Συγγραφέας του αφηγήματος Αμαλία, μια πόρνη στα αζήτητα – Εκδόσεις Ελληνοεκδοτική
Με τη Θεσσαλονίκη στην καρδιά της αφήγησης, ο Βασίλης Τζανακάρης με το αφήγημά του «Αμαλία, μια πόρνη στα αζήτητα» – που είναι και το τριακοστό βιβλίο του -μας παίρνει μαζί του σ’ ένα όμορφο νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν της πόλης αλλά και το δικό του. Είναι βέβαιο πως η δεκαετία του ΄60, με τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη να κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό, το Δράκο να τρομοκρατεί την κοινωνία, τους νέους να δίνουν ραντεβού στου Φλόκα και το Ντορέ και τους βιβλιόφιλους να αναζητούν τίτλους στα βιβλιοπωλεία Ραγιά και Μπαρμπουνάκη, θα κάνει κάποιους να νιώσουν νοσταλγία και σε κάποιους άλλους θα προκαλέσει το ενδιαφέρον για αναζήτηση πληροφοριών. Ανάμεσα σε μνήμες και αφηγήσεις η λυγερόκορμη Αμαλία με τα αισθησιακά μάτια και τον ονομαστό της οίκο ανοχής στον Βαρδάρη, σε μια εποχή που το επάγγελμα της πόρνης δεν είχε ακόμη αποενοχοποιηθεί. Όπως λέει στο Vivlio-life ο συγγραφέας «Η Θεσσαλονίκη είναι ή ήταν, όπως θέλετε, μια πόλη ερωτεύσιμη. Όχι ερωτική αλλά ερωτεύσιμη. Την ερωτεύεσαι έτσι και τη ζήσεις και μάθεις από αυτήν. Γιατί η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που σου μαθαίνει, σε διδάσκει. Μια μάνα που θα διατηρεί για πάντα πάνω της ζωντανά ένα σωρό σημάδια από τους καημούς και τους αγώνες των ανθρώπων της».

- Θεσσαλονίκη του ΄60. Ας ταξιδέψουμε στο χρόνο και πάμε να σας συναντήσουμε εκεί. Πού σας βρίσκουμε τα πρωινά, τι περιλάμβανε η νυχτερινή σας διασκέδαση και πώς ήταν το φλερτ;
Έζησα στη Θεσσαλονίκη τα μαθητικά και τα φοιτητικά μου χρόνια όπως κι εκείνα του στρατού. Στη συνέχεια για παρά πολλά χρόνια οι επισκέψεις μου ήταν ιδιαίτερα πολλές μιας και όλες οι εργασίες οι σχετικές με το περιοδικό ΓΙΑΤΙ που έβγαζα κάθε μήνα για 34 χρόνια στα Σέρρας, γίνονταν τη Θεσσαλονίκη (κείμενα φωτοσύνθεσης, φιλμς, μοντάζ, εκτύπωση, βιβλιοδεσία). Στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ΄50 και σ΄εκείνα της δεκαετίας του ΄60 τα έζησα εκεί ως μαθητής κι ως φοιτητής. Θα μπορούσαμε επομένως ένα πρωινό να συναντηθούμε σε κάποιο στενό του Κουλέ καφέ ή στα ποδοσφαιράκια της «Ατλαντίδας» και πιο «επίσημα» σε κάποια καφετέριά της, όπως το Ντορέ, του «Φλόκα» ή σε κάποιο βιβλιοπωλείο, όπως εκείνο του φίλου μου του Τάκη Ραγιά ή του επίσης φίλου Μπαρμπουνάκη. Για το βράδυ θα μπορούσαμε να συναντηθούμε σε κάποιο κινηματογράφο της, σε ένα μαθητικό πάρτι ή στις κερκίδες του γηπέδου μπάσκετ της ΧΑΝΘ και όλα αυτά ανάλογα με τις εποχές. Όσο για το φλερτ εκείνης της εποχής, θα έλεγα πως αυτό διατηρούσε ακόμη τη σχετική αθωότητά του αφού συνήθως γινόταν κυρίως με τις αδερφές φίλων και συμμαθητών. - Στην πόλη αυτή ζούσε και η ηρωίδα σας. Η Αμαλία, η πόρνη. Στα αζήτητα, όμως! Ο λόγος;
Η πορνεία την εποχή που η Αμαλία ασκούσε το επάγγελμα της πόρνης δεν είχε ακόμη αποενοχοποιηθεί και επομένως κάθε είδους συναλλαγές έξω από τους οίκους ανοχής με γυναίκες που αποτελούσαν το συνάφι της Αμαλίας δεν ήταν ό,τι καλύτερο. Και ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που το σώμα της έμεινε για μέρες στα «αζήτητα» από μέρους εκείνων που είχε ευεργετήσει (ή ακόμη και υιοθετήσει). Γι΄ αυτό και ο μεταξύ των γειτόνων της έρανος, που γνώριζαν και ζούσαν την καλοσύνη της, ώστε να τη θάψουν με όλα όσα έπρεπε για την κηδεία της. - Αληθινό πρόσωπο η ηρωίδα σας. Είχε και τα χαρακτηριστικά που διακρίνουμε στο εξώφυλλο; Ήταν (μάλλον) ψηλή και μελαχρινή;
Η Αμαλία ήταν εντυπωσιακά όμορφη. ‘Ήταν ψηλή, μελαχρινή, λυγερόκρομη με λεπτά χαρακτηριστικά, μαύρα σγουρά μαλλιά, αισθησιακή φωνή και πολύ όμορφα μάτια. Εμείς, σαν μαθητές ξεκινούσαμε τις Σαββατιάτικες «μπουρδελότσαρκές» μας, στον Βαρδάρη από τον δικό της οίκο ανοχής, τα «πράσινα παντζούρια», μόνο και μόνο για να τη χαζέψουμε. Και δεν είμαστε μόνο εμείς αλλά ένα τσούρμο από μικρούς και μεγάλους που ο ένας έσπρωχνε τον άλλο για να τη δούμε, καθώς από το δωμάτιο των συνευρέσεών της έβγαινε, όπως την είχε γεννήσει η μάνα της. Η Αμαλία πρώτα κουβέντιαζε μαζί μας και στη συνέχεια, «συνάμενη κουνάμενη» ακολουθούσε τον διάδρομο μέχρι τις τουαλέτες. - Ενώ το κόκκινο είναι το χρώμα που έχουμε συνδέσει με την πορνεία, εκείνη ονόμασε το δικό της «πράσινα παντζούρια» και αυτό νομίζω πως κάνει την ηρωίδα σας ξεχωριστή και ίσως λίγο «κόντρα» στο σύστημα. Έχετε κάποιο άλλο ιδιαίτερο στοιχείο για κείνη να μας δώσετε που ίσως δε συμπεριλάβατε στο αφήγημά σας;
Τα «πράσινα παντζούρια», όπως τα ήξεραν οι περισσότεροι ήταν ένα δίπατο σπίτι στην αρχή αλλά στη συνέχεια η Αμαλία μετακόμισε σε ένα τεράστιο μέγαρο από εκείνα που είχαν χτιστεί στην περιοχή. Για το χρώμα στα παντζούρια δεν… έφταιγε φυσικά η Αμαλία αλλά ο ιδιοκτήτης. Όσο για την «ιδιαιτερότητα» που μου αναφέρετε, η γνώμη μου είναι ότι τόσα χρόνια από τον θάνατό της και η Θεσσαλονίκη τη θυμάται ακόμη. Πρόσφατα μου ήρθε ένα μήνυμα από κάποιον Θεσσαλονικιό που μου έλεγε ότι στα 14 χρόνια του γνώρισε τον έρωτα από μια πόρνη που ήταν μια πραγματική κυρία (αναφέροντας την Αμαλία) και στα 32 του χρόνια γνώρισε μια κυρία που ήταν πόρνη! - Με την Αμαλία στο κέντρο της προσοχής μας, γινόμαστε μάρτυρες των σημαντικών γεγονότων, κυρίως πολιτικών, που σημάδεψαν τη δεκαετία που καταπιάνεστε. Ποιο από αυτά τα γεγονότα επηρέασε περισσότερο τη δημοσιογραφική και συγγραφική σας πορεία;
Όλους μας φυσικά εκείνα τα χρόνια, μάς είχε συγκλονίσει πρώτα το γεγονός των δολοφονιών του λεγόμενου «Δράκου της Θεσσαλονίκης» και στη συνέχεια η φρικτή δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη. Εγώ στην αρχή πήγαινα στο 3ο Γυμνάσιο που είχε την είσοδό του από την Αγίου Δημητρίου αλλά συνόρευε από τη μια μεριά του με το τουρκικό προξενείο και το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ και από την άλλη με τον δρόμο που οδηγούσε προς την περιοχή του Αγίου Παύλου και τα κάστρα. Η οδός Αγίου Δημητρίου τότε ήταν ένας πολύ στενός δρόμος με κυβόλιθους και εμβληματικούς κινηματογράφους όπως το «Ιντεάλ», ο «Ορφέας» και η «Αίγλη». Στον άλλο δρόμο που σας ανέφερα βρίσκονταν τα μνήματα της Ευαγγελίστριας και δίπλα τους το νοσοκομείο. Έξω από αυτό το νοσοκομείο πιάστηκε ο Αριστείδης Παγκρατίδης, από ένα οδηγό λεωφορείου όταν προσπάθησε να διαφύγει. Η είσοδος του νοσοκομείου ήταν κάθετη στο δρόμο και πίσω από αυτό άρχιζε του Σέιχ Σου. Για ένα χρόνο φοίτησα και στο 7ο Γυμνάσιο που στεγάστηκε σε ένα παραδοσιακό κτίριο, στο Κουλέ καφέ, ως παράρτημα του 3ου.. Στην περιοχή του Κουλέ καφέ είχε πολλούς παρακρατικούς όχι όμως τόσους όσους είχε στην Τούμπα… - Έχετε πει πως το 1963 είναι ο πιο κατάλληλος χρόνος για να αρχίσει την αφήγησή της η Αμαλία. Εξηγήστε μας γιατί και πείτε μας ποια κρυφή σκέψη ή απραγματοποίητη επιθυμία ή παράπονο ήταν το πρώτο που θέλησε να βγάλει από μέσα της.
Το 1963 ήταν μια χρονιά που οι άνθρωποι στη Θεσσαλονίκη αλλά και γενικότερα όλοι ένιωθαν αυτό που θα λέγαμε «ξεσηκωμένοι» από πολλά γεγονότα. Και ίσως κάπως έτσι να ένιωθε και η Αμαλία. Εξάλλου το βιβλίο είναι ένα αφήγημα και σαν τέτοιο ακροβατεί ανάμεσα στην μυθοπλασία και στην πραγματικότητα. Επομένως σε αρκετά από τα λεγόμενα της αφήγησή της ας αναζητήσουμε και το… χεράκι της μυθοπλασίας… - «Έψαξα σε βιβλιοθήκες, αρχεία, βρήκα άπειρες και ξεχασμένες πηγές…» Όλους εμάς που έχουμε μπολιαστεί από την αμεσότητα του διαδικτύου, οι ξεχασμένες πηγές μιας εποχής μάλιστα «που βασίλευαν η πουτανιά, η μαστροπεία και τα ναρκωτικά» μας γοητεύουν και σίγουρα θέλουμε να μάθουμε κάτι παραπάνω…
Αυτού του είδους τις πληροφορίες ήθελα να δώσω κι εγώ στον αναγνώστη του βιβλίου γι΄ αυτό και η έρευνά μου υπήρξε πολύχρονη και επίμοχθη. Ιδίως όταν αυτή έπρεπε να γίνει μέσα από ένα αρχειακό υλικό, όπως ήταν για μένα οι χιλιάδες εφημερίδες της εποχής του Μεσοπολέμου που έχω καταφέρει να συγκεντρώσω, αλλά και από σπάνια βιβλία και ημερολόγια εκείνης της εποχής. - Σε ποια χρονιά από εκείνες που ακολούθησαν και καθόρισαν τη σύγχρονη ιστορία μας, αλλά και εσάς τον ίδιο, θα τοποθετούσατε ένα μελλοντικό πραγματικό ή επινοημένο ήρωά σας;
Με ενδιέφερε πάντα η μετακατοχική εποχή, τα χρόνια του εμφύλιου αλλά και εκείνα που τον ακολούθησαν. Εξάλλου με άλλα βιβλία μου, έχω ήδη ασχοληθεί με τη Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, (τέσσερα βιβλία στον αριθμό, ένα από τα οποία έχει πάρει το κρατικό βραβείο Μαρτυρίας –Χρονικού το 2008). Έχω ασχοληθεί επίσης με τρία βιβλία μου με τη ληστοκρατία και τους «ωραίους των ορέων», της εποχής του Μεσοπολέμου όπως έχω γράψει κι ένα βιβλίο για τον Αβδουλ Χαμίτ και τη Θεσσαλονίκη των αρχών του 20ού αιώνα. Η Αμαλία είναι το τριακοστό βιβλίο μου. - Όσα βγάζει από την ψυχή της η Αμαλία, είναι όλα όσα εσείς θέλετε να πείτε σ’ εμάς τους αναγνώστες μέσα από αυτό το αφήγημα. Και όπως πάντα το κάνετε χωρίς περιστροφές. Με τα χρόνια της δημοσιογραφικής εμπειρίας σας πως βλέπετε το σημερινό δημοσιογραφικό και πολιτικό λόγο που αποτελείται μόνο από περιστροφές;
Γι αυτό και σας εξήγησα προηγουμένως ότι η Αμαλία είναι ένα αφήγημα και επομένως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε το στοιχείο της μυθοπλασίας. Όσο από τον σημερινό δημοσιογραφικό λόγο, λείπει η μαχητική αντικειμενικότητα και από τον πολιτικό λόγο λείπει η… παραγωγή πολιτικής! Όπως καταλαβαίνετε και από τις δύο περιπτώσεις λείπουν τα… περίστροφα!!! - Βαρδάρι, Τεκέδες, Λεμονάδικα, Φλόκας, νταβατζήδες, ντερβίσηδες, καρυδάκηδες, και τόσες άλλες γωνιές και χαρακτήρες που κάποιοι θυμούνται και κάποιοι άλλοι γνωρίζουν μέσα από τη Θεσσαλονίκη μιας άλλης εποχής που μας παρουσιάζετε. Ποιο τίτλο θα βάζατε στην πόλη του σήμερα που μάλλον συνεχίζει να σας «κρατά» κοντά της έστω και από μακριά;
Η Αμαλία δεν αναφέρεται μόνο στη Θεσσαλονίκη αλλά η Θεσσαλονίκη είναι το επίκεντρο, η καρδιά της αφήγησης. Όσο για τίτλο θα έλεγα πως η Θεσσαλονίκη είναι ή ήταν, όπως θέλετε, μια πόλη ερωτεύσιμη. Όχι ερωτική αλλά ερωτεύσιμη. Την ερωτεύεσαι έτσι και τη ζήσεις και μάθεις από αυτήν. Γιατί η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που σου μαθαίνει, σε διδάσκει. Μια μάνα που θα διατηρεί για πάντα πάνω της ζωντανά ένα σωρό σημάδια από τους καημούς και τους αγώνες των ανθρώπων της. - Στο τριακοστό βιβλίο σας, εμπιστευτήκατε για πρώτη φορά πρωταγωνιστικό ρόλο και σε ένα δημοσιογράφο. Καιρός δεν ήταν να σας γνωρίσουμε λίγο καλύτερα;
Ως δημοσιογράφος εξέδωσα στην πόλη μου, τα Σέρρας, τέσσερις εφημερίδες και για τριάντα τέσσερα χρόνια ένα μηνιαίο περιοδικό το ΓΙΑΤΙ με συνεργάτες και φίλους πολλούς από τη Θεσσαλονίκη. Συνεργάστηκα επίσης με πολλές εφημερίδες και περιοδικά της όπως και με αρκετές της Αθήνας. Ταυτόχρονα από τα χρόνια της δεκαετίας του ΄60 και μέχρι το τέλος εκείνης του ΄90 ασχολήθηκα με το ραδιόφωνο και με την τηλεόραση τόσο στη γενέτειρά μου όσο και με την ΕΡΤ στην Βόρειο Ελλάδα, όπως ήταν κάποτε η σημερινή ΕΡΤ3, σε μια σειρά από ντοκιμαντέρ με τον Χρίστο Χριστοδούλου. Γι΄ αυτό θα έλεγα απερίφραστα πως αν η μισή μου καρδιά είναι στα Σέρρας, η άλλη μισή στη Θεσσαλονίκη βρίσκεται!

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Αμαλία, μια πόρνη αγαπημένη…
Μια πόλη στο επίκεντρο των πολιτικών εξελίξεων, η Θεσσαλονίκη.
Μια χρονιά σημαδιακή για τη σύγχρονη ιστορία, 1963.
Στα τραπεζάκια του θρυλικού καφε-ζαχαροπλαστείου «Φλόκα»,
η Αμαλία, μια τραγική πρωταγωνίστρια των οίκων ανοχής,
ξετυ¬λίγει με αφοπλιστική ειλικρίνεια το κουβάρι των αναμνήσεών της.
Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου, τα πορνεία, το νοσοκομείο Συγγρού,
η «Σωτηρία» των φυματικών, η κατοχική Θεσσαλονίκη
αποτελούν οδόσημα της συγκλονιστικής εξιστόρησής της.
Στο φόντο, η δολοφονία του βουλευτή της Ε.Δ.Α. Γρηγόρη Λαμπράκη
και, λίγα χρόνια νωρίτερα, εκείνη του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ,
οι εκλογές της 3ης Νοέμβρη… πλαισιώνουν το συναξάρι της Αμαλίας, μιας πόρνης στα αζήτητα.

Βιογραφικό
Ο Βασίλης Ι. Τζανακάρης γεννήθηκε στην Πεντάπολη το 1944, αλλά μεγάλωσε και έζησε στην πόλη των Σερρών. Είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το 2008 το βιβλίο του «Δακρυσμένη Μικρασία» (Μεταίχμιο) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας. Για 34 χρόνια (1975-2009) υπήρξε εκδότης του Σερραϊκού περιοδικού «ΓΙΑΤΙ» ενώ συνέγραψε ποιητικές συλλογές, διηγήματα και χρονικά. Εξέδωσε τέσσερις εφημερίδες και υπήρξε συνεργάτης πολλών εφημερίδων και περιοδικών. Παράλληλα ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και είναι αντεπιστέλλον μέλος της ΕΣΗΕΜΘ. Η «ΑΜΑΛΙΑ» είναι το τριακοστό βιβλίο του.

No comments!
There are no comments yet, but you can be first to comment this article.