Συγγραφέας του βιβλίου «Ο μπόγος» – Εκδόσεις «Καστανιώτη»

Στο μυθιστόρημα της Λίλας Κονομάρα, εκτός από τους ήρωες γύρω από τον άγνωστο άντρα που εντοπίζεται αναίσθητος και ο καθένας βλέπει σ’ αυτόν εκείνο που θέλει να δει ή αυτό που προσδοκά, είναι και τα στοιχεία της φύσης που βρίσκονται σε μια διαρκή κίνηση. Όπως λέει στο Vivlio-life η συγγραφέας «Για μένα, όλα μιλούν και συνομιλούν στο σύμπαν. Δεν υπάρχει πλάσμα, δέντρο, φυτό, στοιχείο της φύσης που να μην μεταφέρει κάποιο μήνυμα και να μην συνδιαλέγεται με τα υπόλοιπα ασχέτως αν εμείς δεν το κατανοούμε ή το αγνοούμε». Δίνοντας φωνή στα πουλιά, την ελιά, το ποτάμι, η συγγραφέας έκανε αυτό που κάνει εδώ και πολλά χρόνια η λαϊκή παράδοση μέσω των παραμυθιών, του δημοτικού τραγουδιού και των θρύλων. «Γιατί η ουσία δεν κρύβεται ποτέ μόνο στις ημερομηνίες και στις επίσημες, ιστορικές καταγραφές, αλλά και σ’ όλα τα μικρά, τα φαινομενικά ασήμαντα, ανεξήγητα ή ακόμα και παράλογα», σημειώνει.

  • Ο τίτλος του μυθιστορήματός σας, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη ένα δέμα με ρούχα ή στρωσίδια, μιας άλλης εποχής. Μιλήστε μας για τη σκέψη που κρύβεται πίσω του.
    Σύμφωνα με το λεξικό, ο μπόγος είναι ένα χοντρό δέμα ρούχων ή άλλων ειδών, τυλιγμένο σε ύφασμα. Παραπέμπει σε ταξίδια και πάσης φύσεως μετακινήσεις. Η κεντρική ιδέα γύρω από την οποία αναπτύσσεται το βιβλίο είναι η πορεία του ανθρώπου. Πορεία εξωτερική κατ’ αρχήν, που σχετίζεται με την προσφυγιά, τα μεταναστευτικά ρεύματα και τις ανταλλαγές πληθυσμών που σημάδεψαν την Ελλάδα, τον 20ο αιώνα, αλλά και με ένα μέρος του πληθυσμού που ως τη δεκαετία του ’70 περίπου ζούσε περιπλανώμενο: Ηπειρώτες μάστορες, Σαρακατσάνοι με τα κοπάδια τους, θεατρικά μπουλούκια, καραγκιοζοπαίχτες και άλλοι πολλοί. Πορεία εσωτερική κατά δεύτερον, όπου ο μπόγος συμβολίζει όλα όσα κουβαλάει ο καθένας στη ζωή του: εμπειρίες, φόβους, ματαιώσεις και όνειρα.
  • 1911, Μακεδονία. Ο χρόνος και ο τόπος δείχνουν να παίζουν σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημά σας. Πώς έγινε η επιλογή τους;
    Ο 20ος αιώνας υπήρξε για την Ελλάδα ένας αιώνας μεγάλων αλλαγών. Η χώρα πέρασε πολέμους, εμφύλιο, δικτατορία, περιόδους κρίσης, πτώχευσης, αλλά και ευημερίας. Άλλαξαν τα σύνορά της, ομάδες ανθρώπων ξεριζώθηκαν και άλλες εγκαταστάθηκαν στο έδαφός της. Από αγροτική, η κοινωνία μετατράπηκε σε αστική. Σταδιακά δυτικοποιήθηκε ως ένα βαθμό. Όλες αυτές οι αλλαγές συνιστούν το κατάλληλο πλαίσιο για να αναπτυχθεί η κεντρική ιδέα τόσο της πορείας του Ελληνισμού όσο και του ανθρώπου γενικότερα. Όσο για τον τόπο, η Μακεδονία είναι η περιοχή που κατ’ εξοχήν χαρακτηρίζεται από πληθώρα εθνοτήτων, γλωσσών και θρησκειών.
  • Όλα ξεκινούν όταν το σώμα ενός αναίσθητου άντρα εντοπίζεται – όπως γράφετε στο οπισθόφυλλο – στα περίχωρα μιας πόλης. Όταν συνέρχεται δε θυμάται τίποτε. Ποια είναι η πρώτη σκέψη εκείνων που τον βρίσκουν;
    Ο καθένας βλέπει σ’ αυτόν εκείνο που θέλει να δει ή αυτό που προσδοκά. Άλλοι, όπως ο αστυνόμος, τον θεωρούν ύποπτο, εχθρό της πατρίδας ή λαθρομετανάστη. Άλλοι, όπως ο παπάς, δώρο Θεού. Ο άνθρωπος αυτός που αποτελεί την κεντρική φιγούρα και τον συνεκτικό ιστό της πολυφωνικής αφήγησης θα διαδραματίσει κομβικό ρόλο στις ζωές ολονών, μα και γενικότερα στην πορεία της πόλης.
  • Γύρω από τον κεντρικό σας ήρωα παρακολουθούμε ένα σύνολο διαφορετικών χαρακτήρων που κρατούν αμείωτο το αναγνωστικό μας ενδιαφέρον. Πόσο χώρο και χρόνο δώσατε στο συναίσθημα του έρωτα σ’ αυτό το βιβλίο;
    Ο έρωτας δεν θα μπορούσε να μην καταλαμβάνει σημαντική θέση στο μυθιστόρημα πλάι σε όλα τα άλλα ανθρώπινα ζητήματα όπως η αναζήτηση ταυτότητας, ο θάνατος, η προδοσία, η εξουσία.
  • «Η τύχη είναι ο βασιλιάς του κόσμου. Παίζει με τους ανθρώπους, φέρνει τα πάνω κάτω μέσα σε μια στιγμή δημιουργεί περίεργες συμπτώσεις» γράφετε. Θα δούμε το πεπρωμένο να παρεμβαίνει στη ζωή των ηρώων σας και σε ποιο βαθμό;
    Άλλο τύχη και άλλο πεπρωμένο. Κάποιος έγραψε ότι η τύχη είναι το πεπρωμένο μας που αγνοούμε. Δεν ξέρω αν συμφωνώ μ’ αυτό, ο ρόλος του τυχαίου πάντως στη ζωή- τόσο την πραγματική, όσο και των ηρώων – δεν είναι αμελητέος.
  • Είναι φανερό πως της συγγραφής προηγήθηκε έρευνα. Πόσο κράτησε και σε ποιες πηγές καταφύγατε;
    Η έρευνα κράτησε όσο και η συγγραφή του βιβλίου, δηλαδή τρία περίπου χρόνια, καθώς, πέρα από τα αρχικά διαβάσματα, ανέτρεχα συχνά και κατά τη διάρκεια της γραφής στις πηγές. Διάβασα κατά κύριο λόγο ιστορικές μελέτες, αλλά και άλλα βιβλία – στην προσπάθειά μου να ανασυστήσω το κλίμα της κάθε εποχής και να αποτυπώσω κάποια μείζονα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Πολύτιμος αρωγός στο εγχείρημά μου υπήρξε το βιβλίο του Αντώνη Λιάκου «Ο ελληνικός εικοστός αιώνας» (εκδ. Πόλις)
  • Δεν είναι μόνο τα πρόσωπα, είναι και όλα εκείνα τα στοιχεία της φύσης που βρίσκονται σε μια διαρκή κίνηση και παίζουν το δικό τους ρόλο στην πλοκή. Περάσατε όμορφα καθώς γράφατε για την ελιά το ποτάμι, τον λαφιάτη, τα πουλιά;
    Για μένα, όλα μιλούν και συνομιλούν στο σύμπαν. Δεν υπάρχει πλάσμα, δέντρο, φυτό, στοιχείο της φύσης που να μην μεταφέρει κάποιο μήνυμα και να μην συνδιαλέγεται με τα υπόλοιπα ασχέτως αν εμείς δεν το κατανοούμε ή το αγνοούμε. Μοιραζόμαστε όλοι τον ίδιο πλανήτη και ακόμα και η αντίληψη που έχουμε της πραγματικότητας διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση του φυτικού και ζωικού κόσμου με τον άνθρωπο. Δεν νοείται λοιπόν ολοκληρωμένη αφήγηση μιας εποχής, της ανθρώπινης πορείας γενικότερα αν δεν συμπεριλαμβάνεται η φύση. Δίνοντας φωνή στα πουλιά, την ελιά, το ποτάμι, δεν έκανα άλλωστε παρά αυτό που έχει κάνει εδώ και πολλά χρόνια η λαϊκή παράδοση μέσω των παραμυθιών, του δημοτικού τραγουδιού και των θρύλων. Γιατί η ουσία δεν κρύβεται ποτέ μόνο στις ημερομηνίες και στις επίσημες, ιστορικές καταγραφές, αλλά και σ’ όλα τα μικρά, τα φαινομενικά ασήμαντα, ανεξήγητα ή ακόμα και παράλογα.
  • Γιώργος Σεφέρης, Τάσος Λειβαδίτης, Οδυσσέας Ελύτης. Στίχους τους έχετε συμπεριλάβει στο μυθιστόρημά σας, όχι σε τυχαίες σελίδες. Μιλήστε μας για την επιλογή των συγκεκριμένων.
    Πρόκειται για τρεις ποιητές που αγαπώ και θαυμάζω απεριόριστα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι οι μόνοι. Ειδικά οι στίχοι του Σεφέρη και του Ελύτη απηχούν το πνεύμα της Ελλάδας όσο κανένας άλλος και μαζί με τον Λειβαδίτη, αλλά και τον Ρίτσο και τον Αναγνωστάκη, οι ποιητές αυτοί πήραν θέση σε σημαντικά ιστορικά και πολιτικά γεγονότα που σημάδεψαν τη χώρα.
  • Είναι, πιστεύετε, η λογοτεχνία ένα από τα μέσα που διατηρούν ζωντανή την λαϊκή μας παράδοση και άρα την εθνική μας ταυτότητα;
    Σε μια κοινωνία όπου ο κόσμος της προφορικότητας καταλαμβάνει όλο και μικρότερο μέρος, όπου τα δημοτικά τραγούδια, τα μοιρολόγια, τα νανουρίσματα και τα παραμύθια που αποτελούσαν άλλοτε κομμάτι της καθημερινότητας τόσο σημαντικό όσο και το ψωμί, χάνονται, λησμονιούνται ή αντικαθίστανται είτε από ξενόφερτα είτε από ντόπια ευτελή ακούσματα, η λογοτεχνία διασώζει μέρος του παρελθόντος μας, διασώζει μέρος του γλωσσικού, πνευματικού και ψυχικού μας πλούτου χωρίς τον οποίο δεν θα είχαμε πλέον καμιά ταυτότητα.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
«… Ο Θεός τον έστειλε αυτό τον άνθρωπο, να μου το θυμηθείτε».
«Ο Θεός ή ο διάολος;» είπε σιγανά ο μπαμπάς σκύβοντας το κεφάλι.
1911, Μακεδονία. Το σώμα ενός αναίσθητου άντρα εντοπίζεται στα περίχωρα μιας πόλης. Εκείνος, όταν συνέρχεται, ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται τίποτα. Ποιος είναι, άραγε, αυτός ο άνθρωπος, η παρουσία του οποίου θα αποδειχτεί καταλυτική τόσο για την πορεία της πόλης όσο και για τη ζωή των κατοίκων; Πρόσφυγας, τυχοδιώκτης, δολοφόνος; Εμπνευσμένος δημιουργός, ενσάρκωση των ονείρων του καθενός ή ένας πολύ βολικός αποδιοπομπαίος τράγος;
Στο πολυφωνικό αυτό μυθιστόρημα, όπου οι προσωπικές αφηγήσεις διαπλέκονται με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα του περασμένου αιώνα αλλά και με στοιχεία της λαϊκής παράδοσης και αρχέγονους μύθους, στις φωνές των ηρώων έρχονται να προστεθούν και άλλες. Η ελιά, το ποτάμι, ο λαφιάτης, τα πουλιά, ζωντανοί μα και αγαπημένοι νεκροί, νομάδες, πλανόδιοι και μετανάστες, ο καθένας με τον τρόπο του αφηγείται το δικό του κομμάτι της ιστορίας περιδιαβάζοντας τις εποχές και ανασυνθέτοντας το άρωμα της καθεμιάς, σε μια περιοχή που υπήρξε ανέκαθεν σταυροδρόμι εθνικοτήτων, θρησκειών και γλωσσών.
Ένας στοχασμός πάνω στην πορεία της ανθρώπινης μοίρας, όπου φύση και πολιτισμός συνυφαίνονται με το τυχαίο, τον έρωτα, τη μοναξιά αλλά και τον καθαρτήριο ρόλο του γέλιου.

Βιογραφικό
Η Λίλα Κονομάρα γεννήθηκε το 1960 στην Αθήνα. Σπούδασε σύγχρονη λογοτεχνία στο Παρίσι και εργάστηκε αρκετά χρόνια ως καθηγήτρια στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών. Ως λογοτέχνης πρωτοεμφανίστηκε το 2002 με το βιβλίο “Μακάο”, για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού “Διαβάζω” το 2003. Το 2004 εξέδωσε το μυθιστόρημα “Τέσσερις εποχές – Λεπτομέρεια” (Μεταίχμιο, 2004), το 2005 το παιδικό μυθιστόρημα “Στις 11 & 11′ ακριβώς” (Παπαδόπουλος, 2005). “Η αναπαράσταση” (Μεταίχμιο, 2009) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού “Διαβάζω”. “Το δείπνο” (Κέδρος, 2012) και “Οι ανησυχίες του γεωμέτρη” (Κέδρος, 2014) συμπεριλήφθηκαν αντίστοιχα στις βραχείες λίστες Μυθιστορήματος και Διηγήματος των Λογοτεχνικών Βραβείων του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ. Το 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το μυθιστόρημά της “Ο χάρτης του κόσμου στο μυαλό σου”. Παράλληλα, μεταφράζει γαλλική λογοτεχνία και αρθρογραφεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά.