Γράφει η Κατερίνα Σιδέρη

Η 6η Σεπτεμβρίου 1955 για πολλούς θεωρήθηκε αδιάφορη, μα για τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής του Βοσπόρου και δη για τους Ρωμιούς, ήταν και θα παραμείνει εφιαλτική. Μια αποφράδα ημέρα. Μια ημέρα ντροπής, βανδαλισμών, μίσους. Μια ημέρα πύρινης και άλικης λαίλαπας. Μια ημέρα επίθεσης των Τούρκων κατά των Ρωμιών ξέχειλη θράσος, καταστροφή, αίμα και πόνο.
Από αυτήν την ημέρα οι ήρωες της ιστορίας κρατούν ποικίλες αναμνήσεις. Κάποιους τους ισοπέδωσε συναισθηματικά και ψυχικά, άλλους τους άγγιξε με ανθρώπινη χροιά και τους τελευταίους τους αποδυνάμωσε οικονομικά.
Οι ήρωες της ιστορίας μας, άγνωστοι μεταξύ τους αν και ζουν στο ίδιο κομμάτι γης. Ο καθένας τους με τα δικά του μυστικά, με τις δικές του πίκρες αλλά και ενοχές. Προσπαθούν να ορθοποδήσουν, να κάνουν πράξη ενδόμυχες σκέψεις τους, να βρουν και να αρπαχτούν από σανίδες σωτηρίας και να καταφέρουν να επιβιώσουν σε εποχές άδικες, δύσκολες και αιματοκυλισμένες.

Ρωμιοί και Τούρκοι δεν θα γίνουμε ποτέ φίλοι, πρέπει όμως να μάθουμε να συμβιώνουμε αρμονικά…

Ο Στέφανος Βλαστός είναι ένας ώριμος και κομψός άνδρας. Διαθέτει χρυσοχοείο και ζει μόνος χωρίς φίλους ή συγγενείς. Την 6η Σεπτεμβρίου, το μαγαζί του λεηλατείται.
Η Βιολέτα Μοδινού είναι μια όμορφη νεαρή, ερωτευμένη. Αποκούμπι της η γιαγιά Αννίκα η οποία διαθέτει ένα σπάνιο χάρισμα. Την 6η Σεπτεμβρίου, η ψυχή της κομματιάζεται.
Ο Ντιντιέ Μορέλ είναι ένας δύστροπος και σκληρός Γάλλος συγγραφέας με αναγνωρισμένη φήμη. Είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι, νιώθει ακόμη παιδί, έχει λατρεία στον πατέρα του και διατηρούσε μια ιδιόρρυθμη φιλία με τον Λούι. Κοντά του έχει έναν Εβραίο υπηρέτη τον Βαρούχ και η σχέση τους πλέον έχει πάρει διαστάσεις οικογένειας. Την 6η Σεπτεμβρίου θα την θυμάται ως μέρα καταστροφής για τους Ρωμιούς.
Τέλος η Αιμιλία Αμπατζόγλου είναι μια μορφωμένη και δυναμική γυναίκα, μητέρα δύο παιδιών και σύζυγος του Μάρκου. Την 6η Σεπτεμβρίου η προσπάθειά της να σώσει έναν συνάνθρωπο, θα τη στιγματίσει για πάντα.


Το παρελθόν και το παρόν των ηρώων θα ξεδιπλώνονται στις σελίδες του βιβλίου, θα αναμοχλεύονται με την αύρα από τα νερά του Βοσπόρου, θα ευωδιάζουν από τις ξεχωριστές μυρωδιές του τόπου και πλάι στις αναμνήσεις τους θα πορεύονται δημιουργώντας ένα πρόσφορο ή και όχι έδαφος για το μέλλον.
Το πιο μυστηριώδες σοκάκι του Πέραν το Αμπανόζ, ο μικρός Ελπιδοφόρος και η σχέση του με τις γυναίκες των σπιτιών της αμαρτίας, πέντε άντρες περήφανοι οι οποίοι κάνουν τον πόνο τους τραγούδι, η επίπλαστη ευτυχία μιας οικογένειας, οι ψεύτικες υποσχέσεις και οι φρούδες ελπίδες προς μια ερωτευμένη γυναίκα και μια μάνα άκρως αυταρχική και δεσποτική η οποία εξαπολύει ηχηρά ΟΧΙ μπρος στα όνειρα του παιδιού της, μας καλωσορίζουν στην ιστορία τους και μας ραίνουν με τα δάκρυα τους.
Τα ιστορικά στοιχεία της εποχής είναι ξέχειλα στο βιβλίο. Οι ομορφιές του Βοσπόρου αφήνουν τη φαντασία να οργιάσει. Μα οι αγωνίες των Ρωμιών, των Αρμενίων και των Εβραίων που στέκουν στο μάτι του κυκλώνα του Τούρκου, έχουν τη δική τους ρότα, τη δική τους μοίρα, το δικό τους κισμέτ βαμμένο με αίμα, με δάκρυα και πόνο.
Θα γνωρίσουμε τη Μαρίνα, τη νέα γραμματέα του συγγραφέα, τον παππούλη Χριστόφορο και τη σχέση του με δυο χανούμισσες, θα παραβρεθούμε όλοι σε ένα χριστουγεννιάτικο μπαζάρ, θα γίνουμε μάρτυρες μιας εξομολόγησης μιας παράνομης αγάπης, θα ανακαλύψουμε ένα κρυμμένο και ξεχασμένο γράμμα και θα τρομοκρατηθούμε μπρος στο τυφλωμένο πάθος του έρωτα που βασανίζει τους ήρωες.
Όλοι τους κυνηγούν φαντάσματα του παρελθόντος, τα οποία στοιχειώνουν το παρόν τους. Όλοι τους έχουν μυστικά καλά κρυμμένα, ικανά να τριβελίζουν το νου τους. Όλοι τους έχουν επιθυμίες και χαμένα ‘θέλω’ στα κατάλοιπα του μυαλού τους. Όλοι τους παίρνουν αποφάσεις που δεν γίνονται πράξεις. Όλοι τους πασχίζουν για τη δική τους ευτυχία, διαφορετική για τον καθένα και όλα αυτά ενόσω η φωνή του μουεζίνη αναμοχλεύεται με τις καμπάνες των εκκλησιών.

Από τα βιβλία που διαβάζω, επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο της Μαίρης Μαγουλά, ένα σύντομο βιογραφικό της οποίας θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
άραγε, πόσο χρόνο θέλει για να γνωριστούν αληθινά δύο άνθρωποι;…

Πολλά κυοφορεί το βιβλίο μας. Κυοφορεί μεστές εξομολογήσεις βορά σε έντρομα μάτια, διαφθορές, προδοσίες, έρωτες. Κάνει λόγο για την καταπάτηση δικαιωμάτων, για ένα λυτρωτικό άδειασμα ψυχής, για μια αγάπη κρυφή και αμαρτωλή, για μια απρόσμενη διακοπή συνεργασίας.
Είναι ξέχειλο συναισθηματικό φορτίο, μητρική αγάπη, ενοχές, ψέματα καμουφλαρισμένα σε αλήθειες, συγχωρέσεις, οικογενειακές στιγμές. Θλίψη, προσμονή, απογοήτευση μα και ελπίδα. Αυτή είναι εν κατακλείδι η δική μου παρακαταθήκη από το βιβλίο. Αγκαλιάζω και συμπονώ τη Βιολέτα, χαμογελώ πλατιά στην Αιμιλία, σκύβω ελαφρώς το κεφάλι στον Στέφανο και παρατηρώ από απόσταση τον Ντιντιέ.
Ο καθένας τους είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Ο καθένας τους έδωσε στην ιστορία και ένα δικό του προσωπικό κομμάτι. Όλα μαζί στα χέρια της συγγραφέως έγιναν λόγια και τελικά ο αναγνώστης είναι εκείνος που καλείται να τα κάνει εικόνες.
Ο Βόσπορος και οι ιστορίες τους πάντα θα μας συγκινούν, πάντα θα μας συναρπάζουν. Η αύρα του, η αίγλη της εποχής, ο πλούτος και ο ελληνισμός που ξεριζώθηκε βάναυσα, άδικα και βίαια, είναι διάσπαρτα στο βιβλίο και αδημονούν από τον αναγνώστη να διαβαστούν, να μείνουν ζωντανά και ποτέ μα ποτέ να μην περάσουν στη λήθη.

