Γράφει η Κατερίνα Σιδέρη
Έχω πει ξανά ότι τα αστυνομικά μυθιστορήματα δεν είναι από τις πρώτες μου προτιμήσεις. Αν όμως ένα βιβλίο με δελεάσει, το επιλέγω, το διαβάζω και το παρουσιάζω το δίχως άλλο.
Αυτό ακριβώς συνέβη και με το βιβλίο του Γρηγόρη Αζαριάδη. Από τη στιγμή που διάβασα το κείμενο το οποίο φιλοξενεί το οπισθόφυλλο, ένιωσα την ανάγκη να με συνοδεύσει σε ένα ταξίδι μου με το τρένο και οι προσδοκίες μου στέφτηκαν με επιτυχία.
Ένα βιβλίο γρήγορο, με πλοκή και δράση. Ένα βιβλίο με μια έξυπνη κεντρική ιδέα την οποία ως αναγνώστης κρατάς γερά στα χέρια σου και πασχίζεις να λύσεις τον γρίφο, να ενώσεις τα κομμάτια του παζλ και να φτάσεις ασθμαίνοντας από το 1950 στο 1986 όσο πιο γρήγορα μπορείς.
Με αφετηρία το Σκοτεινό και ενδιάμεσους σταθμούς το Κόκκινο Νερό, τη Κορωνησία, το Παλιό Καβάλας αλλά και την Αθήνα, οι ήρωες παίρνουν υπόσταση, σάρκα και οστά και γράφουν τη δική τους ιστορία. Το παρελθόν κρυμμένο πολλές φορές, οδηγεί τα βήματά τους, γράφει την ιστορία τους και τους αφήνει γυμνούς, έρμαια του παρόντος.
Κάποιοι πασχίζουν να μείνουν αθέατοι, άλλοι υιοθετούν καμουφλαρισμένες παρακαταθήκες και ζουν στην πλάνη τους, κάποιοι τελευταίοι με άσβηστη τη φλόγα της θύμησης, θα γίνουν τιμωροί τους, προσφέροντας δικαίωση στους αδικοχαμένους μα και κυρώσεις σε εκείνους που θέλησαν να ξεχάσουν.
… όποιος ζήσει το θάνατο από μικρός, το θάνατο θα έχει για παρέα σε όλη του τη ζωή…
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το οπισθόφυλλο, το 1950 μια πενταμελής ομάδα απρόσμενα χάνει ένα της μέλος και με συνοπτικές διαδικασίες διαλύεται. Ο καθένας παίρνει τον δρόμο του, ακολουθεί μια νέα ρότα και επιλέγει να απαγκιστρωθεί από το μέχρι πρότινος παρόν του. Τριάντα έξι χρόνια μετά, το παρελθόν ξυπνά από λήθαργο και κάνει αισθητή την παρουσία του.
Η αυλαία ανοίγει στο Σκοτεινό με τα αποκαλυπτήρια μιας μαρμάρινης στήλης προς τιμήν ενός ζεύγους ευεργετών η οποία ποτέ δεν ολοκληρώθηκε, με ένα χρηματοκιβώτιο γεμάτο λίρες, με το δημοφιλές στέκι ενός χωριού σημείο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων, αλλά και με μια γυναίκα με πράσινο σατέν φόρεμα.
Αναγνώστη κάθισε αναπαυτικά, γιατί η συνέχεια είναι καταιγιστική. Η σκυτάλη περνά στα χέρια ενός ατζέντη δικτύου διακίνησης γυναικών, παραδίδεται στα χέρια ενός αντικοινωνικού παιδιού με ξέχειλο το αίσθημα της αλήθειας και καταλήγει στον παπά Γρηγόρη ο οποίος φαίνεται να γνωρίζει πολλά, μα κρατά χαμηλό προφίλ και επιδιώκει να μένει αποκομμένος από όλους και όλα.
Υπάρχουν ευεργέτες αναμεσά τους. Εμφανίζονται ξαφνικά, προσφέρουν χρήματα στους φτωχούς και σιγά – σιγά κερδίζουν την εμπιστοσύνη των κατοίκων και αφομοιώνονται στη μικρή τους κοινωνία.
Ναι, θα υπάρξουν δολοφονίες. Είναι ένα στοιχείο που ας με συγχωρέσει ο συγγραφέας, μα πρέπει να αποκαλύψω. Δολοφονίες που φοβίζουν τον κόσμο έτσι ώστε να επιλέγει να μένει κλεισμένος στα σπίτια του. Και εφόσον υπάρχουν δολοφονίες, η αστυνομία ετοιμάζεται να λάβει δράση, να ανακαλύψει τους δολοφόνους, να αναζητήσει πληροφορίες και να στοιχειοθετήσει την υπόθεση. Εύκολο; Καθόλου. Το έργο τους είναι άκρως δύσκολο, τα στοιχεία ελάχιστα και οι πιέσεις από τους ανωτέρους μεγάλες.
Και κάπως έτσι αρχίζει ένα οδοιπορικό ανάμεσα στα μέρη που ανέφερα στην αρχή, ένα οδοιπορικό ανάμεσα σε πρόσωπα και καταστάσεις, ένα οδοιπορικό με άγνωστη κατεύθυνση…
…δεν πρέπει να βγάζουμε τα φαντάσματα από τον τάφο τους, γιατί…
Θα διαβάσουμε για τρεις μικρούς φτωχοδιαβόλους, για το γραφείο τελετών ‘Το χέρι του Θεού’, για πολλούς σερβιρισμένους ελληνικούς καφέδες μόνο λίγοι από τους οποίους συνοδεία γλυκού του κουταλιού, για την ταβέρνα Ψαροκωστούλα στο Παλιό, αλλά και για ένα ασημένιο σκουλαρίκι σε σχήμα Μ.
Αστυνόμοι, ληστές, μια υπεξαίρεση 200.000 χιλιάδων, μια εκ βαθέων εξομολόγηση με πολλά σκόρπια κομμάτια ενός πολυποίκιλου παζλ, η φράση τα του καίσαρος τω καίσαρι η οποία ταιριάζει γάντι και τα μυστικά που κατάφεραν να μείνουν αθέατα για 36 χρόνια, παραχωρούν με ευλάβεια τη σκυτάλη στους τίτλους τέλους, οι οποίοι πιστέψτε με είναι καταλυτικοί.
Από τα βιβλία που διαβάζω, επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο του Γρηγόρη Αζαριάδη, ένα σύντομο βιογραφικό του οποίου θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
…είναι κάποιες μάχες που πρέπει να χάσεις, αν θέλεις να κερδίσεις τον πόλεμο…
Τα φαντάσματα του παρελθόντος καραδοκούν. Οι ανοιχτές παρελθοντικές και κακοφορμισμένες πληγές ζητούν την επούλωσή τους. Μια σκέψη για απόδοση δικαιοσύνης αδημονεί την υλοποίησή της. Το μίσος, ο φθόνος και τα ερμητικά κλειστά στόματα μάχονται σθεναρά αναμεταξύ τους και κάπου εδώ η Μελίνα αποκτά ρόλο στην ιστορία, αναζητά το παρελθόν της και αποφασίζει να συναντήσει τη μοίρα της.
Μην περιμένετε να αποκαλύψω τίποτα περισσότερο. Θα πω μονάχα ότι λάτρεψα έναν αστυνόμο για την οξυδέρκεια της κρίσης του αλλά και έναν φλύαρο καφετζή που άθελά του παρείχε πολύτιμές πληροφορίες.
Δεν θα ήθελα ένα διαφορετικό τέλος. Δεν το περίμενα, μα το δέχτηκα με ευγνωμοσύνη και με απουσία δεύτερης σκέψης. Δεν θα πω ψέματα· συνέδεσα γρήγορα πρόσωπα και ιδιότητες, μα δεν φαντάστηκα το φινάλε της ιστορίας.
Αν λοιπόν αναζητάτε ένα βιβλίο δράσης και περιπέτειας, ένα βιβλίο με μικρά και προσιτά κεφάλαια, ένα βιβλίο που δεν πλατειάζει με περιττές πληροφορίες, ένα βιβλίο με μυστικά και ήρωες που ξέρουν να περιμένουν υπομονετικά, διαβάζετε το σωστό άρθρο.
Κλείνοντας να πω πως, ναι, πολλοί από τους πεθαμένους του Γρηγόρη Αζαριάδη δεν είναι άξιοι προσευχής, δεν είναι άξιοι προσοχής, δεν είναι άξιοι ευεργεσίας!

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:
Φεβρουάριος 1950, Σκοτεινό.
Μια πενταμελής ομάδα ηττημένων του εμφυλίου, παρακινούμενη από ένα σύντροφό τους που είναι πλέον ο παπάς του χωριού τους, αποφασίζει να ληστέψει ένα δωσίλογο της περιοχής.
Ένας από αυτούς θα επιστρέψει τα χαράματα και θα ειδοποιήσει τον παπά ότι η ληστεία πήγε στραβά. Η ομάδα όχι μόνο γύρισε στο χωριό χωρίς τα χρήματα, αλλά άφησε πίσω νεκρό τον αρχηγό της, χτυπημένο από την καραμπίνα του δωσίλογου…
Ιανουάριος 1986.
Η Μελίνα Γρηγορίου, την περίοδο που αντιμετωπίζει μια σκευωρία και αναγκάζεται να φύγει από τη δουλειά της κυνηγημένη, μαθαίνει από την ετοιμοθάνατη μητέρα της ότι είναι υιοθετημένη. Και ότι ο μόνος που μπορεί να τη διαφωτίσει για τις ρίζες της αληθινής της οικογένειας είναι ο παπα-Γρηγόρης, που ζει σ’ ένα χωριό που λέγεται Σκοτεινό…
Η Μελίνα αποφασίζει να αναζητήσει την αλήθεια για το παρελθόν της και φεύγει για το Σκοτεινό. Μόνο που το ταξίδι αυτό θα είναι η αρχή μιας σκληρής ιστορίας εκδίκησης και θανάτου…
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα του βιβλίου.
Ο Γρηγόρης Αζαριάδης γεννήθηκε το Φλεβάρη του 1951 στην Αθήνα, όπου συνεχίζει απτόητος να ζει. Είναι παντρεμένος με τη Νίτσα Βραχνίδου κι έχει δύο συν ένα παιδιά, τον Χρήστο, τη Σοφία και τον Στρατή, και μια απίστευτη εγγονή, τη Μελίνα. Γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα και κριτικές αστυνομικής λογοτεχνίας. Βιβλία του που έχουν εκδοθεί είναι τα Παλιοί λογαριασμοί (πρώτη έκδοση Γαβριηλίδης 2012), Τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου (Γαβριηλίδης 2013), Το μοτίβο του δολοφόνου (Γαβριηλίδης 2015), Σκοτεινός λαβύρινθος (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2018) και Παραπλάνηση (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2020). Δηλώνει μεγάλος θαυμαστής του κλασικού νουάρ (Τσάντλερ), του γαλλικού νεο-πολάρ (Μανσέτ) και του κοινωνικοαστυνομικού μυθιστορήματος (Σγιεβάλ-Βαλέε), και στο ζενίθ των φαντασιώσεών του αρχίζει να πιστεύει ότι γράφει στο δικό τους ύφος.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις BELL.

No comments!
There are no comments yet, but you can be first to comment this article.