«Το νυφικό μας ήταν μαύρο γιατί τον άντρα μας τον κλαίγαμε τη μέρα που τον στεφανωνόμασταν. Αν δεν τον έπαιρνε ο πόλεμος, τον έπαιρνε η θάλασσα».

Είναι μεγάλη ικανοποίηση για έναν αναγνώστη να φτάνει στο τέλος μιας ιστορίας, να κλείνει τη δουλειά (και την ΨΥΧΗ) ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα και με το πέρας της ανάγνωσης να αισθάνεται ότι έκανε ένα ανεπανάληπτο ταξίδι, ότι αυτή η καταβύθιση στα άγνωρα νερά ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία!
Η αμεσότητα και η ροή των λέξεων της Ειρήνης Μαλάμου σε παρασύρουν και δεν υπάρχει στάση, μήτε όρεξη για να κατέβεις από το τρένο αυτού του ταξιδιού. Γιατί το συγκεκριμένο βιβλίο θα το παρομοιάσω με το δρομολόγιο ενός τρένου που σε πάει σε μέρη άγνωστα και μακρινά, σου δίνει όμως τη δυνατότητα να κρυφοκοιτάζεις από το παράθυρο τις απότομες στροφές, τις ανηφοριές και τις κατηφοριές, το πράσινο της φύσης να μπλέκεται με το βαθύ γαλάζιο, τους άγριους γκρεμούς την ώρα που σκάνε πάνω τους τα ανταριασμένα κύματα…


Μια συγκλονιστική ιστορία, ένας ύμνος στη θέληση για ζωή, για δικαιοσύνη, για αγάπη, για έναν έρωτα που κρατάει πέρα από τη ζωή, ως την αιωνιότητα! Μια ηρωίδα που θα έπρεπε να είναι πρότυπο για κάθε γυναίκα πάνω σε τούτο τον πλανήτη. Που δεν αρκέστηκε σε όσα θα έπρεπε να ζητάει αλλά ζητούσε όσα έπρεπε να της δώσει η ζωή. Και μπορεί να πέρασε διά πυρός και σιδήρου, να γεύτηκε την αδικία και το θάνατο στο πετσί της από τη στιγμή που γεννήθηκε, όμως δεν έπαψε ποτέ να παλεύει για όσα η ψυχή της λαχταρούσε. Τόλμησε να αγαπήσει τον άντρα που θα παντρευόταν, δεν νοούνταν να πάρει κάποιον με προξενιό και μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια εποχή εντελώς διαφορετική από τη σημερινή, έναν τόπο με τόσο σφιχτά μυαλά, με τόσο αυστηρά ήθη και έθιμα που κάθε τι αλλιώτικο ήταν και κατακριτέο.


Ομολογώ πως δεν γνώριζα ότι στη Σκόπελο είχαν τόσο αυστηρά έθιμα όσον αφορά το γάμο και τις δοσοληψίες περί της προίκας και ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να ανακαλύπτω τόσες πολλές πληροφορίες και τόσο ωραία δοσμένες, με υπέροχες περιγραφές όχι μόνο των τοπίων, της απαράμιλλης και συνάμα άγριας ομορφιάς του νησιού, αλλά και της σκιαγράφησης των χαρακτήρων, κάτι που κάνει ακόμη πιο οικείο όλο το περιβάλλον που περιγράφεται. Ο αναγνώστης αισθάνεται λες και είναι καλεσμένος στις ετοιμασίες του γάμου, λες και κρυφοκοιτάζει τα αρχοντόσπιτά τους, σαν να περιδιαβαίνει στα καλντερίμια και να ακούει τα συνομιλίες, την έντονη ντοπιολαλιά, τις δικές τους λέξεις.
Δεν θα αναφερθώ στα όσα οι δύο ηρωίδες, η Αγγελική του τότε και η εγγονή Αγγελική του σήμερα έχουν βιώσει και αποκαλύπτονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου, θα πω μόνο ότι η απόλαυση της ανάγνωσης θα σας αποζημιώσει για τις 654 σελίδες του και ότι είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων που φιλοξενήσαμε στο vivlio-life την Ειρήνη Μαλάμου στην τόσο όμορφη συνέντευξή της. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο της και να μας χαρίσει πολλά ακόμη συγγραφικά ταξίδια!

Το φθινόπωρο του 1949 η Αγγελική εγκαταλείπει το νησί της χωρίς ν’ αφήσει ίχνη κι αλλάζει τη ρότα της ζωής της για πάντα. Πολλά χρόνια αργότερα, αφήνει στη συνονόµατη εγγονή της έναν φάκελο µε τρία κλειδιά κι ένα γράµµα: «…Εκτός από το σπίτι στο νησί, σου κληροδότησα κάτι ακόµη, που θα το ανακαλύψεις όταν κοιτάξεις µε τα µάτια της ψυχής σου. Τα κλειδιά ξεκλειδώνουν το δικό µου παρελθόν και το δικό σου µέλλον. Πήγαινε στο νησί. Εκεί θα βρεις τις απαντήσεις…»

Το ταξίδι της εγγονής στο νησί θα µετουσιωθεί σε ταξίδι αποκάλυψης. Εκείνο το καλοκαίρι θα ανακαλύψει το απόκρυφο παρελθόν της γιαγιάς, θα µάθει ποια ήταν η αινιγµατική γυναίκα που άφησε στον τόπο ανεξίτηλο το σηµάδι της. Ταυτόχρονα θα εµβαθύνει στον εαυτό της και θα χαράξει τον δικό της δρόµο, αναζητώντας τον αληθινό έρωτα, τον µοναδικό, που στο πέρασµα των αιώνων παραµένει αναλλοίωτος.

Ένα µυθιστόρηµα που εκτυλίσσεται παράλληλα σε δύο διαφορετικούς χρόνους και εκτείνεται σε έναν αιώνα, ξεδιπλώνοντας παλιές και καινούριες ανθρώπινες ιστορίες.

ένα μικρό απόσπασμα

Πήγε µέχρι την άκρη του δωµατίου, εκεί που στεκόταν η παλιά κασέλα. Την ξεκλείδωσε και έβγαλε από µέσα τη νυφική της φορεσιά. Χάιδεψε µε τα δάχτυλα τα πολύχρωµα λουλούδια, ταξίδεψε µε τον νου πίσω στον χρόνο. Θυµήθηκε το κορίτσι που ήταν κάποτε, µε πόσα όνειρα και λαχτάρα είχε περάσει εκείνες τις ώρες καθισµένη δίπλα στη γιαγιά της, να κεντήσουν µία µία τις βελονιές. Σκούπισε τα βουρκωµένα της µάτια κι ανασκουµπώθηκε. Πέρασε απ’ το κεφάλι της τα τέσσερα µεσοφόρια και τη λευκή πουκαµίσα µε τα χρυσοκέντητα µανίκια. Την ίσιωσε προσεκτικά στο στήθος να ξεχωρίζουν τα νυφικά στολίδια κι έπειτα φόρεσε ευλαβικά το µαύρο νυφικό της φόρεµα. Της έµενε µόνο η βέρα, αυτή που είχε σκαλισµένο το δικό του όνοµα. Την έπιασε τρέµουλο καθώς την πέρασε στο δάχτυλο δίπλα στην άλλη, συλλογιζόταν τη ζωή της που µοιράστηκε σε δυο διαφορετικούς κύκλους. Τον έναν τον είχε κλείσει, τώρα ζύγωνε η ώρα να ενώσει τον άλλο.