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
Κωνσταντινούπολη, 6 Σεπτεμβρίου 1955.
Ο Στέφανος Βλαστός κοιτάζει τον κόσμο που ανεβοκατεβαίνει τη Μεγάλη Οδό του Πέραν. Σκέφτεται πως σε λίγο θα τη διασχίσει μια τελευταία φορά. Δεν υπάρχει Θεός που να μπορεί να συγχωρήσει τα αμαρτήματά του… Είχε πάρει την απόφασή του…
Η Βιολέτα Μοδινού με δυσκολία συγκρατεί τα δάκρυά της. Κανένα γράμμα από εκείνον. Βλέπει τον ήλιο να κοκκινίζει πίσω απ’ τους μιναρέδες. Πρέπει να επιστρέψει αμέσως στο Τζιχανγκίρι. Η γιαγιά…
Ο Ντιντιέ Μορέλ ακούει τα βαπόρια να σφυρίζουν στον Βόσπορο. Ανάκατες σκέψεις γυρίζουν στο μυαλό του. Τίποτα πια δεν έχει ενδιαφέρον, οι ιστορίες του εξαντλήθηκαν…
Η Αιμιλία Αμπατζόγλου παρακολουθεί τα παιδιά της που παίζουν με τον πατέρα Χριστόφορο, ενώ ο άντρας της μένει σιωπηλός. Ακόμη δεν ξέρει ότι η μονότονη ζωή της στα Ταταύλα σε λίγο θα ανατραπεί…
Πρόσωπα μελαγχολικά και ευάλωτα στο τραγούδι των Σειρήνων, τα οποία έχασαν χρόνια κυνηγώντας μια ευτυχία που ποτέ δεν ήρθε. Ένα μυθιστόρημα με φόντο τις ζωηρές γειτονιές της Κωνσταντινούπολης, όπου Ρωμιοί, Τούρκοι, Λεβαντίνοι, Αρμένιοι και Εβραίοι συμβιώνουν σε μια εύθραυστη αρμονία. Οι ήχοι της πόλης, οι φωνές από τα γιαλί, οι καμπάνες των ναών, το «Αλλάχ ου ακμπάρ» του μουεζίνη, τα κρωξίματα των γλάρων… Τίποτα δεν προμηνύει αυτό που θα συμβεί σε λίγες ώρες. Τη νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου 1955 όλα άλλαξαν.
Τα Σεπτεμβριανά ─μια προσχεδιασμένη καταστροφή, μια δεύτερη «άλωση», που οδήγησε στις απελάσεις του 1964─ σάρωσαν τα πάντα. Πώς ξαναχτίζεις μια ζωή, όταν το μόνο που σου επέτρεψαν να πάρεις φεύγοντας ήταν «είκοσι δολάρια και είκοσι κιλά»;

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα του βιβλίου.
Η Μαίρη Μαγουλά γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και µεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τµήµα Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονοµικού Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε στο Δηµόσιο και τα τελευταία χρόνια ζει στο Πόρτο Ράφτη. Αγαπά το διάβασµα, τον κλασικό αθλητισµό, τη φωτογραφία και τα ταξίδια. Από τις εκδόσεις Μεταίχµιο κυκλοφορούν επίσης τα: Κύµατα του Βοσπόρου (2015), Το πιο µακρύ ταξίδι (2017) και το Ως το τέλος του κόσµου (2020).

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη.