Γράφει η Κατερίνα Σιδέρη

Η ιστορία της Ελλάδας είναι ένα μεγάλο παζλ, όπου τα κομμάτια του περιέχουν εχθρούς, πολέμους, κατακτητές, αίμα, σκυμμένα κεφάλια μα και ελευθερία. Το βιβλίο αναμοχλεύει την ιστορία της Θεσσαλίας με τον έρωτα, την ελπίδα, την απόγνωση, την υπομονή μα και την αδικία.
Έχουμε να αναμετρηθούμε με πολλά και διαφορετικά μέτωπα. Θα λυγίσουμε σε πολλά κομβικά σημεία. Θα αγκαλιάσουμε ήρωες και άλλους θα τους μισήσουμε το δίχως άλλο. Η θλίψη, η αγωνία αλλά και η υπόκλιση θα μας κρατούν συντροφιά καθ’ όλη η διάρκεια της ανάγνωσης. Το παρελθόν ζητά δικαίωση. Ζητά φόρο τιμής. Ζητά να κλείσει ο κύκλος του για να αναπαυτούν οι ψυχές του. Όχι όλες, εκείνες μονάχα που αξίζουν. Οι άλλες ας βολοδέρνουν στον άνεμο έτσι όπως τους πρέπει.

κανένας σκλαβωμένος δεν μένει σκλαβωμένος για πάντα. Κάποτε έρχεται η ώρα της ελευθερίας!…

Ο Νάκος είναι ο καλύτερος ντετέκτιβ της αστυνομίας Λάρισας. Είναι εκείνος που θα κληθεί να λύσει το μυστήριο που ταλαιπωρεί τον θεσσαλικό κάμπο. Με τη διαίσθησή του, την ευφυία του και τη νοημοσύνη του, θα διεισδύσει στα άδυτα του ζοφερού παρελθόντος και οι αποκαλύψεις που θα βγουν στο φως, δεν αφήνουν κανέναν ανεπηρέαστο.
Η Θεσσαλία φημίζεται για τις πίτες της, για το τσίπουρό της αλλά και τον εύφορο κάμπο της. Πολλοί ζήλεψαν τις αρετές της. Κάποιοι τις διεκδίκησαν το δίχως άλλο. Άλλοι επικαρπώθηκαν τον ιδρώτα των φτωχών και αρκετοί ανερμάτιστοι προσκολλήθηκαν σαν τα τσιμπούρια σε δυνατές πλάτες για να κερδίσουν ρανίδες εξουσίας και να ποτίσουν το μίσος και τη φιλοδοξία τους.
Όλοι χωρούν στις σελίδες του βιβλίου. Οι κολίγοι, οι τσιφλικάδες, οι επιστάτες, οι αφέντες, οι εξαθλιωμένοι από τη φτώχεια Θεσσαλοί, οι νέοι που βράζει το αίμα τους. Όλοι κρατούν στα χέρια του ένα λιθαράκι και περιμένουν στωικά τη σειρά τους να το εναποθέσουν στην ιστορία μας. Υπομονή. Το ταξίδι μας ξεκινάει με ενδιάμεσο σταθμό το μακρινό 1906 και προορισμό μας το σήμερα.
Το παλάτι του τσιφλικά και καταπιεστικού εργοδότη Βαλτατζή, δεσπόζει αγέρωχο. Ο αφέντης έχει δυο γιους και θέλει να ακολουθήσουν τα βήματά του. Ο Παρασκευάς είναι ψυχρός, σκληρός, φιλοχρήματος και φιλόδοξος. Ότι χρειάζεται για να γίνει εργοδότης. Ο Μιλτιάδης είναι ρομαντικός, δίκαιος και ευαίσθητος. Έχει φιλελεύθερες ιδέες και η φιλευσπλαχνία του δεν περνάει απαρατήρητη. Στη δούλεψή τους υπάρχει ο Γιάνναρος ένα γλοιώδες υποκείμενο, ένας γυμνοσάλιαγκας που προσπαθεί να έχει την εύνοια των αφεντικών πατώντας τον κάθε φτωχό στο σβέρκο χωρίς έλεος, χωρίς ίχνος σεβασμού και κατανόησης.
Δεν θα αναφέρω άλλα ανδρικά πρόσωπα, πλην ενός. Αυτά είναι αρκετά να σκιαγραφήσουν τον κορμό της ιστορίας. Πλάι τους γυναίκες θα πονέσουν, θα ερωτευτούν, θα περάσουν στη λήθη ή και όχι. Η γυναίκα αυτές τις δύσκολές εποχές, δεν έχει στόμα παρά μονάχα για να τρώει, δεν έχει μάτια παρά μονάχα για να κοιτά τη γη. Υπομένει, ασφυκτιεί, θέλει να ζήσει μα δεν έχει κανένα λόγο για τη ζωή της. Άλλοι αποφασίζουν και όχι πάντα ο πατέρας.
Θα διαβάσουμε για τον βούρδουλα του Παρασκευά και του Γιάνναρου που αλύπητα προσγειώνεται σε πλάτες εργατών, για ένα μυστήριο ικανό να σκορπίσει τον φόβο στους κατοίκους ενός χωριού, για ένα μικρό σεντούκι, για ένα προξενιό που γυρίζει πίσω αλλά και για την ισχνή προίκα τεσσάρων προβάτων για κάθε κόρη του Γιώργη, όπου θα μας ανοίγουν αυλαία με φόντο τον θεσσαλικό κάμπο.
Σειρά έχει η νέα σελίδα για την Πασχαλία και την Αντιγόνη, ο κοινωνικός αγωνιστής Μαρίνος Αντύπας, μια κορδέλα λάφυρο και συνάμα φυλακτό, η αποκαρδιωτική συμπεριφορά ενός πατέρα, ο όμορφος και ψηλός νέος που φυλακίζει μια γυναικεία ψυχή, δυο φίλοι – μια γροθιά στα δύσκολα και τα πολύ δύσκολα αλλά και ένα παράνομο ζευγάρι πάνω σε αχυρένιο πάτωμα, αλλάζουν άρδην τη ρότα της ιστορίας και ο αναγνώστης μένει μετέωρος να αδημονεί για τις εξελίξεις.
Αχ ο έρωτας. Τυφλώνει και κανείς δε νοιάζεται. Δίνει φτερά, δίνει ελπίδα μα ταυτόχρονα μπορεί να γίνει θηλιά και να σε πνίξει.
Αχ η εξουσία. Κλείνει τα μάτια και εκτελεί με γνώμονα το χρήμα, τη δύναμη, την υπεροχή. Δε νοιάζεται για συναισθήματα. Δε νοιάζεται για αγάπες. Μονάχα το συμφέρον της κοιτάζει και αφήνει στο βωμό της θύματα…
Το βιβλίο κυοφορεί πολλά. Ψέματα. Υποκρισία. Απαλλοτριώσεις. Μια βαριά κατάθλιψη. Μυστικά που πνίγουν και πρέπει να βγουν στο φως αλλά και στόματα που παραμένουν ερμητικά κλειστά.

Από τα βιβλία που διαβάζω, επιλέγω μια φράση που μου κίνησε το ενδιαφέρον για να την μοιραστώ μαζί σας. Από το βιβλίο της Βασιλικής Διαμαντή, ένα σύντομο βιογραφικό της οποίας θα βρείτε στο τέλος του άρθρου, επέλεξα την παρακάτω:
την προνοητικότητα των ανθρώπων, κάποιες φορές, τα απρόβλεπτα τερτίπια της ζωής την κάνουν σκόνη…

Ένα άλογο θα βγάλει το άχτι του σε εκείνον που πρέπει. Μια επιστολή από δυο αγράμματους γέρους θα βρει τον τρόπο να οδηγήσει στη λύτρωση. Ένα νέος από τον Πόντο θα εκτελέσει την επιθυμία του προγόνου του και η γιαγιά Δέσποινα θα αποδείξει ότι δεν έχει χάσει τα λογικά της.
Τα κομμάτια του παζλ παίρνουν τη θέση τους πολλά χρόνια μετά. Η ιστορία βγαίνει στο φως και συγκινεί όσους την ακούνε και η Πασχαλία γίνεται ένας ακόμη θεσσαλικός θρύλος. Ο καιρός της προδοσίας γίνεται βορά στα μάτια των σύγχρονων κατοίκων της περιοχής και όχι μόνο. Οι προδότες πάντα θα είναι προδότες και έτσι θα τους θυμούνται.

Το βιβλίο διαβάζεται γοργά, έχει γλαφυρό ύφος, προδίδει αγωνία και ο επίλογός του είναι καταλυτικός. Το συναίσθημα ρέει άφθονο και γιατί όχι, οι πιο ευαίσθητοι ίσως δεν καταφέρουν να κρύψουν τα δάκρυά τους.

Το οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρει:

  1. Ο κάμπος της Θεσσαλίας βρίσκεται σε αναβρασμό. Οι τσιφλικάδες σκορπίζουν τον τρόμο στους κολίγους, οι οποίοι υποταγμένοι και άβουλοι, υπακούν στις εντολές τους αναζητώντας μια ελπίδα σωτηρίας. Ο αφέντης Βαλτατζής δεν συγχωρεί τα λάθη. Αυτά πληρώνονται ακριβά και τη δικαιοσύνη του αποδίδει χωρίς έλεος ο επιστάτης του, ο Γιάνναρος.
    Όλα, όμως, φαίνονται να αλλάζουν, όταν καταφτάνει στη Λαζαρίνα ο γιος του, Μιλτιάδης, ένας άντρας, που το όραμά του είναι να δει τον τόπο του να προοδεύει και τους ανθρώπους του να ζουν ελεύθεροι… Μέχρι τη στιγμή που αντικρίζει κατάματα το καταπράσινο βλέμμα της Πασχαλιάς, και ο νους του ξεστρατίζει.
    Η Πασχαλιά δεν ήξερε από έρωτες και από ευγενικά βλέμματα αντρών. Εκείνη είχε μάθει μόνο να υποτάσσεται στη θέληση του πατέρα της και των αφεντάδων, καθοδηγούμενη από τη μοίρα της γυναικείας της θέσης. Μα σαν είδε την ευγενική όψη του Μιλτιάδη, η ψυχή της θέριεψε από αγάπη.
    Ο έρωτάς τους σαρωτικός, σήκωσε θύελλα στον κάμπο, και όσο και αν θέλησαν να τον κρατήσουν κρυφό, δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από το βλέμμα του Γιάνναρου. Και τότε όλα πήραν μια πορεία ανεξέλεγκτη, παρασύροντας μαζί τους και άλλες αθώες ψυχές… Το χώμα θα βαφτεί κόκκινο, αλλά η αλήθεια θα αποκαλυφθεί πολλά χρόνια μετά…

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα του βιβλίου.
Η Διαμαντή Βασιλική γεννήθηκε στο χωριό Μαυραχάδες του Ν. Καρδίτσας. Σπούδασε Hλεκτρολόγος Mηχανικός και Μηχανικός Η/Υ στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Από το 2000 και μετά εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με την επιπλέον ιδιότητα του συμβούλου Σχολικής Ζωής. Είναι παντρεμένη, έχει τρία παιδιά και θα τη βρείτε εκεί που βρέχει όνειρα…

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΞΗ.