Συγγραφέας του βιβλίου «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν» – Εκδόσεις Μελάνι

Ένας σημαντικός λόγος που κάνει τη συλλογή διηγημάτων του Βασίλη Χουλιαρά πολύ ενδιαφέρουσα, είναι ο τίτλος της και ειδικά η ονομασία του αρχιπελάγους. Όχι, δε θα το βρείτε στο χάρτη το συγκεκριμένο αρχιπέλαγος. Είναι επινοημένη ονομασία και ο συγγραφέας μιλώντας στο Vivlio-life, εξηγεί τη χρονική στιγμή αλλά και τις συνθήκες που την εμπνεύστηκε. Στις δεκαεπτά ιστορίες του, πάντως, δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και προβληματισμό στον αναγνώστη. Διευκρινίζει ωστόσο πως «δεν είναι πρόθεση μου να πείσω κανέναν για αυτές, αλλά μόνο να τις διερευνήσω και να τις συζητήσω μέσω της λογοτεχνίας, και έτσι πρέπει να τις εκλάβει και ο αναγνώστης, όχι ως κάποιου είδους απάντηση, αλλά ως αφετηρία προβληματισμού».

  • Αρχιπέλαγος Φουάν. Πού το βρίσκουμε στο χάρτη; Ή μήπως το συναντάμε μόνο στη συγγραφική σας έμπνευση;
    Για να δώσω την απάντηση θα πρέπει να ανατρέξω στον Μάρτιο του 2013, όταν είχα πάει για λίγες μέρες μόνος μου στην Κωνσταντινούπολη.
    Εκεί, σαν έφτασα στο ξενοδοχείο, έπεσα πάνω στον ξενοδόχο, τον Ιμπραήμ, με τον οποίο έπιασα κουβέντα. Όταν του είπα ότι ήμουν από την Ελλάδα, μου είπε ότι σε λίγο θα έρχονταν να τον επισκεφτεί ένας φίλος του Έλληνας Κωνσταντινουπολίτης, ο Ουστούν (το Ουστούν προέρχεται από το Ιουστινιανός) και ότι αν θα ήθελα να περίμενα ώστε να μου τον γνωρίσει. Έτσι όταν μετά από λίγο ήρθε ο Ουστούν, και αφού συστηθήκαμε, εκείνος προθυμοποιήθηκε, καθώς εκείνη την μέρα δεν είχε κάποια δουλειά, να με ξεναγήσει στην πόλη και να μου δείξει τα μέρη στα οποία σύχναζε, όπως και έγινε.
    Την επόμενη μέρα, αφού είχα κάνει, μόνος μου πια, άλλη μια βόλτα στην πόλη, κάθισα προς το απόγευμα σε κάποιο τεϊοποτείο. Εκεί έπιασα το σημειωματάριό μου και ένα στυλό και προσπάθησα να γράψω κάποια ιστορία. Η ιστορία που ξεπήδησε και άρχισα να γράφω, αναφέρονταν σε δύο ανθρώπους —ο ένας λέγονταν Ουστούν, ο άλλος είναι ο αφηγητής— οι οποίοι συνταξιδεύοντας, ο καθένας μόνος του, σε ένα πλοίο σε κάποιο αρχιπέλαγος, για να περάσει η ώρα, αν και δεν γνωρίζονται, πιάνουν την κουβέντα. Στο τεϊοποτείο έγραψα μία με δύο παραγράφους, αλλά δεν μπόρεσα να προχωρήσω άλλο το κείμενο.
    Επιστρέφοντας μετά από λίγες μέρες στην Ελλάδα, ξανάπιασα τις λέξεις που ήδη είχα γράψει, μιας και ένιωθα ότι υπήρχε κάτι σε αυτές που περίμενε να αναπτυχθεί. Ωστόσο αν και τις διάβαζα και τις ξαναδιάβαζα για πολλή ώρα, δεν κατάφερνα να βρω κάποια ιδέα που να με ικανοποιεί προς τα πού να κατευθύνω την ιστορία. Για να ξεκολλήσω, αλλά και να πω ότι τελικά κάτι είχα κάνει όλη εκείνη την ώρα, σκέφτηκα να δώσω ένα όνομα στο αρχιπέλαγος. Η λέξη που σχηματίστηκε στο μυαλό μου ήταν η λέξη: Φουάν. Μιας και μου άρεσε ο ήχος της, έψαξα αμέσως μετά μέσω google να δω αν τυχόν υπάρχει κάτι που να ονομάζεται «φουάν», και έκπληκτος διαπίστωσα πως στα ιαπωνικά σήμαινε κάτι. Στα ιαπωνικά λοιπόν η λέξη φουάν σημαίνει: ανησυχία, άγχος, αναταραχή, αβεβαιότητα. Με αυτό τον παράδοξο τρόπο πλέον ήξερα την ιστορία που είχα μπροστά μου να γράψω, καθώς γνώριζα πια πως μιλούσε για δύο ανθρώπους που ταξίδευαν στο αρχιπέλαγος της αβεβαιότητας και της ανησυχίας.
    Αλλά δεν ήταν μόνο ότι με αυτό τον τρόπο είχα ανακαλύψει τι ήθελε να μου πει αυτή η ιστορία, την οποία ονόμασα «Στο αρχιπέλαγος Φουάν (Ζετσούμπο)», και η οποία βρίσκεται ακριβώς στη μέση του βιβλίου, αλλά, πολύ παραπάνω, αμέσως αντιλήφθηκα ότι η λέξη με την οποία είχα ονοματίσει το αρχιπέλαγος, περιέγραφε και εξέφραζε την κατάσταση που εκείνη την περίοδο βρισκόμουν. Έτσι λοιπόν όταν τέλη του 2013 με αρχές του 2014 άρχισα να συγκεντρώνω τις ιστορίες που θα έφτιαχναν αυτό το βιβλίο και να κάνω τα πρώτα προσχέδια, ένιωσα ότι ο μόνος δυνατός τίτλος τελικά ήταν αυτός: «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν» καθώς κατά ένα τρόπο αυτό το βιβλίο, πέραν όλων των άλλων, έπρεπε να σκιαγραφεί και αυτή την περίοδο.
  • Επιλέξατε ως εξώφυλλο το έργο του καλλιτέχνη Μανώλη Αναστασάκου. Με ποιο κριτήριο έγινε η επιλογή του;
    Την εποχή που έβγαλα το «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν», οι εκδόσεις «Μελάνι» συνεργαζόταν με τον κύριο Μανώλη Αναστασάκο για τα εξώφυλλά των βιβλίων, και νιώθω ότι στάθηκα αρκετά τυχερός με αυτή τη συνεργασία, μιας και το έργο του που επέλεξα να κοσμεί το εξώφυλλο, εκτός του ότι μου αρέσει πολύ, αισθάνομαι ότι ταιριάζει αρκετά και με το πνεύμα του βιβλίου.
  • Αν και μικρό, το βιβλίο σας θέτει μεγάλους προβληματισμούς. Αυτός ήταν ο σκοπός της συγγραφής του;
    Συνήθως στις ιστορίες που προσπαθώ να διηγηθώ πράγματι περικλείω και μερικές από τις σκέψεις και τις ιδέες μου. Ωστόσο δεν είναι πρόθεση μου να πείσω κανέναν για αυτές, αλλά μόνο να τις διερευνήσω και να τις συζητήσω μέσω της λογοτεχνίας, και έτσι πρέπει να τις εκλάβει και ο αναγνώστης, όχι ως κάποιου είδους απάντηση, αλλά ως αφετηρία προβληματισμού. Όμως από τη στιγμή που μιλάμε για λογοτεχνία, πρωταρχικός στόχος για κάθε κείμενο δεν μπορεί να είναι άλλος παρά να προκαλέσει την αισθητική απόλαυση του πιθανού αναγνώστη. Να είναι ευκολοδιάβαστο, ει δυνατόν η γλώσσα να ρέει, ο αναγνώστης να το χαρεί, και από εκεί και πέρα να λειτουργήσει, αν λειτουργήσει, για όποιο πιθανό προβληματισμό. Αυτό τουλάχιστον είναι ό,τι προσπαθώ να πετύχω με τις ιστορίες μου και κατά συνέπεια και με κάθε μου βιβλίο.
  • «Όλοι γνωρίζουμε ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Όμως αυτός δεν ξέρει πως έχουμε μάθει την αλήθεια και συνεχίζει να σουλατσάρει έξω από τα σπίτια μας…», γράφετε στο πρώτο σύντομο διήγημά σας. Όλοι; Πόσο βέβαιος είστε γι αυτό;
    Το «όλοι», αναφέρεται σε όλους όσοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με αυτόν που μιλά κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε αυτό το κείμενο, για τη σχέση του με τον Θεό. Γενικότερα το ερώτημα περί του Θεού και της σύνδεσή του με το δημιούργημά του, που σε ένα άλλο επίπεδο το ταυτίζω με τη σύνδεση συγγραφέα και του όποιου δημιουργήματός του, είναι κάτι που με απασχολεί, και τη συγκεκριμένη θεματική τη διερευνώ σε αρκετά κείμενά μου από πολλές διαφορετικές πλευρές. «Ο προφήτης (Le prophète)», επίσης από τις «Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν», είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.
  • Στα δεκαεπτά σας διηγήματα δε συναντάμε σχεδόν κανένα όνομα. Είναι πιο εύκολο να περάσετε αυτό που θέλετε σ’ εμάς τους αναγνώστες κάνοντάς μας κεντρικούς ήρωες των ιστοριών σας;
    Είναι μερικές ιστορίες που από την αρχή που τις γράφω μου φανερώνεται το όνομα του κεντρικού ήρωα, όμως είναι γεγονός ότι αυτές δεν είναι πολλές. Αν όμως αυτό δε συμβεί, τότε αποφεύγω να βάλω κάποιο που νιώθω ότι δεν ταιριάζει, απλώς για να πω ότι η ήρωας έχει όνομα. Αλλά ναι, ίσως να λειτουργεί και αυτό: από τη στιγμή που δεν αναφέρεται κάποιο όνομα, ίσως να είναι πιο εύκολο για τον πιθανό αναγνώστη να ταυτιστεί με τον ήρωα της ιστορίας, και να εισχωρήσει πιο εύκολα σε αυτή.
  • Στο διήγημα φυλακή, ο ήρωας κλείνει τα μάτια και φαντάζεται πως βρίσκεται δίπλα στη θάλασσα. Είναι το τέχνασμα που εφηύρε και εφαρμόζει συχνά, για να περνάει πιο εύκολα ο χρόνος στη φυλακή. Μήπως είναι και μια πρόταση προς τους αναγνώστες; Να φαντάζονται πως βρίσκονται κάπου αλλού για να ξεπερνούν πιο εύκολα τη σκληρή καθημερινότητα;
    Η «Φυλακή», είναι μια ιστορία που σκέφτηκα στη θάλασσα και δούλεψα ένα μεγάλο μέρος της στο μυαλό μου ενώ κολυμπούσα, και ήταν και αυτός ένας τρόπος για να περάσει πιο εύκολα ο χρόνος της γυμναστικής. Οπότε όπως θέτετε το ερώτημα δεν μπορώ να αρνηθώ ότι η συγκεκριμένη ιστορία αποδεικνύει ότι πολλές φορές η φαντασία βοηθά να απαλυνθεί το βίωμα του χρόνου, που πολλές φορές για τον καθέναν μας μπορεί να είναι αρκετά δύσκολο.
  • Η σκέψη πως «ίσως όλος ο κόσμος δεν είναι κάτι άλλο, παρά μία φυλακή», τον λυτρώνει, ενώ ως συγγραφέας περιμένατε να τον διαλύσει. Ο λόγος;
    Γιατί η διαπίστωση ότι «ίσως όλος ο κόσμος δεν είναι κάτι άλλο, παρά μία φυλακή», είναι κάτι που κανονικά διαλύει οποιονδήποτε. Όμως για κάποιον που είναι ήδη φυλακισμένος η σκέψη πως η κακή του μοίρα δε διαφέρει, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, με την κοινή μοίρα, μπορεί να αποτελεί και μια λύτρωση…
  • Υπάρχει κάποια υπαρκτή ή νοητή γραμμή που συνδέει μεταξύ τους τα διηγήματά σας που ο ίδιος χαρακτηρίζετε φαινομενικά ετερόκλητες ιστορίες;
    Η έννοια του Φουάν, που ανέφερα στην πρώτη σας ερώτηση. Εντέλει οι ιστορίες που απαρτίζουν το βιβλίο —άλλες που γράφτηκαν ανάμεσα στο 12 και 14 και άλλες που προϋπήρχαν αυτής της περιόδου— επιλέχθηκαν με βάσει το τι η λέξη «Φουάν» εκφράζει, ώστε να υπηρετήσουν, όσο το δυνατόν καλύτερα, τον κοινό αυτό θεματικό άξονα.
  • Τα κείμενα στο Αρχιπέλαγος Φουάν φλερτάρουν με την ποίηση έγραψαν για τα διηγήματά σας. Όντως φλερτάρατε με την ποίηση καθώς τα γράφατε;
    Ποίημα, για εμένα, είναι το τελειωμένο λογοτεχνικό κείμενο. Οπότε, με βάση αυτή τη λογική, κάθε λογοτεχνικό κείμενο θα ήθελε να είναι ποίημα, ανεξάρτητα από το μέγεθος του και την εξωτερική του μορφή, και αυτό προσπαθώ να πετύχω σε κάθε κείμενό μου: να τείνει όσο περισσότερο σε αυτό τον ορισμό, άλλες φορές περισσότερο και άλλες φορές λιγότερο, με τα δικά μου αισθητικά κριτήρια, επιτυχημένα. Να το ξαναπώ, δε λέω τι καταφέρνω αλλά τι προσπαθώ.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Στις Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν τίθενται ερωτήματα, κλονίζονται βεβαιότητες: στην αναμονή μιας συνάντησης, γωνία Ομήρου και Σκουφά με τους Tinder sticks στα ακουστικά στην απάντηση ενός φυλακισμένου κυκλωμένου από τα αόρατα κάγκελα του ορίζοντα στο μέγα μυστικό που ο Δον Μπαζίλιο, σημαίνων κάτοικος της Γκαλόνα, ξεψυχά χωρίς ποτέ να μάθει στην αίρεση των νεμοϊστών και την αέναη διαδικασία μύησης στη συγκατάβαση του Σίσυφου μπροστά στο δυσβάστακτο μαρτύριό του στο μακρινό “λυτρωτικό” ταξίδι στο Ζετσούμπο του Αρχιπελάγους Φουάν στο κέρμα που επιστρέφει, παραδομένο στη βαρύτητα, μπροστά στο δίλημμα ενός τρίστρατου στο μοναδικό λογοτεχνικό πόνημα του Γάλλου Αυγούστου Ρεϊμόν Le prophete.
Πίσω από όλες αυτές τις φαινομενικά ετερόκλητες ιστορίες, κάθε φορά αναδύεται η προσπάθεια του συγγραφέα να αποδώσει -με λόγια- αυτό που “μοιάζει να υπάρχει εκεί έξω, το οποίο θέλει να ειπωθεί, αλλά ίσως δεν είναι τα λόγια ο τρόπος του”. Ή τη ματαιότητα του χρόνου “που, όπως πάντα, απαιτεί να βιωθεί”.

Βιογραφικό
Ο Βασίλης Χουλιαράς γεννήθηκε το 1974. Σπούδασε Μηχανολογία στο ΕΜΠ και διαμένει στο Μεσολόγγι. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων: “Μικρές ιστορίες για πριν τον ύπνο” (εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012), “Ιστορίες από το αρχιπέλαγος Φουάν” (Μελάνι, 2015 – συμπεριλήφθηκε στη μικρή λίστα των λογοτεχνικών βραβείων του ηλεκτρονικού περιοδικού «Ο αναγνώστης», στην κατηγορία «Διήγημα-Νουβέλα») και “Ο φάρος του Σόρενσον” (εκδόσεις Θράκα, 2018). Παράλληλα ασχολείται με τη φωτογραφία.