη με την ασχήμια του υποκόσμου. Άλλο ένα χαρακτηριστικό της ήταν η θέλησή της να μελετά και να αποκτά γνώσεις. Έτσι κατάφερε από τα καταγώγια να φτάσει στα σαλόνια.

Από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο αντιλαμβανόμαστε πως η Μαργαρίτα ξεκίνησε με λάθος βάσεις τη ζωή της. Στα οκτώ της βρέθηκε από την επαρχία στο αρχοντικό μιας πλούσιας οικογένειας και στα δεκατρία της στο κρεβάτι του αφεντικού… «Αυτό, μωρό μου, θα είναι το μικρό μας μυστικό», της είπε όταν την εκμεταλλεύτηκε, χωρίς να σκεφτεί ότι πρόκειται για ένα μικρό κορίτσι. Μπορεί, άραγε, ένα παιδί αυτής της ηλικίας να μην κρατήσει το κακό μυστικό; Πώς θα ήταν, άραγε, η ζωή της Μαργαρίτας (και του κάθε παιδιού) αν δεν υπάκουε;


Ο θύτης όχι μόνο εκφοβίζει το θύμα του αλλά δημιουργεί κι ένα κλήμα ενοχής έτσι ώστε να μην θέλει από μόνο του να μιλήσει. Τα ένοχα μυστικά πολλών ανθρώπων μένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στην ψυχή να αναβιώνουν την ασχήμια μέχρι το τέλος της ζωής τους. Ευτυχώς στις μέρες μας μετά από πολλά προγράμματα διαφώτισης και οργανωμένα σύνολα οι νέοι βρίσκουν το θάρρος και ζητούν βοήθεια. Το δίλημμα της Μαργαρίτας όταν ρωτούσε την Ξανθίππη ήταν «αν έλεγα όχι θα σταματούσε;» και η γριά υπηρέτρια δακρυσμένη της είπε «όχι κορίτσι μου» θέλοντας να πει «αυτή είναι η μοίρα μας».

Αναγκάζεται φεύγοντας από το σπίτι που έχασε για πάντα την αθωότητά της να αφήσει το παιδί της. Όμως μέσα από τα βάσανα που της έχει φυλαγμένα η ζωή, εκείνη αντλεί δύναμη και προχωράει μπροστά, προκαλώντας τον θαυμασμό του αναγνώστη. Αυτό θέλατε να πετύχετε;


Ναι αυτό ήθελα και χαίρομαι αν το πέτυχα. Σε κάθε μου βιβλίο φτιάχνω μια δυνατή ηρωίδα προσπαθώντας να δίνω αισιόδοξες σκέψεις και μηνύματα γιατί συχνά πνιγόμαστε μέσα στα μικρά καθημερινά, ενώ εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που παλεύουν με λιοντάρια. Η Μαργαρίτα κατάφερε τον πόνο της απώλειας του παιδιού της να τον κάνει όπλο και δύναμη για να πετύχει τον σκοπό της. Ποτέ δεν έπαψε να αγωνίζεται να βρει το παιδί της. Όμως πίστευε πως για να τα καταφέρει έπρεπε να ανεβάσει τη ζωή της ψηλά και να κερδίσει την υπόληψη της κοινωνίας. Τα λόγια που της πέταξε η Αθηνά «είσαι μια πόρνη δεν σου αξίζει να είσαι μάνα» έγιναν σύνθημα στον αγώνα της.

Ήταν μόνο το αίσθημα της επιβίωσης που την έκανε να σηκώνεται κάθε φορά που έπεφτε ή και κάτι άλλο; Και το ρωτώ γιατί γυναίκες που έζησαν μια τέτοια τραυματική εμπειρία στα παιδικά τους χρόνια δεν μπόρεσαν ποτέ να ισορροπήσουν ούτε μέσα τους ούτε στην κοινωνία.


Το κίνητρο που της έδινε τη δύναμη πιστεύω πως ήταν το παιδί της. Αλλά και το αίσθημα της αδικίας. Κανείς δεν της έδωσε ποτέ αγάπη. Η μάνα την αποχαιρέτησε χωρίς αγκαλιά, ούτε φιλί. Την πρόσταξε μόνο να κάνει καλά τη δουλειά της. Η μικρή γεμάτη απόγνωση ρωτούσε την Ερατώ «εκεί που πάω πώς θα είναι οι άνθρωποι θα είναι καλοί;» και η απάντηση ήρθε ψυχρή χωρίς καθησυχασμό «θα έχεις να τρως». Όλα αυτά ήταν ένα επίστρωμα αντοχής στην ψυχή του μικρού παιδιού που έπαιξε ρόλο στις μετέπειτα δυσκολίες. Δεν είχε ποτέ τίποτα και ούτε περίμενε ποτέ τίποτα από κανέναν.

Και κάπως έτσι, ενώ ο καιρός κυλά, η Μαργαρίτα περνά το κατώφλι του χοροδιδασκαλείου. Είναι η στιγμή που η ζωή θα της δείξει το άλλο της πρόσωπο; Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα αυτού του κοριτσιού που όσο προχωρούν οι σελίδες μεγαλώνει και γίνεται μια ώριμη γυναίκα, υπάρχουν σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο που γνωρίζετε ή σας μίλησαν κάποτε γι αυτό;


Το μυθιστόρημα είναι εμπνευσμένο από τη ζωή μιας γυναίκας που για αρκετά χρόνια κρατούσε το ενδιαφέρον της κοινωνίας για τους έρωτες, τα πλούτη και τα μεγαλεία της. Πίσω από το όνομά της υπήρχε ένα μυστήριο και σε μια εποχή που δεν υπήρχαν πολλά μέσα ενημέρωσης ο κόσμος πιανόταν από τις φήμες, έφτιαχνε δικές του ιστορίες κι έβγαζε τα δικά του συμπεράσματα. Μικρή άκουγα πολλές ιστορίες γι’ αυτήν που μου φαίνονταν σαν παραμύθι. Μέσα στα χρόνια η γυναίκα αυτή ξεχάστηκε μέχρι πρόσφατα που τυχαία έπεσε στα χέρια μου ένα άρθρο που αναφερόταν σ’ αυτήν κι έτσι έμαθα τα πραγματικά γεγονότα γύρω από τη ζωή της. Αυτή η γυναίκα με ενέπνευσε και θέλησα να κάνω μια ηρωίδα που να της μοιάσει. Πήρα εκείνα τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς της που την ανάδειξαν σαν μια περσόνα της εποχής της κι έφτιαξα την δική μου ηρωίδα τη Μαργαρίτα. Και φυσικά η Μαργαρίτα θα ζήσει τη δική της ιστορία.

Τι θα λέγατε στις γυναίκες που βρίσκουν την Μαργαρίτα τολμηρή, ίσως και αδίστακτη;


Η Μαργαρίτα ήταν μια γυναίκα που αγαπούσε τον εαυτό της και πίστευε πολύ στις δυνατότητές της. Από παιδί όταν περπατούσε ξυπόλητη με κουρέλια, έφτανε να κοιταχτεί στον καθρέφτη για να πεισθεί πως «είμαι όμορφη και μια μέρα η καλή μου νεράιδα θα με ντύσει στα μεταξωτά». Η επιθυμία να ανεβάσει τη ζωή της ψηλά άρχισε να καλλιεργείται από νωρίς μέσα της. Στην πραγματικότητα ήταν ένα ευαίσθητο και πονόψυχο πλάσμα, πληγωμένο από τη ζωή. Και η ίδια παραδεχόταν πως ήταν κενή από αισθήματα. Στην πραγματικότητα από φόβο δεν έδειχνε την «αγάπη» για να μην πληγωθεί.

Εκτός από το πείσμα και την προτροπή να βάζουμε στόχους και να τους κυνηγάμε τι άλλο θέλετε να κρατήσουμε από την όμορφη ιστορία σας;


Να μάθουμε να εκτιμούμε τις μικρές καθημερινές χαρές, να ζούμε τις στιγμές και να συντηρούμε τη φιλία και την αγάπη χωρίς να τα θεωρούμε σαν δεδομένα. Χρόνος στη ζωή μας υπάρχει πολύς, ας κάνουμε παύσεις για να χαιρόμαστε αυτά που έχουμε. Να μην τρέχουμε πάντα να προλάβουμε το τρένο. Από τη ζωή μας περνούν πολλά τρένα αν φύγει το ένα θα έρθει το άλλο. Αυτό που μετρά είναι να ζούμε τις στιγμές!

Ένα κεφάλαιο στο οποίο ο αναγνώστης θα βαδίσει μαζί με την ηρωίδα σας είναι εκείνο της φιλίας. Εσείς πιστεύετε στη φιλία; Πόσο μπορεί να διαμορφώσει τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου;


Η φιλία είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μας. Αυτό το έμαθα στην Αφρική εκεί όπου δεν υπάρχουν συγγενείς, υπάρχουν μονάχα φίλοι στις χαρές και στις λύπες, στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, στην ανακούφιση και στην απόγνωση! Η φιλία διαμορφώνει τον χαρακτήρα ενός ατόμου, το κάνει κοινωνικό, το μαθαίνει να σέβεται και να εμπιστεύεται αυτούς που θα επιλέξει για φίλους και γενικά τα άτομα αυτά είναι πιο χαρούμενα. Πιστεύω πως είμαι μια αφοσιωμένη, φίλη που ξέρει να ακούει με υπομονή!

Φθάνοντας στον επίλογο του βιβλίου σας, πιστεύετε πως εμείς οι αναγνώστες θα συγχωρήσουμε τα σφάλματα της Μαργαρίτας που οδήγησαν στο «ασυγχώρητο ΛΑΘΟΣ»;


Πιστεύω πως ναι. Πρέπει να μάθουμε να συγχωράμε τα λάθη για να συγχωρούν και οι άλλοι τα δικά μας. Δυστυχώς όμως η κοινωνία συγχωρεί τα μεγάλα λάθη των «μεγάλων» και τιμωρεί τα ασήμαντα καθημερινά των απλών ανθρώπων.

Εσείς θα συγχωρούσατε σε κάποιο αγαπημένο σας πρόσωπο ένα ασυγχώρητο λάθος; Για να το θέσω αλλιώς: Υπάρχουν λάθη που δεν συγχωρούνται;


Ναι θα μπορούσα να συγχωρέσω ένα λάθος αφού φροντίσω να καταλάβω τους λόγους που έγινε. Αυτοί που δεν συγχωρούν κουβαλούν ένα ασήκωτο βάρος στη ζωή τους αλλά δεν το αντιλαμβάνονται.

Ζήσατε πολλά χρόνια στο Κονγκό και στη Νιγηρία. Περιγράψτε μας την πιο δυνατή εικόνα που σας έμεινε χαραγμένη στο μυαλό από δυο χώρες τόσο μακρινές και τόσο, μα τόσο διαφορετικές.


Λόγω έλλειψης σχολείων στο Κονγκό μέναμε με τη μητέρα μας στην Κύπρο. Είμαστε 4 αδερφές. Το 1964 όταν έγιναν οι πρώτοι βομβαρδισμοί των τούρκων στην Κύπρο, ο πατέρας μάς ξεσήκωσε άρον άρον να μας πάει στο Κογκό για να μην κινδυνεύσουμε. Όμως μόλις φτάσαμε διαπιστώσαμε πως στη χώρα επικρατούσε ανταρσία. Ήταν η επανάσταση του Λουμούμπα. Όπου πηγαίναμε συναντούσαμε στρατιώτες με τα όπλα στραμμένα απάνω μας. Μετά από τρεις μέρες καταφέραμε να φτάσουμε οδικώς στην πόλη όπου ζούσε ο πατέρας. Μας υποδέχτηκε η ελληνική παροικία, κάναμε φίλους. Μα δεν κράτησε πολύ. Ύστερα από δύο μήνες ένα κομβόι αυτοκίνητα με έλληνες από τη διπλανή πόλη μας ξεσήκωσαν να τους ακολουθήσουμε γιατί έρχονται οι επαναστάτες προς τα μέρη μας. Ήταν πολύ επικίνδυνοι, τους οδηγούσε μια μάγισσα, με ουσίες και ξόρκια για να ακολουθούν πιστά τις εντολές της. Από όπου περνούσε ξεσήκωνε χωριά ολόκληρα στο διάβα της και προκαλούσαν τον όλεθρο από όπου περνούσαν. Μπήκαμε λοιπόν στα αυτοκίνητα χωρίς αποσκευές να γλυτώσουμε, οι στρατιώτες άρχισαν να λεηλατούν τα σπίτια και τις δουλειές μας πριν καλά καλά φύγουμε. Καταλήξαμε σ’ ένα gamereserve κάπου 200 άνθρωποι πιστεύοντας πως θα μέναμε 2-3 μέρες να περάσει το κακό και μετά να επιστρέψουμε. Όμως τα πράγματα χειροτέρεψαν. Οι επαναστάτες έρχονταν προς το μέρος μας. Οι φήμες οργίαζαν, βίαζαν γυναίκες, έδεναν καλόγριες και παπάδες γυμνούς και τους έσερναν με τα αμάξια. Ο πανικός μας δεν περιγράφεται. Μπήκαμε ξανά στα αυτοκίνητα και βάλαμε πλώρη για τα σύνορα της Ουγκάντας. Βρήκαμε πολλά εμπόδια στη διαδρομή, δεν μας κυνηγούσαν μόνο οι επαναστάτες αλλά και οι στρατιώτες που προσπαθούσαν με εκφοβισμούς να αποσπάσουν χρήματα. Όταν τελικά φτάσαμε στα σύνορα δεν μας άφησαν να μπούμε. Περάσαμε δύο βράδια στην ύπαιθρο στο Victoria National Park. Κοιμηθήκαμε κάτω από τον έναστρο ουρανό με τα γρυλίσματα των αγριμιών γύρω μας. Κι εγώ ένα κορίτσι 14 χρονών το μόνο που ζητούσα ήταν ένα κομμάτι χαρτί και μολύβι να καταγράψω τους φόβους της καρδιάς μου. Σ’ αυτή την περιπέτεια η θεία Χρυστάλλα δεν τα κατάφερε. Ζούσε με τον άντρα και τα δυο της παιδιά σ’ ένα μικρό χωριό μέσα στο δάσος. Μπήκαν οι επαναστάτες και τους αιχμάλωτους για ένα μήνα και μετά μαζί με άλλους λευκούς τους οδήγησαν στο δάσος. Βίασαν την δωδεκάχρονη κόρη της και μετά την σκότωσαν, σκότωσαν τον 9 χρονών γιό της και τον άντρα της. Η ίδια έμεινε λιπόθυμη στο χώμα βουτηγμένη στο αίμα τους. Την περιμάζεψαν οι μισθοφόροι. Την κουβαλούσα χρόνια μέσα μου αυτή την ιστορία κι έγινε το πρώτο μου μυθιστόρημα «Ο ψίθυρος του δάσους» εκδ. Άγκυρα. Κυκλοφόρησε το 1992. Ζούσα τότε παντρεμένη στην Νιγηρία.

Έχετε σκεφτεί την επόμενη ιστορία σας;


Αμυδρά δεν έχω ακόμα ολοκληρωμένη άποψη και χρειάζομαι πολλές έρευνες.

Μαρία Τσακίρη σας ευχαριστώ θερμά γι αυτή τη συνέντευξη, την ευχαριστήθηκα γιατί με βάλατε να κάνω μια εις βάθος ανάλυση της ηρωίδας μου.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Μαργαρίτα ήταν μόλις οχτώ χρόνων όταν οι γονείς της την έστειλαν παραδουλεύτρα σ’ ένα αρχοντικό στην πόλη. Στα δεκατρία της, το αφεντικό την εκμεταλλεύτηκε και, αφού της πήρε το παιδί της, την πέταξε στον δρόμο. Τότε, εκείνη τυχαία ανακάλυψε την κλίση της στον χορό και την έκανε επάγγελμα. Έγινε χορεύτρια σε καμπαρέ. Έτσι άρχισε το μοναχικό ταξίδι μιας γυναίκας που η μοίρα τη χτύπησε αλύπητα. Αλλά δεν το έβαλε κάτω. Έπεφτε και ξανασηκωνόταν με πείσμα, προκειμένου να κερδίσει την υπόληψη μιας άσπλαχνης κοινωνίας που δε συγχωρεί και να βρει το χαμένο παιδί της.
Η ζωή της ήταν ένα δάσος από άντρες που την αγάπησαν, τη δίδαξαν, την ξεγέλασαν ή την πρόδωσαν. Στη μέση του δάσους το πιο ψηλό δέντρο την παρακινούσε να μη σταματά την ανοδική πορεία. Έτσι, η Μαργαρίτα κατόρθωσε να αποκτήσει ό,τι επιθυμούσε: δόξα και χρήμα. Μόνο που ξέχασε να επενδύσει στην αγάπη και τη φιλία. Και αυτό η ζωή δεν της το συγχώρησε ποτέ.
Η συγκινητική ιστορία για τη δύναμη ψυχής μιας γυναίκας που κατάφερε να διαγράψει το παρελθόν και να κατακτήσει τον κόσμο.

Βιογραφικό
Η Γιόλα Δαμιανού – Παπαδοπούλου, γεννήθηκε στη Λευκωσία. Έζησε πολλά χρόνια στο Κονγκό και στη Νιγηρία. Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικούς σταθμούς, περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου σε χρονογράφημα, πολιτιστικά και έρευνα. Έχει γράψει μυθιστορήματα για ενηλίκους και παιδιά, ενώ για το έργο της έχει αποσπάσει κρατικά βραβεία και πολλές διακρίσεις σε Κύπρο, Ελλάδα και Ευρώπη. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ, ΑΝ ΗΞΕΡΑ ΑΛΛΙΩΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ και ΗΛΕΚΤΡΑ, ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ και ΑΣΥΓΧΩΡΗΤΟ ΛΑΘΟΣ.