Συγγραφέας του βιβλίου «Άλικες σιωπές» – Εκδόσεις «Ψυχογιός»

Με ένα κομμάτι της νεότερης ελληνικής ιστορίας, για το οποίο λίγα γνωρίζουμε αφού ποτέ δε διδαχθήκαμε, καταπιάνεται στο νέο της βιβλίο η Κλαίρη Θεοδώρου. Οι «Άλικες σιωπές» είναι ένα μυθιστόρημα με δυνατά συναισθήματα, αφού οι πρωταγωνιστές της ζουν, ερωτεύονται κι έρχονται αντιμέτωποι με ό,τι περιλαμβάνει η λέξη αλλά κυρίως η έννοια «Εμφύλιος». Η συγγραφέας, που τα τελευταία χρόνια μας έχει αποδείξει την μεγάλη της αγάπη για τα ιστορικά μυθιστορήματα, διευκρινίζει μέσα από τη συνέντευξή της στο Vivlio-life, πως η ευθύνη του συγγραφέα ενός ιστορικού μυθιστορήματος είναι τεράστια, αφού πρέπει να ξεδιαλύνει το κύρος και την αξιοπιστία των πηγών του, να τις επαληθεύσει ξανά και ξανά και ύστερα να τις εντάξει στο αφήγημά του.

– Σε μια εποχή γκρίζα και σκοτεινή μας ταξιδεύουν οι «Άλικες σιωπές». Σε μια εποχή που ακόμη και στο άκουσμά της ο Έλληνας νιώθει άβολα. Και πώς θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά τα πράγματα όταν αδερφός σκότωνε αδερφό! Πώς αποφασίσατε να μας γυρίσετε στα χρόνια του Εμφυλίου;

Ήταν ένα προσωπικό στοίχημα στην πραγματικότητα η απόφαση αυτή. Ένιωθα πάντα και παλαιότερα ως μαθήτρια και αργότερα ως καθηγήτρια, πως ίσως σκόπιμα και απόλυτα συνειδητά δεν διδασκόμαστε ένα ζωτικό κομμάτι της νεότερης ιστορίας μας, αυτό του Εμφυλίου, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να κατανοήσουμε πλήρως ποιοι είμαστε σήμερα και πώς φτάσαμε ως εδώ, αφού το παρελθόν μας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό. Ξεκίνησα λοιπόν τη συγγραφή του βιβλίου αυτού πιο πολύ ως ένα προσωπικό στοίχημα. Ήθελα να μάθω εγώ η ίδια πρώτα και να μεταδώσω στη συνέχεια το κλίμα της εποχής εκείνης μέσω μιας ιστορίας που να δείχνει τον διχασμό και την πόλωση, ακόμα και στα πλαίσια της ίδιας της οικογένειας. Και παρόλο που το συγκεκριμένο εγχείρημα αποδείχτηκε στην πράξη πολύ πιο δύσκολο και οδυνηρό απ’ ό,τι είχα φανταστεί, τόσο λόγω του πλήθους και της αντιφατικότητας των πηγών όσο και εξαιτίας της φρικαλεότητας των περιγραφών, τελικά το αποτέλεσμα με αποζημίωσε.

– Ηλέκτρα και Δημήτρης έχουν κάτι κοινό που τους ενώνει. Τον μήνα Οκτώβρη, που εκτός από μήνας κοσμογονικών εξελίξεων – όπως λέτε στο πρώτο κεφάλαιο – ήταν και ο μήνας των γενεθλίων τους αλλά και ο μήνας της γνωριμίας τους. Παρόλα αυτά το οπισθόφυλλο βάζει φρένο στη φαντασία μας, γιατί ξεκάθαρα μας λέτε πως αυτοί οι δυο άνθρωποι δεν έπρεπε να ερωτευτούν. Τι θα βιώσουμε μέσα από αυτόν τον έρωτα;

Ευτυχώς ή δυστυχώς είναι πολύ διαφορετικό συνήθως αυτό που επιβάλει το «πρέπει» με αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα. Το συναίσθημα κυριαρχεί τις περισσότερες φορές της λογικής και κατ’ εμέ αυτό είναι που μας καθορίζει κιόλας ως ανθρώπους, αφού πολλές φορές επιλέγουμε τον δύσκολο δρόμο στον οποίο μας οδηγεί η καρδιά μας. Ο έρωτας της Ηλέκτρας με τον Δημήτρη είναι λοιπόν σαφέστατα δύσκολος. Και απαγορευμένος και μονόδρομος στα μάτια πολλών, όχι όμως και στα δικά τους. Είναι ένας έρωτας που θα μας κάνει να κλάψουμε τόσο από ελπίδα και χαρά όσο και από πόνο και ματαίωση, ένας έρωτας που όλοι θα θέλαμε να ζήσουμε, ένας έρωτας όμως που όλοι θα ευχόμασταν παράλληλα να μη μας τύχει.

– Εκείνη εκπροσωπεί την κοινωνική τάξη που ο Δημήτρης… «μισεί όπως ο διάβολος το λιβάνι». Παρόλα αυτά τα βήματά του τον οδηγούν στην πιο αρχοντική γειτονιά της Θεσσαλονίκης, τις Εξοχές, όπου ζει με την οικογένειά της. Μπορούν άραγε δυο άνθρωποι από τόσο διαφορετικούς κόσμους να έχουν μια υγιή σχέση; Τι μας διδάσκουν οι πρωταγωνιστές σας;

Η σχέση είναι απόλυτα υγιής, το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται όμως όχι. Οι πρωταγωνιστές μας διδάσκουν από τη μία τι σημαίνει να θες κάτι τόσο πολύ που απλά να μην δέχεσαι πως υπάρχει άλλος δρόμος, όποιες κι αν είναι οι συνέπειες αυτής της επιλογής, από την άλλη όμως φέρνουν στο φως και όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες που καθορίζονται από το φόβο και την απώλεια.

– Σήμερα, πιστεύετε, πως υπάρχουν τέτοιου είδους διλήμματα; Γιατί σίγουρα οι διαφορετικές τάξεις στην κοινωνία υπήρχαν, υπάρχουν και μάλλον θα υπάρχουν πάντα.

Σίγουρα υπάρχουν. Ίσως όχι με τον ίδιο απόλυτο τρόπο, καθότι οι γυναίκες στην εποχή μας είναι πολύ πιο χειραφετημένες και ανεξάρτητες, οι κοινωνικές ανισότητες όμως και η διαφορετικότητα εξακολουθούν δυστυχώς ακόμα και σήμερα να αποτελούν πολλές φορές τροχοπέδη για κάθε μορφή ανθρώπινης σχέσης.

– Στο πρώτο τους ραντεβού της μίλησε για τις πεποιθήσεις του, τα δίκαια αιτήματα της εργατικής τάξης, την καταπίεση, τα βασανιστήρια που εφάρμοζαν οι χαφιέδες της αστυνομίας. Είναι όμως αυτό που θα ήθελε ν’ ακούσει ένα κορίτσι στην πρώτη της έξοδο με το αγόρι που είναι ερωτευμένο;

Φυσικά και όχι. Αυτή όμως είναι η προσωπική αλήθεια του Δημήτρη που δεν επιθυμεί να καμουφλάρει ούτε καν στο πρώτο ραντεβού και αυτήν ακριβώς την αλήθεια ερωτεύεται εντέλει και η Ηλέκτρα, επιδεικνύοντας μια σπάνια ωριμότητα για την ηλικία της.

– Το πρώτο τους φιλί δεν ήταν τυχερό να έχει και συνέχεια. Πέρασε ένας χρόνος με απαγόρευση εξόδου για εκείνη, στήσιμο στο δέντρο απέναντι από το παράθυρό της για εκείνον. Μια σχέση που γεννήθηκε κι έγινε δυνατή μόνο με βλέμματα…

Ναι. Πολλές φορές άλλωστε είναι και η αναμονή ή η απόσταση αυτές που κορυφώνουν την επιθυμία και γιγαντώνουν τα αισθήματα σε μία σχέση. Το ανεκπλήρωτο αποδεικνύεται συχνά πιο δυνατό από το υπαρκτό.

– Η ιστορία των πρωταγωνιστών σας βαδίζει χέρι – χέρι με την νεότερη ιστορία της Ελλάδας. Θεωρείτε πως μέσα και από ένα μυθιστόρημα μπορούμε να διδαχθούμε ιστορία; Το ρωτώ γιατί στις σημειώσεις σας λίγο μετά τον επίλογο υπάρχει ένα πλούσιο υλικό για την εποχή που διαδραματίζεται αυτός ο μεγάλος έρωτας.

Πιστεύω ακράδαντα πως τα ιστορικά μυθιστορήματα είναι ένας εξαιρετικός τρόπος να διδαχτούμε ιστορικά γεγονότα που διαφορετικά ίσως να μην βρίσκαμε ποτέ τον χρόνο ή τη διάθεση να μάθουμε. Είναι άλλωστε ένα από τα αγαπημένα λογοτεχνικά είδη και για μένα την ίδια και τολμώ να πω πως ανακαλώ πολύ πιο εύκολα ιστορικές περιγραφές και γνώσεις που αποκόμισα μέσα από λογοτεχνικά έργα, απ’ ό,τι μέσα από ιστορικά βιβλία. Αυτό βέβαια σημαίνει πως η ευθύνη του συγγραφέα ενός ιστορικού μυθιστορήματος είναι τεράστια, αφού πρέπει να εντρυφήσει σε όλες τις διαθέσιμες πηγές, να τις ξεδιαλύνει ως προς το κύρος και την αξιοπιστία τους, να τις επαληθεύσει ξανά και ξανά και ύστερα να τις εντάξει στο αφήγημά του, φροντίζοντας πάντα και να μην αλλοιώνει καταστάσεις και γεγονότα με την υποκειμενική ματιά του. Υποκειμενικότητα μπορεί να υπάρχει στη μυθοπλασία, σε καμία περίπτωση όμως στο ιστορικό πλαίσιο που τη συνοδεύει.

– Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια ιστορία με δυνατά συναισθήματα. Αν και μας ξεκαθαρίζετε εξαρχής πως ο πυρήνας της αφήγησης είναι καθαρά μυθοπλασία, κάποιοι θ’ αναγνωρίσουν δικά τους βιώματα ή βιώματα της οικογένειάς τους. Θα θέλατε να συνομιλήσετε με κάποιον που θα σας αναζητούσε για να καταθέσει τη δική του ιστορία, ή τη δική του εκδοχή για κείνον τον πόλεμο που δίχασε;

Η αλήθεια είναι πως ήδη το έκανα αυτό. Μίλησα με ανθρώπους που βίωσαν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου στους τόπους όπου εξελίσσεται το βιβλίο και οι μαρτυρίες τους υπήρξαν ανεκτίμητη βοήθεια για μένα.

– Φθάνοντας στον επίλογο του βιβλίου θα συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως η Ηλέκτρα δεν έπρεπε να ερωτευτεί τον Δημήτρη και ο Δημήτρης την Ηλέκτρα;

Αυτό θα σας αφήσω να το ανακαλύψετε μόνοι σας…

– Διαβάζοντας βιβλία που πραγματεύονται ή βασίζονται σε αληθινά ιστορικά γεγονότα σίγουρα αναρωτιόμαστε οι αναγνώστες, αν γνωρίζουμε την ιστορία στην πραγματική της διάσταση. Σας απασχόλησε αυτό το ερώτημα γράφοντας τις «Άλικες σιωπές»;

Πολλές φορές. Είναι άλλωστε μία από τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει κανείς ως συγγραφέας, όταν αποφασίζει να καταπιαστεί με το συγκεκριμένο είδος. Μιλάω φυσικά για την αίσθηση ευθύνης που ανέφερα και προηγουμένως και την αντικειμενικότητα που οφείλει να χαρακτηρίζει το ιστορικό πλαίσιο ενός ιστορικού μυθιστορήματος.

