Μισή Αλήθεια

Ηλίας Στεργιόπουλος

Ελληνική Πρωτοβουλία, 2014

Ιστορικό Μυθιστόρημα

Ευχαριστώντας την Ιουλία Ιωάννου που έδωσε βήμα σ’ εμάς τους αναγνώστες και φίλους της σελίδας www.agrinio-life.gr να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας για τα βιβλία που διαβάζουμε, πήρα το θάρρος να σας παρουσιάσω ένα βιβλίο αξιόλογο αλλά όχι τόσο γνωστό στο ευρύ κοινό.

Ο συγγραφέας κατάγεται από τα Τρίκαλα κι αυτό ήταν ένα επιπλέον κίνητρο για μένα να διαβάσω το πολυσέλιδο μυθιστόρημα των 512 σελίδων, όταν αυτό τυχαία έφτασε στα χέρια μου, για να ανακαλύψω ποια είναι ολόκληρη η αλήθεια.
Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο για να σχηματίσω μια πρώτη εικόνα για την ιστορία που ήμουν εν δυνάμει αναγνώστρια, ενδιαφέρον αλλά αινιγματικό δεν μου αποκάλυψε πολλά….
Έτσι χωρίς να ξέρω πού ακριβώς βαδίζω ξεκίνησα το ταξίδι της ανάγνωσης. Ταξίδεψα στην νεότερη ελληνική ιστορία, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Συντροφιά μου σ’ αυτή τη διαδρομή η οικογένεια του καπνοβιομηχάνου Κοσμίδη, η οποία ακολουθώντας τις πολιτικές εξελίξεις, πολλές φορές συμπαρασυρόμενη από αυτές, αναγκάστηκε πολλάκις να αλλάξει τόπο διαμονής. Από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, που εγκαταστάθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή, μετοικεί στη Λεμεσό της Κύπρου με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου για να καταλήξει στην Ελλάδα περίπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60.

Η ιστορία μας εκτυλίσσεται σε περισσότερα από ένα μέρη ταυτόχρονα και πολλές φορές γίνεται αναδρομή στο παρελθόν με φόντο πάντα τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Αποτυπώνονται τα τρωτά σημεία της ελληνικής κοινωνίας μέσα από την οικογένεια Κοσμίδη και διαπιστώνουμε ότι τα πάθη, οι υπερβάσεις και οι αμετάκλητες αποφάσεις, μας οδηγούν σε μοιραία γεγονότα που καθορίζουν τη ζωή μας.
Η γραφίδα του Ηλία Στεργιόπουλου σου δίνει ρυθμό κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, σε καθηλώνει με τη ροή της και κατευθύνει με αμείωτο ενδιαφέρον την εναλλαγή των σελίδων. Κάπου μετά το μέσον του βιβλίου έχοντας αποκρυπτογραφήσει τους χαρακτήρες μπορείς να προβλέψεις το τέλος. Αν όχι, τότε θα ξέρεις τη μισή αλήθεια μέχρι την τελευταία σελίδα όπου θα σου φανερωθεί η άλλη μισή, η οποία πιθανόν να σε εκπλήξει.
Στο μόνο ίσως που υστερεί το κείμενο, είναι η αίσθηση που αποπνέει συγκεκριμένης οπτικής της ιστορίας. Δηλαδή δε νιώθεις τον συγγραφέα αμέτοχο και αμερόληπτο, αντίθετα, αντιλαμβάνεσαι ότι παίρνει θέση. Διαβάζοντας όμως το βιογραφικό του συγγραφέα, τον κατανοείς και τον δικαιολογείς γιατί πολλές περιγραφές είναι βιωματικές.
Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από όλους. Θα συγκινήσει και θα «σκαλίσει» τις μνήμες των μεγαλυτέρων, αλλά ταυτόχρονα θα φέρει σε επαφή τους νεότερους μ’ ένα κομμάτι της νεότερης και σύγχρονης ελληνικής ιστορίας την οποία δεν διδασκόμαστε στο σχολείο και σε πολλούς μας είναι άγνωστη. Κι επειδή μου αρέσουν τα γνωμικά θα ’θελα να κλείσω κάπως έτσι:
Η «Μισή Αλήθεια» είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα «για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι».

Θα ήθελα να παρακινήσω όλους εσάς τους βιβλιόφιλους να γράψετε τη γνώμη σας για κάποιο βιβλίο που διαβάσατε γιατί, τι καλύτερο να μοιραστείς τις σκέψεις σου με άλλους βιβλιόφιλους!

 

Από την αναγνώστρια Ευθυμία Σκαπέτη, Τρίκαλα

h misi alithia

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Έπρεπε με κάθε τρόπο να βρει το γράμμα. Μπήκε στο δωμάτιο απ’ το ξεχασμένο ανασφάλιστο παράθυρο κι από κει σκόπευε να πηδήξει, αν ερχόταν ο πατέρας της. Αμέσως θα πήγαινε στο σπίτι του Αλέξη, το είχανε κουβεντιάσει στο ραντεβού τους. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Δεν εκτιμούσε αυτό που έκανε, όμως το γράμμα ήταν κομμάτι του εαυτού της, τρόπον τινά περιουσιακό της στοιχείο. Έτσι απέβαλλε τις ενοχές για την πράξη της.
Κόντευε να τελειώσει το ψάξιμο χωρίς αποτέλεσμα, όταν άδειασε με νεύρα κι απογοητευμένη πάνω στο κρεβάτι το τελευταίο συρτάρι της μικρής σιφονιέρας. Ο διπλός πάτος του συρταριού έπεσε μαζί με το περιεχόμενό του. Φάνηκε ένας φάκελος, άλλου μεγέθους, πολυτελείας. Μέσα υπήρχε το γράμμα του Αλέξη κι ένα ακόμα γράμμα. Έκανε να το βάλει στη θέση του και να κρατήσει το δικό της, αλλά δεν μπόρεσε.
“Ποιος είναι ο άγνωστος αποστολέας κι ο πατέρας μου το έχει με τόση επιμέλεια κρυμμένο;” αναρωτήθηκε παραξενεμένη.
Διάβασε και ξαναδιάβασε όρθια το περιεχόμενο της επιστολής, γραμμένης στα ελληνικά σε γραφομηχανή. Δεν άντεξε. Λύγισαν τα πόδια της και κάθισε στο κρεβάτι. Συλλογίστηκε πως έπρεπε να συνέλθει. Τα συγκεχυμένα πράγματα που είχε μέσα της, σαν υπερβολές ή λανθασμένες εκτιμήσεις των παραστάσεων όλα αυτά τα χρόνια, ήταν πια συντελεσμένα γεγονότα! Η Στεφανία αυτό δεν μπορούσε να το πάρει αψήφιστα και σύντομα θα το αποκάλυπτε στη μάνα της.