Συγγραφέας της συλλογής διηγημάτων Πλάσματα που συναντάς διασχίζοντας την άγρια ερημιά της Τυτώ Άλμπα – Εκδόσεις Συρτάρι
Όχι! Η Τυτώ, η κουκουβάγια των αγρών, στη συλλογή διηγημάτων του Μιχάλη Κατράκη δεν αντιμετωπίζεται ως προπομπός θανάτου. Ο συγγραφέας, που θεωρεί ότι η λογοτεχνία είναι ένας πανίσχυρος καταλύτης, της αναθέτει πρωταγωνιστικό ρόλο. Κι, έτσι, η Τυτώ σ’ αυτό το ιδιαίτερο βιβλίο συμβολίζει την ίδια τη λογοτεχνία! Στη συνομιλία μας γι αυτή τη συνέντευξη είπαμε πολλά και ενδιαφέροντα. Θα μείνω, όμως, σ’ αυτό που πιστεύω αξίζει να μείνουμε όλοι όσοι αγαπάμε το βιβλίο: «Η συγγραφή στην Ελλάδα είναι ένας νεκρός επαγγελματικός κλάδος… Η συντριπτική πλειοψηφία της λογοτεχνικής παραγωγής προσφέρεται (με φοβερή αγάπη, κόπο και μεράκι) από ερασιτέχνες συγγραφείς που βιοπορίζονται σε κάθε πιθανό τομέα». Είναι, όμως και από εκείνους τους δημιουργούς που έχουν πρόταση την οποία καταθέτει στο Vivlio-life: Ένα θαύμα, στο οποίο ούτε εκείνος αλλά πιθανότατα και κανείς από εμάς, δεν πιστεύει πως είναι εφικτό να συμβεί, ώστε να αναστραφεί η θλιβερή κατάσταση: «Με ένα δυνατό κρατικό πρόγραμμα που να δεσμεύει το 1,5- 2,0% του κρατικού προϋπολογισμού για την ανάπτυξη της λογοτεχνικής παραγωγής, την εξαγωγή της και τη συστηματική προβολή της, την υποστήριξη σε εκδότες, δημιουργούς και βιβλιοπώλες, την κατάρτιση σοβαρού ακαδημαϊκού προγράμματος για τα ελληνικά γράμματα και τη δημιουργία έργων του λόγου αλλά κυρίως για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας από την προσχολική ηλικία…»
- Η τυτώ είναι γλαυκόμορφο πτηνό της οικογενείας των Τυτονιδών, που απαντά και στον ελλαδικό χώρο. Η επιστημονική ονομασία του είδους είναι Tyto alba και περιλαμβάνει 32 υποείδη. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αναζήτησής μου, προκειμένου να είμαι ενημερωμένη για τη συνέντευξή μας. Ας δούμε τώρα τι έκανε εσάς να επιλέξετε το συγκεκριμένο τίτλο για τη συλλογή σας. Την πρωταγωνίστριά σας Τυτώ Άλμπα, τη συναντάμε στο τελευταίο σας διήγημα. «…ήταν, εκτός από μουγκή, και ημίτρελη» διαβάζω. Ας μείνουμε σ’ αυτό για να τη γνωρίσουμε λίγο καλύτερα.
Σας ευχαριστώ θερμά για αυτές τις τόσο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις, οι συνεντεύξεις μαζί σας είναι πάντα προκλητικές και με ωθούν προς βαθύτερα ερωτήματα γύρω από τη συγγραφή. Βαθύτερος είναι, άλλωστε, και ο ρόλος της Τυτούς.
Η Τυτώ είναι ένα πλάσμα που έχει συνδέσει την ζωή του με τους ανθρώπους, ζει κοντά σε αγροτικούς οικισμούς και συχνά την αποκαλούν «κουκουβάγια των αγρών». Οι άνθρωποι πάλι, έχουν συνδέσει με την Τυτώ τον θάνατό τους. Τόσο στην αρχαία ελληνική παράδοση όσο και σε πολλές άλλες κουλτούρες η Τυτώ υπήρξε είτε προπομπός θανάτου, είτε συνοδός των ψυχών στη μετάβασή τους προς τον άλλο κόσμο. Για τον λόγο αυτό της δόθηκε το προσωνύμιο «θανατοπούλι» ή «νεκροπούλι». Ήταν η συμπόνια που με ώθησε να της δώσω έναν, πράγματι, πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη συλλογή. Μου φαινόταν άδικο το προσωνύμιο για ένα τόσο όμορφο πλάσμα. Κι αν όντως μεταφέρει ψυχές όχι στον άλλο αλλά σε έναν άλλο κόσμο; Αν είναι ένας αγωγός; Ένας διαμεσολαβητής; Τέτοιο είδους μεταβάσεις, σε άλλους κόσμους, χρειάζονται έναν πανίσχυρο καταλύτη. Η λογοτεχνία είναι ένας τέτοιος πανίσχυρος καταλύτης. Η Τυτώ, λοιπόν, εδώ συμβολίζει την λογοτεχνία. Μα, είναι μουγκή η λογοτεχνία; Είναι ημίτρελη; Είναι. Η πραγματική λογοτεχνία δεν λέει τίποτα, δεν υπαγορεύει τίποτα. Ένα νεύμα προσφέρει που εμείς ερμηνεύουμε, ο κάθε αναγνώστης ξεχωριστά, με βάση το αισθητήριο, το φαντασιακό και τη σκευή μας. Και ημίτρελη είναι. Γιατί κάθε ερμηνεία της είναι διαφορετική, αντιφατική, ελλιπής και εν τέλει προβληματική. Ακόμα και ο ίδιος αναγνώστης μπορεί να εξάγει δύο τελείως διαφορετικά συμπεράσματα διαβάζοντας το ίδιο έργο σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους της ζωής του. Αν δεν ήταν ημίτρελη, το να γράφει κανείς δεν θα είχε κανένα νόημα. Θα μπορούσε αντί για αυτό να μιλάει σε έναν τοίχο και θα ήταν το ίδιο. - Στα διηγήματά σας προσθέσατε λογοτεχνικές αναφορές ελλήνων και ξένων λογοτεχνών που τους δίνουν έναν άλλο αέρα. Η επιλογή τους είχε άμεση σχέση με τα γραφόμενά σας σε κάθε κεφάλαιο ή ήταν τυχαία αλλά με αναφορές που έχετε φυλαγμένες επειδή σας εκφράζουν ως δημιουργό και ως άνθρωπο;
Οι λογοτεχνικές αναφορές ως στοιχείο της συλλογής προέκυψαν μάλλον αργά, αφού έγραψα το τελευταίο διήγημα, εκείνο που είναι αφιερωμένο στην Τυτώ και αποτελεί μία μεταποκαλυπτική αλληγορία για την απόπειρα στη συγγραφή. Οπότε, πρώτα γράφτηκαν τα διηγήματα και μετά συνδέθηκαν (και εννοείται προσαρμόστηκαν) με τις λογοτεχνικές αναφορές. Στην ουσία, αποτελούν φόρο τιμής, μία χαρωπή παρέλαση λεκτικών στιγμιότυπων που πολύ αγαπώ. - Υπάρχει κάποια νοητή γραμμή που ενώνει τα διηγήματά σας αλλά και αυτό που θέλετε να εισπράξει ο αναγνώστης από εσάς;
Επειδή το βασικό ζητούμενο καθώς έγραφα ήταν η ελευθερία των ηρώων και η ακούσια εξέλιξη της πλοκής, δεν μπορώ να πω ότι υπάρχει θεματική ή άλλου είδους σινάφια. Αν, ωστόσο, έπρεπε κάτι να δένει όλη τη συλλογή τότε αυτό θα ήταν οι λογοτεχνικές αναφορές (τα εργαλεία) που συναντά κανείς μέσα στα διηγήματα, οι οποίες, τελικά, βγάζουν νόημα επειδή στο τελευταίο διήγημα εκτελεί την πτήση της η Τυτώ. - Και οι ήρωές σας; Άνθρωποι της διπλανής πόρτας; Και, αν ναι, πόσοι από αυτούς εμπιστεύτηκαν σκέψεις τους και βιώματα σε σας γνωρίζοντας πως θα τα μεταφέρετε σε μια έκδοση;
Όπως είπα και παραπάνω, στόχος ήταν η ελευθερία. Καμία ιστορία δεν αντλεί από υπαρκτά πρόσωπα. Ή τουλάχιστον, έτσι νομίζω! Μία ψυχοθεραπευτική συνεδρία ύπνωσης υποπτεύομαι ότι θα αποκάλυπτε άλλα πράγματα! - Θα έλεγε κανείς πως σε γενικές γραμμές αποφύγατε να δώσετε ονόματα στους πρωταγωνιστές των ιστοριών σας. Όχι ότι θα άλλαζε κάτι αν γνωρίζαμε το όνομα του Τ. ή του Π.Μ. αλλά σίγουρα θα θέλαμε να γνωρίζουμε τη σκέψη και την απόφασή σας να ακολουθήσετε αυτό το δρόμο.
Εκτός από τις περιπτώσεις όπου οι ήρωες «δανείζονται» τα ονόματα συγγραφέων, σε όλες τις υπόλοιπες ήθελα να αποφύγω το βάρος που αποθέτει στους ήρωες μία συγκεκριμένη εθνική ή φυλετική ταυτότητα όσο το δυνατόν περισσότερο. Είπαμε. Ελευθερία. - Το πιθανότερο είναι, πως τα είκοσι έξι διηγήματά σας δε γράφτηκαν ούτε σε ένα μήνα ούτε σε ένα χρόνο. Γράφτηκαν, όμως, σε περιόδους προσωπικής έντασης, θυμού, γαλήνης ή διαμαρτυρίας;
Με αφορμή αυτή την ερώτηση, ανέτρεξα στις ημερομηνίες. Το πρώτο διήγημα, λοιπόν, γράφτηκε στις 22 Ιανουαρίου το 2020. Το τελευταίο, κατά διαβολική σύμπτωση, στις 22 Ιανουαρίου τέσσερα χρόνια μετά. Δεν ξέρω αν αυτό έγινε υποσυνείδητα, θυμάμαι όμως την παρόρμηση να γράψω αυτό το τελευταίο διήγημα. Συνήθως, η παρόρμηση είναι «άφυλη», δεν έχει επίχρισμα, δεν έχει ταυτότητα. Για αυτό δεν ξέρω αν είναι ένταση ή θυμός, πόθος ή απελπισία ή κούραση. Ξέρω ότι κάτι είναι. Όταν ολοκλήρωνα το κάθε διήγημα μπορούσα να κατονομάσω, να μεταφράσω το ερέθισμα και να πω «ναι, αυτό είναι διαμαρτυρία» ή «αυτό είναι θυμός». Μου συμβαίνει συχνά αυτό. Έχω γράψει μυθιστόρημα 150.000 λέξεων ξεκινώντας να γράψω για το ναυάγιο ενός πλοίου, υποπτευόμενος στην πορεία ότι γράφω για το ναυάγιο μίας οικογένειας αλλά όπως αποκαλύφθηκε στο τέλος, όλο αυτό τον καιρό έγραφα για το ναυάγιο ενός ανθρώπου. - Αν αποφασίζατε να δώσετε τη μορφή μυθιστορήματος σε ένα από τα διηγήματά σας ποιο θα επιλέγατε από τη συγκεκριμένη συλλογή;
Μέσα στο σκοτάδι και την ομορφιά και τον τρόμο των φώτων που τρεμοπαίζουν στον δρόμο. Αν και πιστεύω τώρα ότι ο τίτλος είναι μυθιστόρημα από μόνος του. - Είπατε σε μία σας συνέντευξη πως «Η συγγραφή στην Ελλάδα είναι ένας νεκρός επαγγελματικός κλάδος». Όσοι ζουν και κινούνται σ’ αυτό το χώρο, το πιθανότερο είναι πως θα συμφωνήσουν μαζί σας. Μήπως το επίθετο “νεκρός” είναι υπερβολικός;
Επαγγελματίας (οτιδήποτε) είναι ο άνθρωπος που ασκώντας το επάγγελμα του μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του (ενδεχομένως και την οικογένειά του) αντλώντας πόρους αποκλειστικά από αυτό. Με αυτό, υπόψιν, εξακολουθώ και πιστεύω ότι το επάγγελμα του συγγραφέα είναι πιο νεκρό από αυτό του γανωματή, του τροχιστή ή του τσαγκάρη. Η συντριπτική πλειοψηφία της λογοτεχνικής παραγωγής προσφέρεται (με φοβερή αγάπη, κόπο και μεράκι) από ερασιτέχνες συγγραφείς που βιοπορίζονται σε κάθε πιθανό τομέα. Νεκρός κλάδος. Τι όμορφα που ανθίζει το χώμα πάνω από το πτώμα του όμως, ε; - Πιστεύετε πως είναι αναστρέψιμη η θλιβερή κατάσταση γύρω από το βιβλίο και τη συγγραφή που επικρατεί στη χώρα μας;
Με ένα δυνατό κρατικό πρόγραμμα που να δεσμεύει το 1,5- 2,0% του κρατικού προϋπολογισμού για την ανάπτυξη της λογοτεχνικής παραγωγής, την εξαγωγή της και τη συστηματική προβολή της, την υποστήριξη σε εκδότες, δημιουργούς και βιβλιοπώλες, την κατάρτιση σοβαρού ακαδημαϊκού προγράμματος για τα ελληνικά γράμματα και τη δημιουργία έργων του λόγου αλλά κυρίως για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας από την προσχολική ηλικία ώστε να δημιουργήσουμε κάποτε και εμείς σαν χώρα μία ουσιαστική και βαθιά αναγνωστική κουλτούρα, μπορούν γίνουν θαύματα. Άρα, όχι. Δεν το πιστεύω. - Θα ήθελα να τοποθετηθείτε σε μία ακόμη, σχετική, πρότασή σας: Είμαστε λογοτεχνικά και ιδιοσυγκρασιακά περιχαρακωμένοι. Το εννοείτε; Πείτε μας, επίσης, αν έχει αλλάξει κάτι από τότε που εκφράσατε αυτή την άποψη.
Κάποτε, μιλούσαμε τόσο πολύ και τόσο όμορφα που δανείσαμε τη διάλεκτο μας σε ολόκληρο τον κόσμο, όλος ο κόσμος ήθελα να μιλάει σαν κι εμάς. Τώρα, μιλάμε μόνο εμείς όπως εμείς και απολύτως κανένας άλλος. Δεν μοιραζόμαστε γλωσσολογικά (και ιδιοσυγκρασιακά ακόμα) καμία ρίζα με άλλους λαούς (εννοείται πως και οι Κύπριοι είναι ο ίδιος λαός). Μόνο κάτι σκόρπιες προσμίξεις. Η διαφοροποίηση αυτή είναι θεμελιακή. Βιώνουμε, την εθνική, περήφανη μοναξιά μας. Πώς μπορείς να πεις σε μία άλλη γλώσσα «ξέχασες κείνο τον σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι/ Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή» και κάποιος να καταλάβει την ένταση που προκαλεί ο φόβος του θανάτου; Αλλά και πως να διαβάσεις «we few, we happy few. We, band of brothers» και επίσης να το καταλάβεις με τον μεσαιωνικό τρόπο την ίδια ακριβώς ένταση που θα το καταλάβει με ευκολία ο οποιοσδήποτε κάτοικος της καστρόχτιστης Ευρώπης; Ο Βακαλόπουλος το είπε πολύ όμορφα, φέρνοντας το οικουμενικό στο καθιστικό της συντροφιάς του αλλά νομίζω ότι ήθελε να κυριολεκτήσει μέσω μίας μεταφοράς. «Είμαστε ένα μικρό έθνος και δεν μπορούσαμε να κουνηθούμε γιατί δεν είχαμε αρκετό χώρο».

Λίγα λόγια για τη συλλογή
«Θα προτιμούσα αυτές οι προτάσεις να μην υπάρχουν καθόλου αλλά κρίνω πως πρέπει, κυρίως για να έχει ο αναγνώστης το μοναδικό εφόδιο που ίσως παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον ή αναγκαιότητα για την ανάγνωση αυτής της συλλογής. Θα περιοριστώ, ωστόσο, στα βασικά. Τα διηγήματα που ακολουθούν είναι ένα πείραμα. Κάποιος ήρωας, σχεδόν τυχαίος, ένα γέννημα της στιγμής, υπάρχει μέσα σε μια συνθήκη. “Ένας έφηβος βαδίζει σε μια μεγάλη λεωφόρο”. “Μία γυναίκα, ξαπλωμένη στον καναπέ κοιτάζει φωτογραφίες στο κινητό της”. Ένας άντρας λέει: “δεν είμαι κακός”. Από κει και πέρα η πορεία του, του ανήκει. Είναι πάντα συναρπαστικό να γράφει κάποιος έτσι γιατί την ίδια στιγμή που είναι συγγραφέας, είναι και αναγνώστης. Είναι, επίσης, και κάπως τρομαχτικό να αντικρίζεις το βάθος που μπορείς να φτάσεις. Προσπάθησα να δώσω στη διαδικασία της συγγραφής την απόλυτη ελευθερία της ύπαρξης. Αυτή πέταξε από όπου ήξερε (από κάπου ξεκινάει η κάθε πτήση κι αν πρέπει να μιλήσουμε για λέξεις, τότε το σημείο εκκίνησης είναι σχεδόν πάντα οι λέξεις που έγραψαν κάποιοι άλλοι και αγαπήσαμε πολύ) και προς όπου επιθυμούσε (κι αν πρέπει να μιλήσουμε για λέξεις, εννοώ προς όπου άντεχε). Έγινε μια Τυτώ Άλμπα. Ένα θανατοπούλι που μεταφέρει ψυχές στον άλλο (σε έναν άλλο, τουλάχιστον) κόσμο. Εγώ πήγα μαζί της. Κι αυτά τα πλάσματα συνάντησα να περπατούν τον δρόμο τους μέσα στην άγρια ερημιά της». […] Στην άκρη του κόλπου φαινόταν τώρα καθαρά. Η Ιθάκη ασθμαίνοντας κινούσε τα γρανάζια στα έγκατα αυτής της γης και η Υψικάμινος ξερνούσε σκόνη και οπιούχα αέρια κρύβοντας τον ήλιο, βάφοντας κόκκινο τον ήλιο, φτιάχνοντας από τον κίτρινο νάνο ένα βουβό, πολυτραγουδισμένο άστρο. Στάθηκε στη βάση της. Του φάνηκε πρόχειρο το θεμελίωμα μα ήταν μπροστά του θεόρατη, εκατοντάδες μέτρα ψηλή, κόκκινο τούβλο πάνω στο κόκκινο τούβλο και στους αρμούς μικρά πετραδάκια, χρωματιστά γυαλάκια στρογγυλεμένα από τη θάλασσα και τον άνεμο, κόκκοι ξανθωπής άμμου, χλωρά φύλλα, κοχύλια σπάνια πια των Σεφερικών σπηλιών και αποτσίγαρα…

Βιογραφικό
Ο Μιχάλης Κατράκης γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα και μεγάλωσε στον Πειραιά. Είναι πτυχιούχος του I.H.T.T.I. Neuchatel στον τομέα της διοίκησης ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Ασχολείται συστηματικά με την πεζογραφία από το 2005.

No comments!
There are no comments yet, but you can be first to comment this article.