– «Ένα μυθιστόρημα – κόσμημα!», χαρακτήρισε η συγγραφέας Λένα Μαντά το βιβλίο σας και το εξώφυλλό του φιλοξενεί αυτόν τον χαρακτηρισμό. Πώς εισπράξατε αυτόν τον χαρακτηρισμό;

Συγκινούμαι πάρα πολύ κάθε φορά που διαβάζω τόσο τα λόγια αυτά πάνω στο εξώφυλλο όσο και τα σχόλιά της στο «αυτάκι» του βιβλίου. Δεν είναι και λίγο να μιλάει έτσι για το βιβλίο σου ένας άνθρωπος που θαυμάζεις εδώ και χρόνια, κάποια που αποτελεί ζωντανό μύθο στο χώρο. Την ευγνωμονώ και την ευχαριστώ λοιπόν μέσα από την καρδιά μου για τα θερμά της λόγια και το μόνο βέβαιο είναι πως αυτά αποτελούν πλέον μεγάλη κινητήριο δύναμη για μένα: οφείλω να γίνομαι όλο και καλύτερη, οφείλω να ανταποκρίνομαι όλο και περισσότερο σε αυτά. Εκείνο όμως που θέλω εντέλει να πω, είναι ότι αυτό που αποτελεί αληθινό κόσμημα είναι η «τεράστια» ψυχή της Λένας Μαντά. Κάποιοι από εμάς έχουμε την τύχη να τη ζούμε από κοντά, όλοι όμως έχουμε την ευκαιρία να τη γνωρίσουμε μέσα από τα βιβλία της, που είναι ακριβώς αυτό: κατάθεση ψυχής.

– Μια θετική κριτική, ένας καλός λόγος, ένα μήνυμα από κάποιον αναγνώστη που τον άγγιξε η ιστορία ή η γραφή σίγουρα ενθαρρύνουν τον συγγραφέα. Ζήσατε ή σκεφτήκατε ποτέ πώς θα αντιδράσετε σε μια αρνητική κριτική;

Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που δημιουργεί κάτι, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό και δεν έρχεται ποτέ αντιμέτωπος και με αρνητικές κριτικές. Είναι απόλυτα λογικό να μην αρέσουν όλα στους πάντες. Οι αναγνώστες είναι πολύ διαφορετικοί άνθρωποι τόσο μεταξύ τους όσο και με τον ίδιο τον συγγραφέα πολλές φορές. Είναι απόλυτα φυσιολογικό και εύλογο λοιπόν να μην είναι σε θέση να «αγκαλιάζουν» τα πάντα. Μια ευγενική και τεκμηριωμένη άλλωστε αρνητική κριτική μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει, αφού θα αποτελέσει τροφή για σκέψη για τον συγγραφέα και θα διακρίνει ίσως κάποιες αδυναμίες του που θα μπορούσε να βελτιώσει στη συνέχεια.

– Είστε και φωτογράφος. Εργαστήκατε μάλιστα με αυτήν την ιδιότητα αλλά και με την ιδιότητα της συντάκτριας σε περιοδικά. Αν δεν υπήρχε συγκεκριμένη φιλοσοφία στον τρόπο που επιλέγονται τα εξώφυλλα από τους εκδοτικούς οίκους, ποια φωτογραφία θα επιλέγατε;

Το συγκεκριμένο εξώφυλλο με ενθουσίασε. Ήταν ακριβώς αυτό που είχα φανταστεί και ακόμα καλύτερο ίσως. Ούτως ή άλλως όμως η επιλογή του εξωφύλλου γίνεται πάντα σε συνεργασία του συγγραφέα με τον Εκδοτικό Οίκο. Δεν νομίζω λοιπόν πως θα υπήρχε περίπτωση να με απογοητεύσει κάποιο εξώφυλλο.

– Είναι το δεύτερο βιβλίο που βγάζετε σε διάστημα μικρότερο του ενός χρόνου. Πόσο χρόνο αφιερώνετε την ημέρα και συνολικά πόσο καιρό κρατά η συγγραφή ενός μυθιστορήματος;

Το διάστημα είναι λίγο μεγαλύτερο του ενός χρόνου στην προκειμένη περίπτωση, δεν νομίζω όμως ότι προτεραιότητα είναι ο χρόνος όσο το να έχεις κάτι να πεις. Η γραφή είναι εσωτερική ανάγκη που απαιτεί να βγει στην επιφάνεια σε σημείο που πολλές φορές νιώθεις πως θα σκάσεις αν δεν κάτσεις κάτω να γράψεις αυτά που έχουν συσσωρευτεί μέσα σου. Προσπαθώ να έρχομαι όσο πιο συχνά γίνεται σε επαφή με το κείμενό μου και, αν αυτό δεν είναι εφικτό καθημερινά, φροντίζω να μη μένουν μεγάλα κενά. Παράλληλα αφιερώνω αρκετό χρόνο στην έρευνα. Τα τελευταία μου βιβλία χρειάστηκαν λοιπόν περίπου ένα χρόνο για να ολοκληρωθούν.

– Έχετε σκεφτεί τη θεματολογία του επόμενου βιβλίου σας;

Το επόμενο βιβλίο μου θα είναι στη ουσία η χρονική συνέχεια των «Άλικων Σιωπών». Θα διαβάζεται βέβαια αυτόνομα και ανεξάρτητα, αφού δεν θα αποτελεί προϋπόθεση η ανάγνωση των «Άλικων Σιωπών» για την κατανόησή του και θα αφορά τις παράλληλες ζωές των δίδυμων κοριτσιών που φέρνουν στον κόσμο η Ηλέκτρα και ο Δημήτρης.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Θεσσαλονίκη 1935

Η Ηλέκτρα δεν έπρεπε να ερωτευτεί τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης δεν έπρεπε να ερωτευτεί την Ηλέκτρα. Κι όμως, σε πείσμα των διαφορετικών κόσμων από τους οποίους προέρχονται, της αδυσώπητης δικτατορίας που ζυγώνει και του πολέμου που απλώνεται σαν μαύρο σύννεφο, ο έρωτας τους είναι κεραυνοβόλος, απόλυτος και συνάμα σαρωτικός. Σε μια εποχή όπου όλα αλλάζουν και το σκοτάδι έχει κυριαρχήσει στο φως, σε μια κοινωνία που αδερφός προδίδει και σκοτώνει αδερφό, σε μια πραγματικότητα που τα πάντα – ακόμα και η ίδια η σιωπή – καθορίζονται από την πολιτική απόχρωση που τους αποδίδεται, εκείνοι δεν διστάζουν να ακολουθήσουν τον μόνο δρόμο που μπορούν, εκείνον που προστάζει η ψυχή τους. Και μάλιστα με όποιο τίμημα, με κάθε κίνδυνο, με μόνη ελπίδα το όνειρο που κάποιοι τους αρνήθηκαν να ζήσουν. Άνθρωποι διχασμένοι, μεταμορφωμένοι σε σαρκοβόρα θεριά σε έναν κόσμο, μια χώρα, μια πόλη, μια οικογένεια που παραπαίει στη δίνη του πολέμου. Όχι μόνο του μεγάλου, αλλά κι εκείνου του άλλου: του πιο βρόμικου και ανίερου, του πιο σπαρακτικού και άδικου, του εμφυλίου.

Πόσες φορές μηδενίζει το ρολόι της ζωής; Πόσες φορές μπορεί να ξεκινήσει κανείς από την αρχή; Και πόσο “άλικο” μπορεί να είναι το παρελθόν, όταν εισβάλλει απρόσκλητο με τη μορφή τετράγωνων, κατακόκκινων φακέλων στο παρόν ανατρέποντας το μέλλον;

Βιογραφικό
H Κλαίρη Θεοδώρου γεννήθηκε στην Ελλάδα και πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Γερμανία. Ζει στην Αθήνα με τον άντρα της και τα τέσσερα σκυλιά τους και λατρεύει τα ταξίδια. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική Ξένων Γλωσσών και την Εκπαιδευτική Αξιολόγηση. Επίσης έχει σπουδάσει φωτογραφία κι έχει εργαστεί ως φωτογράφος και συντάκτρια σε ελληνικά περιοδικά. Σήμερα εργάζεται σε σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα ασχολείται με την καλλιτεχνική φωτογραφία, συμμετέχοντας σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ και Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΕΣ.