Συγγραφέας του βιβλίου Σώμα ερωτικό, η ιστορία μιας μεταφράστριας – Εκδόσεις Καστανιώτη.


Εμπνευσμένη από ένα υπαρκτό «ελάχιστα φωτισμένο πρόσωπο των ελληνικών γραμμάτων» είναι η νουβέλα που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την υπογραφή της Εύας Μ. Μαθιουδάκη. Στη φανταστική της ηρωίδα, η συγγραφέας έδωσε το όνομα Στέλλα Καρατζά αλλά στο επίμετρο του βιβλίου διευκρινίζει πως συγκέντρωσε και παραθέτει τα ελάχιστα πραγματολογικά στοιχεία που μπόρεσε να συλλέξει για την ζωή της μεταφράστριας Στέλλας Βουρδουμπά. Όπως λέει στο Vivlio-life, πρόκειται για «ένα εγχείρημα να αποδώσω φόρο τιμής όχι μόνο στην Στέλλα Βουρδουμπά αλλά ευρύτερα στους μεταφραστές των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και εμμέσως να παρουσιάσω την ιστορία της μεταφρασμένης λογοτεχνίας στην Ελλάδα με τους Ρώσους και Γάλλους κλασικούς, να μονοπωλούν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού».

  • Η ιστορία μιας μεταφράστριας στα όρια πραγματικού και μυθοπλασίας. Έτσι ξεκινάει το οπισθόφυλλο του βιβλίου σας και θα ήταν καλό να γνωρίζουμε με ποιο κριτήριο τοποθετήσατε τα όρια και που σταματά το πραγματικό.
    Καταρχάς να σας ευχαριστώ κυρία Τσακίρη για την συνέντευξη αυτή. Πρόκειται για μια νουβέλα εμπνευσμένη από ένα υπαρκτό πρόσωπο, μια μεταφράστρια που γνώρισα στην παιδική μου ηλικία. Δεν πρόκειται για βιογραφία ούτε ξεκίνησα να γράφω με αυτήν την πρόθεση.
    Βασίστηκα όμως στις προσωπικές εμπειρίες μου, σε κάποιες σημειώσεις του πατέρα μου και στο μεταφραστικό έργο της για να πλάσω την φανταστική ηρωίδα της νουβέλας μου, την Στέλλα Καρατζά. Οπότε πρόκειται για μυθοπλασία.
    Στο επίμετρο του βιβλίου συγκέντρωσα και παραθέτω όσα πραγματολογικά στοιχεία μπόρεσα να συλλέξω για την ζωή της Στέλλας Βουρδουμπά, που εκ των πραγμάτων είναι ελάχιστα.
    Το αποτέλεσμα της προσπάθειας μου είναι η βιβλιοφιλική νουβέλα που κρατάτε στα χέρια σας, ένα εγχείρημα να αποδώσω φόρο τιμής όχι μόνο στην Στέλλα Βουρδουμπά αλλά ευρύτερα στους μεταφραστές των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και εμμέσως να παρουσιάσω την ιστορία της μεταφρασμένης λογοτεχνίας στην Ελλάδα με τους Ρώσους και Γάλλους κλασικούς, να μονοπωλούν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.
  • «Ένα ελάχιστα φωτισμένο πρόσωπο των ελληνικών γραμμάτων» χαρακτηρίζετε την ηρωίδα σας. Ήταν επιλογή της να παραμένει στην αφάνεια ή επιλογή των άλλων να την… αγνοούν;
    Πολύ σωστά. Ελάχιστα πια γνωστή αν και με τις μεταφράσεις της γαλουχήθηκαν πολλές γενιές Ελλήνων. Όμως δεν ήταν η μοναδική. Οι μεταφραστές σχεδόν στο σύνολο τους τουλάχιστον μέχρι το 1980 υπήρξαν «αόρατοι» για το αναγνωστικό κοινό. Η περίπτωση της Στέλλας Βουρδουμπά είναι ιδιαίτερη, γιατί ενώ ήταν γνωστή ως όνομα τουλάχιστον στις παλαιότερες γενιές λόγω και του μεγάλου όγκου των βιβλίων που μετέφρασε, παραμένει ένας μύθος για τα ελληνικά γράμματα, μιας και δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για το βίο της. Πιθανότατα λόγω της εμπλοκής της στην αντίσταση κατά των Γερμανών–ένα στοιχείο που γνωρίζω με σιγουριά και παραθέτω στο επίμετρο του βιβλίου-προτιμούσε να παραμένει αφανής. Η πολιτική κατάσταση που επικράτησε στην μεταπολεμική μετεμφυλιακή Ελλάδα ήταν ιδιαιτέρως περιοριστική για την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
  • Ας δούμε, λοιπόν, ποια είναι η καλοαναθρεμμένη κόρη, η τολμηρή γυναίκα, η μεταφράστρια Στέλλα Καρατζά.
    Η μητέρα της Στέλλας Καρατζά έχει καταγωγή από την Πόλη ενώ ο αστός πατέρας της από τα Χανιά. Η πόλη των Χανίων στην οποία γεννιέται και μεγαλώνει η Στέλλα είναι πολύ στενή για τα όνειρα της, ενώ και η οικογένεια της διαλύεται σταδιακά. Η ίδια θα βρεθεί στη Σχολή Καλογραιών στην Αθήνα, θα ερωτευτεί τον Γάλλο καθηγητή της μουσικής και μαζί του θα το σκάσει για το Παρίσι. Εκεί θα ζήσει μια «κινητή γιορτή» όπως θα πει ο Χέμινγουεϊ για όσους γνώρισαν το Παρίσι του Μεσοπολέμου. Θα επιστρέψει στην Αθήνα, θα γνωρίσει έναν αριστερό που θα εξαφανιστεί στα χρόνια του εμφυλίου και έκτοτε θα ζήσει μόνη της βιοποριζόμενη ως μεταφράστρια.
  • Πόσο σας ικανοποιεί το γεγονός πως με τη νουβέλα σας ρίξατε πάνω της άπλετο αναγνωστικό φως και βγάζετε την ίδια και το έργο της από τη λήθη;
    Βεβαίως μέσω αυτού του εγχειρήματος προσπάθησα να τιμήσω την Στέλλα Βουρδουμπά και το έργο της. Την χρησιμοποίησα όμως και ως μέσο για να ξαναδώσω μέσα από αυτήν ζωή στους χειρώνακτες της μετάφρασης, ανθρώπους σπουδαίους που κατέστησαν προσιτή την παγκόσμια λογοτεχνία στη χώρα μας. Μεταφράσεις που μπορεί να μην ήταν απαραίτητα όλες ποιοτικές, αλλά που άνοιξαν ορίζοντες στους νέους της μεταπολεμικής Ελλάδας που διψούσαν για γνώση και οραματίζονταν ένα καλύτερο αύριο. Αναγνώστες που γνώριζαν τον κόσμο μόνο από το στενό πλαίσιο του χωριού, της κωμόπολης, του κατηχητικού, της στέρησης. Η ιστορία μιας μεταφράστριας λοιπόν αλλά εμμέσως και της μεταφρασμένης παγκόσμιας λογοτεχνίας στην χώρα μας σε στενωπούς περασμένων χρόνων.
  • Δώστε μας τους τίτλους κάποιων βιβλίων που μετέφρασε η πρωταγωνίστριά σας και πείτε μας αν υπάρχουν ακόμη και σήμερα στις προθήκες κάποιων βιβλιοπωλείων και ποια από αυτά θα συναντήσουμε στη δική σας βιβλιοθήκη.
    Από όσο γνωρίζω στις προθήκες των βιβλιοπωλείων μπορείτε να βρείτε ανατυπώσεις των μεταφράσεων της για τα παρακάτω βιβλία που αναφέρω ενδεικτικά: Η Κόλαση του Ανρί Μπαρμπίς Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Ένα Δένδρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν της Μπέττυ Σμιθ, Εκδόσεις Γράμματα, Διακοπές στο Παρίσι του Μωμ Σομερσετ και Η Φιέστα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ από τις Εκδόσεις Γκοβόστη.
    Στη δική μου βιβλιοθήκη έχω κρατήσει κάποια βιβλία που είχα λάβει ως προσωπικό δώρο, ενώ περισσότερα υπάρχουν στην οικογενειακή βιβλιοθήκη.
  • Με ποιους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους συνεργάστηκε, πότε ξεκίνησε η συνεργασία μαζί τους και πότε σταμάτησε;
    Δυστυχώς όπως δεν υπάρχουν βιογραφικά στοιχεία, δεν έχουμε και πλήρη εικόνα για το έργο της. Υπάρχουν πολλές από τις μεταφράσεις της στην Εθνική Βιβλιοθήκη αλλά όχι το σύνολο. Είχε συνεργαστεί κυρίως με τις Εκδόσεις Γκοβόστη, Δαρεμά, Μπεγαρδή, Δωρικός και πολλούς άλλους είτε υπογράφοντας τα βιβλία που μετέφρασε είτε όχι. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η σλαβόφωνη λογοτεχνία αλλά και πολλά από τα βιβλία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας λογοτεχνίας ήταν για μεγάλα διαστήματα απαγορευμένα.
  • Τη γνωρίσατε σε πολύ νεαρή ηλικία ως φίλη του πατέρα σας. Πώς θα την περιγράφατε και πόσο ήταν εμφανής τότε η αγάπη και η ενασχόλησή της με το χώρο του βιβλίου και των εκδόσεων;
    Ζούσε από τις μεταφράσεις της και για τα βιβλία. Είχε μια ευρύτατη γνώση για τον κόσμο γύρω της, την εσωτερική και διεθνή πολιτική κατάσταση, τις επιστημονικές εξελίξεις. Ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος χωρίς προκαταλήψεις, που χαρακτηριζόταν από εξωστρέφεια, χιούμορ και πνευματικότητα.
  • «Από τα Χανιά των αρχών του 20ου αιώνα στο Παρίσι του Μεσοπολέμου και από εκεί στην κατοχική και μεταπολεμική Ελλάδα», την παρακολουθούμε«να διεκδικεί την αγάπη και σε αντίξοους καιρούς καταφέρνει ν’ αποκτήσει ξεχωριστή υπόσταση». Ποια από τα παραπάνω ιστορικά κεφάλαια λειτούργησαν καταλυτικά στην προσωπικότητα και το χαρακτήρα της;
    Γνωρίζοντας ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή της μεταφράστριας Στέλλας Βουρδουμπά, προσπάθησα μέσω της μυθοπλασίας να την τοποθετήσω στην εποχή της. Προσπάθησα να αναπαραστήσω την όμορφη, ελκυστική γυναίκα με το ελεύθερο πνεύμα που γνώρισα κάποτε. Τη γυναίκα που ήξερε να γελάει, να αυτοσαρκάζεται, να ελπίζει, να ερωτεύεται χωρίς όρια και να προχωρά. Μια γυναίκα που αφιερώνεται στη μετάφραση, για να επιβιώσει, για να βιοποριστεί καθώς έλεγε, αλλά που μέσα από τη λογοτεχνία βρίσκει καταφύγιο και γιατρειά.
  • Σε ποιο βαθμό επηρέασε τη σκέψη, τη γραφή και την αγάπη σας για τα βιβλία η ηρωίδα της νουβέλας σας;
    Πιστεύω ότι ήταν καθοριστική η συνεισφορά της στις αναγνωστικές μου επιλογές, αλλά και ευρύτερα στη διαμόρφωση της αγάπης μου για την τέχνη. Είναι βέβαια κάτι που μου έγινε ακόμη πιο φανερό μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου.
  • Σώμα ερωτικό. Η αλήθεια είναι πως ο τίτλος του βιβλίου οδηγεί στη σκέψη πως έχουμε να κάνουμε με μια αισθηματική νουβέλα. Αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Πώς έγινε η επιλογή του;
    Ο τίτλος γεννήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τη δημιουργία του βιβλίου. Ο λόγος αλλά και ευρύτερα η τέχνη είναι συνώνυμο του έρωτα -δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για την μεταφράστρια Στέλλα Βουρδουμπά αλλά και για πολλούς από συνοδοιπόρους της την εποχή εκείνη.
    Ο Ρολάν Μπάρτ γράφει στο βιβλίο του Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου, μετάφραση Βασίλης Παπαβασιλείου, Αθήνα, Ράππα 1977 : «Η γλώσσα μου είναι ένα δέρμα. Τρίβω τη γλώσσα μου πάνω στον άλλον σάμπως να είχα λέξεις στη θέση των δακτύλων ή δάκτυλα στις άκρες των λέξεων μου.» Το παραπάνω κείμενο μου το θύμισε η φιλόλογος Μαίρη Σιδηρά όταν παρουσίασε το βιβλίο τον Ιούνιο 2024 στην Πάτρα.
  • Οι εκδόσεις βιβλίων τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί κατακόρυφα. Αυτό σημαίνει πως αυξήθηκε και ο αριθμός τόσο των μεταφραστών όσο και των επιμελητών. Τα φώτα, όμως, συνεχίζουν να πέφτουν στα ονόματα των συγγραφέων. Ευθύνονται οι εκδοτικοί οίκοι, οι δημιουργοί ή οι ίδιοι;
    Για τους επιμελητές έχετε βεβαίως δίκιο. Παραμένουν άγνωστοι αν και είναι αυτοί που συχνά σώζουν τα κείμενα μας με τις προτεινόμενες παρεμβάσεις τους. Προσωπικά τους χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη, είναι ουσιαστικά οι πρώτοι και πολύ αφοσιωμένοι αναγνώστες μας.
    Οι μεταφραστές όμως δεν είναι πλέον στην αφάνεια. Ο έμπειρος αναγνώστης αναγνωρίζει τον καλό μεταφραστή, αναζητά τις μεταφράσεις του, δημιουργεί μια ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Τα τελευταία χρόνια οι μεταφραστές έχουν βγει ευτυχώς από την «αορατότητα» τους, ενώ κυκλοφορούν νέες εξαιρετικές μεταφράσεις κλασσικών μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας που παλαιότερα είχαν «κακοποιηθεί» και όχι απαραίτητα πάντα λόγω της ανεπάρκειας των μεταφραστών αλλά κυρίως λόγω των συνθηκών εργασίας τους.
  • Από τη νουβέλα σας δε γνωρίσαμε μόνο μία σπουδαία γυναικεία προσωπικότητα αλλά βάλαμε στο λεξιλόγιό μας και μία καινούρια λέξη: Κηφισίζουμαι. Όπως μας εξηγείτε σημαίνει: «κατοικώ στην Κηφισιά και με δροσίζουν οι κατεβασιές, το αεράκι της Πεντέλης». Πότε την πρωτακούσατε εσείς;
    Ήταν ένα ρήμα που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα και ελαφρώς περιπαιχτικά ή και με κάποια ζήλια οι Αθηναίοι φίλοι των γονιών μου, όταν οι καλοκαιρινές ζέστες έκαναν τη ζωή στο Κέντρο αφόρητη και ζητούσαν αναψυχή και δροσιά στα μέρη μας. Πρόσφατα την ξανασυνάντησα σε μια από τις επιστολές του Μ. Καραγάτση που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Ο αγαπών σε, Μίτιας» Γράμματα και ημερολόγια: 1928-1933 που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Εστία το 2023 με επίμετρο και λογοτεχνική επιμέλεια της Χριστίνας Ντουνιά.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η ιστορία μιας μεταφράστριας στα όρια πραγματικού και μυθοπλασίας. Ένα ελάχιστα φωτισμένο πρόσωπο των ελληνικών γραμμάτων, η Στέλλα Κ., μια καλοαναθρεμμένη κόρη, μια τολμηρή γυναίκα που διεκδικεί την αγάπη και σε αντίξοους καιρούς καταφέρνει ν’ αποκτήσει ξεχωριστή υπόσταση. Ένα πνεύμα ελεύθερο και αλέγκρο με πάθος για τη ζωή, με πάθος για τις λέξεις, το σκοτεινό πηγάδι τους, την ξαστεριά τους.
Από τα Χανιά των αρχών του 20ού αιώνα στο Παρίσι του Μεσοπολέμου και από εκεί στην κατοχική και μεταπολεμική Ελλάδα. Μια νουβέλα που ξεπερνά τα όρια του προσωπικού αναπλάθοντας τη μοίρα των πολλών και χαρτογραφώντας την ιστορία της πνευματικής περιπέτειας που είναι κοινή, πανανθρώπινη, μια ζεστή φωτιά για όλους.
Από τον μεγάλο έξω κόσμο στον βαθύ μέσα κόσμο των βιβλίων, των σπουδαίων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που διαμόρφωσαν τις μεταπολεμικές γενιές συντηρώντας το όραμα για ένα καλύτερο αύριο.

Βιογραφικό
Η Εύα Μ. Μαθιουδάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης και ζει στην Κηφισιά. Σπούδασε οικονομικές επιστήμες στην Ελλάδα και τη Γερμανία και εργάζεται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Το 2014 κυκλοφόρησε η πρώτη της νουβέλα Αυτός ο ένας, ο Αρίστος, το 2017 η συλλογή διηγημάτων Μικρά πείσματα και το 2019 το μυθιστόρημα Ο φταίχτης, που συνέγραψε με τον Κωστή Σχιζάκη και κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Το 2021 κυκλοφόρησε, επίσης από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, το μυθιστόρημά της Μέρες της Κηφισιάς. Διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικές εκδόσεις και σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά. Ασχολείται με τη συλλογή σπόρων και την άνυδρη κηπουρική, και πού και πού μαγειρεύει. Κείμενά της για την ελληνική χλωρίδα δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά περιοδικά και στο περιοδικό Γαστρονόμος της εφημερίδας Η Καθημερινή.