Salvatore Basile -Εκδόσεις Mamaya

Μιχαήλ Άγγελος Αυγερινός

Η θάλασσα είναι ταραγμένη και οι κόκκινες σημαίες κυματίζουν στην παραλία. Ο μικρός Μικέλε έτρεξε να γυρίσει νωρίς από το σχολείο, αλλά όταν ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του, στον μικρό σταθμό της Μινιέρα ντι Μάρε, βρίσκει τη μητέρα του μπροστά σε μια ανοιχτή βαλίτσα. Στα χέρια της κρατάει το μυστικό ημερολόγιο του Μικέλε, ένα κόκκινο σημειωματάριο με το εξώφυλλο λίγο ταλαιπωρημένο. Με μάτια γεμάτα θλίψη, η γυναίκα ζητά από τον γιο της να κρατήσει αυτό το ημερολόγιο δίνοντας την υπόσχεση να του το επιστρέψει κάποτε. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τότε. Ο Μικέλε ζει ακόμα στο μικρό σπίτι μέσα στον σιδηροδρομικό σταθμό. Φορώντας τη στολή του διευθυντή σταθμού του πατέρα του. Στα μάτια, μια απόλυτη θλίψη, βαθιά και μακρινή. Γιατί η μητέρα του δεν γύρισε ποτέ. Ο Μικέλε θέλει να είναι μόνος, με μόνη παρέα τα χαμένα αντικειμένα που βρίσκει κάθε μέρα στο μοναδικό τρένο που περνάει από το Μινιέρα ντι Μάρε. Επειδή τα αντικείμενα δεν φεύγουν, τηρούν τις υποσχέσεις τους, δεν σε εγκαταλείπουν.
Κάθε βράδυ το τρένο επιστρέφει στον σταθμό από τον οποίο είχε αναχωρήσει το πρωί και τότε,, ο Μικέλε μπαίνει στο τρένο, γυαλίζει τις λαβές, πετάει τα σκουπίδια και μαζεύει τα αντικείμενα που έχουν ξεχάσει οι άνθρωποι. Ομπρέλες, κλειδιά, μπουφάν, τσάντες, βαλίτσες, ένα γάντι του μποξ χωρίς το δεύτερο. Όλα καταλήγουν στο σπίτι όπου μένει μέσα στον σταθμό, στα ράφια περιμένοντας μαζί με τα άλλα αντικείμενα την επιστροφή του Μικέλε, για να τον παρακολουθήσουν να ετοιμάζει τη στρατσιατέλα που δεν του αρέσει, να παρακολουθήσουν μια ταινία στην τηλεόραση, να κοιμηθούν και, την επόμενη μέρα, να ξεκινήσουν τα πάντα από την αρχή, ξανά και ξανά. Αυτή είναι η ζωή του Μικέλε. Μέχρι που μια μέρα, στο ίδιο τρένο που είχε πάρει τη μητέρα του μακριά, ο Μικέλε βρίσκει το ημερολόγιό του, σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο καθίσματα. Δεν ξέρει πώς είναι δυνατόν, αλλά νιώθει ότι η μητέρα του τον άφησε εκεί. Για αυτόν. Τώρα υπάρχει μόνο ένα άτομο που μπορεί να τον βοηθήσει: η Έλενα, ένα κορίτσι τρελό και απρόβλεπτο, σαν τη ζωή, που τον ωθεί να μπει σε εκείνο το τρένο και να πάει να αναζητήσει την αλήθεια. Και, ίσως, μια θεραπεία για την πληγωμένη του καρδιά. Πάντα ζούσε σε αυτόν τον σταθμό, ζούσε εκεί ήδη όταν η μητέρα του πήρε μια βαλίτσα ένα πρωί και φεύγει για πάντα, αφήνοντάς τον μόνο με έναν πατέρα εξίσου πληγωμένο. Ο Μικέλε έμεινε για πάντα σ’ εκείνο τον σταθμό, κλειδωμένος στη ρουτίνα του, πεπεισμένος ότι είχε όλα όσα χρειαζόταν. Αλλά στη ζωή, όπως διδάσκει κάθε καλό βιβλίο, κάποια στιγμή έρχεται ένας δροσερός άνεμος, ανοίγει τα παράθυρα και ανακατεύει τα χαρτιά στο τραπέζι. Αυτός ο άνεμος έχει το όνομα της Έλενας που εισβάλλει στη ζωή του Μικέλε και τον ωθεί να αναζητήσει όχι μόνο τη μητέρα του αλλά και μια ζωή που αξίζει να τη ζήσει, που έχει διαφορετικό χρώμα κάθε μέρα.


Ο Σαλβατόρε Μπαζίλε μας αφηγείται μια ιστορία με άρωμα παραμυθιού, στην οποία η ελαφρότητα και ο αυθορμητισμός της παιδικής ηλικίας συνδυάζονται με την εγκατάλειψη και τον πόνο. Ο Μικέλε είναι ένας ευγενικός και ευαίσθητος πρωταγωνιστής, που κοιτάζει τον κόσμο με τα μάτια ενός παιδιού, που δεν μεγάλωσε ποτέ. Κοιτάζει ό,τι τον περιβάλλει με ονειρεμένα μάτια, δεν μιλάει πολύ και συνήθως απαντά μονολεκτικά. Τελικά, αφήνει τον εαυτό του να τρέξει τη ζωή του μπροστά, όπως ακριβώς το τρένο που φεύγει κάθε πρωί για το δρομολόγιό του. Αλλά τελικά θα το κάνει μόνο αφού συναντήσει την Έλενα, η οποία με τη χαρά και τον αφοπλιστικό της αυθορμητισμό τον πείθει ότι πέρα από τους τέσσερις τοίχους αυτού του σταθμού υπάρχουν περισσότερα, ίσως μια μητέρα που για καλό λόγο έφυγε, ίσως μια λευκή πολική αρκούδα που απλώς περιμένει να βρεθεί. Στο ταξίδι του λίγων ημερών, ο Μικέλε, τελικά, ζει όλα μαζί εκείνα τα επεισόδια που στα 30 του χρόνια δεν είχε ζήσει ποτέ: γνωρίζει νέους και ιδιαίτερους ανθρώπους, βρίσκει έναν φίλο από την παιδική του ηλικία, πέφτει θύμα ληστείας, βοηθάει να κλέψουν μια ρόδα, συμμετέχει σε ένα πραγματικό οικογενειακό δείπνο. Κι όμως μέσα του παραμένει ένας καταπιεσμένος θυμός απόρροια εκείνης την αίσθησης εγκατάλειψης που του έχει προσκολληθεί σε νεαρή ηλικία από τη μητέρα του.