Συγγραφέας του βιβλίου Το άγνωστο ελληνικό μπάσκετ 1942 -1979. Εκδόσεις Επίκεντρο

Ένα συλλεκτικό βιβλίο, μια πολυτελής αλλά και πολύτιμη έκδοση που κάθε φίλος του ελληνικού μπάσκετ θα ήθελε να διαβάσει και να φυλάξει για πάντα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκεντρο, με συγγραφέα τον καλό συνάδερφο, φίλο και άριστο γνώστη του αθλήματος Σωτήρη Θεολογίδη. Κάθε κεφάλαιό του βαδίζει παράλληλα με την Ελληνική Ιστορία, απόλυτα τεκμηριωμένο με αποκόμματα εφημερίδων, μαρτυρίες των πρωταγωνιστών και σπάνιο φωτογραφικό υλικό, που κάνει την έκδοση ακόμη πιο εντυπωσιακή. Μα, πιο εντυπωσιακό είναι το γεγονός πως για τη συγγραφή του χρειάστηκε έρευνα δεκαπέντε χρόνων και η συναισθηματική φόρτιση του συγγραφέα, δικαιολογημένα, είναι μεγάλη! Όπως λέει στο Vivlio-life «Δεν είναι μόνον η συγκίνηση. Είναι κυρίως η ευθύνη που αισθάνεσαι. Πως οφείλει κάποιος να αναλάβει να διασωθεί το πολύτιμο αυτό αρχειακό υλικό. Ευθύνη που θα έπρεπε να αναλάβει ένας επίσημος φορέας. Δυστυχώς υπάρχουν αθλητές που κρατούν ντοκουμέντα χωρίς να αντιλαμβάνονται την αξία τους. «Μουσεία» που εξαντλούν τον στόχο τους σε έκθεση πολύτιμου φωτογραφικού ή άλλου υλικού όπως φανέλες αθλητών και εμβλήματα συλλόγων χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη μεταξύ τους αφηγηματική σύνδεση».

  • «… Είτε γράφεις για το μπάσκετ είτε ευρύτερα για τον Αθλητισμό, για την Ιστορία της χώρας σου γράφεις» και η ανάγνωση του νέου σας βιβλίου επιβεβαιώνει περίτρανα αυτή την πρόταση. Πιστεύετε πως εκείνος που θα επιχειρήσει να διαχωρίσει τα δυο κορυφαία αυτά κεφάλαια θα αποτύχει;
    Αναντίρρητα «Ναι» επειδή ο Αθλητισμός είναι συνάρτηση όχι μόνον της καθημερινότητας μας αλλά και ένα από τα κορυφαία δώρα του Πολιτισμού μας στην Ανθρωπότητα.
    Επηρεάζεται, όμως, απόλυτα από τις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες κάθε περιόδου. Γι αυτό και διαχώρισα το αφήγημα μου ανά επταετίες. Παρακολουθώντας την εξέλιξη του αθλήματος ο αναγνώστης βιώνει και την ιστορία της χώρας μας.
  • Τεκμηριώσατε το βιβλίο σας με δημοσιεύματα από περίπου εξήντα εφημερίδες του αθλητικού και πολιτικού Τύπου κάθε δεκαετίας, αλλά και με σπάνια φωτογραφικά ντοκουμέντα που σας εμπιστεύτηκαν οι πρωταγωνιστές της κάθε περιόδου. Επομένως μιλάμε για μια πολύχρονη και επίπονη έρευνα. Υπάρχει κάτι ανάλογο στον ελληνικό εκδοτικό χώρο;
    Από ό,τι γνωρίζω όχι. Προσωπικά χρειάστηκα περισσότερα από 15 χρόνια. Αν υπήρχε κάτι παρόμοιο θα το είχα ανακαλύψει και θα το είχα αναφέρει.
  • Ένα εντυπωσιακό στοιχείο αυτού του βιβλίου είναι η πληροφορία πως την μαύρη περίοδο της Κατοχής, από το 1941 έως το 1944, υπήρξαν «νησίδες αθλητικής δραστηριότητας». Μια πραγματικότητα άγνωστη επειδή καταγράφηκε από ελάχιστους, που όμως εσείς βρήκατε στο ημερολόγιο του παλαίμαχου αθλητή Πόλυ Πολυτιμίδη. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να μας μιλήσετε γι αυτό αλλά και για τις φωτογραφίες που καταφέρατε να εξασφαλίσετε από την περίοδο 1942 και 1943!
    Το ημερολόγιο του αείμνηστου Πόλυ Πολυτιμίδη δεν υπήρξε το μοναδικό πολύτιμο στοιχείο για την εποχή εκείνη. Είχαν περιέλθει, πολύ νωρίτερα, στα χέρια μου προφορικές μαρτυρίες και φωτογραφίες των αδελφών Νίνου και Μιχάλη Τζίκα, καλαθοσφαιριστών της ΧΑΝΘ, την περίοδο 1936 – 1940, που είχαν πάρει μέρος σε φιλικούς αγώνες στην Κατοχή, με την φανέλα του Σπόρτιγκ. Σε καθόδους τους στην Αθήνα για προσωπικούς λόγους.
    Την ίδια εποχή είχε διεξαχθεί τουρνουά με την συμμετοχή τεσσάρων ομάδων στο γήπεδο του Πανελληνίου αλλά και κανονικό πρωτάθλημα πριν από την απελευθέρωση με πρωταθλητή τον Ολυμπιακό. Το ημερολόγιο του Π. Πολυτιμίδη ήταν το πιο πλούσιο σε λεπτομέρειες.
  • Και δεν είναι μόνο το ημερολόγιο του Πολυτιμίδη. Διαβάζοντας κανείς «Το άγνωστο ελληνικό μπάσκετ», διαπιστώνει πως ήταν πολλά τα ημερολόγια, τα αρχεία και οι φωτογραφίες που σας εμπιστεύτηκαν παλαίμαχοι αθλητές. Πόσο φορτίζεται συναισθηματικά ο δημοσιογράφος κρατώντας στα χέρια του ένα τέτοιο υλικό;
    Δεν είναι μόνον η συγκίνηση. Είναι κυρίως η ευθύνη που αισθάνεσαι. Πως οφείλει κάποιος να αναλάβει να διασωθεί το πολύτιμο αυτό αρχειακό υλικό. Ευθύνη που θα έπρεπε να αναλάβει ένας επίσημος φορέας. Δυστυχώς υπάρχουν αθλητές που κρατούν ντοκουμέντα χωρίς να αντιλαμβάνονται την αξία τους. «Μουσεία» που εξαντλούν τον στόχο τους σε έκθεση πολύτιμου φωτογραφικού ή άλλου υλικού όπως φανέλες αθλητών και εμβλήματα συλλόγων χωρίς να υπάρχει η απαραίτητη μεταξύ τους αφηγηματική σύνδεση.
    Παρόλο που κατά καιρούς έτυχαν ακόμη και κρατικής επιδότησης για να καταγράψουν την διαδρομή τους. Δεν σου κρύβω πως υπερεκτίμησα τις σωματικές και οικονομικές μου δυνατότητες.
    Έδωσα, επίσης, πίστη σε υποσχέσεις ακόμη και Υφυπουργών Πολιτισμού πως η έρευνά μου θα προωθούνταν στα Σχολεία της χώρας. Έτσι ώστε να μην πάνε χαμένες προσπάθειες ετών. Όταν κατάλαβα πως όλα ήταν μόνον λόγια αποφάσισα να προχωρήσω μόνος μου και να την ολοκληρώσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
    Η παρούσα δεύτερη έκδοση ήταν η αρχική. Όταν, όμως, διαπίστωσα πως πολλοί από τους πρωταγωνιστές των χρόνων, μετά την απελευθέρωση, είχαν ξεκινήσει την διαδρομή τους στην διάρκεια του Μεσοπολέμου αποφάσισα να ανατρέξω στην απαρχή της εισόδου του μπάσκετ στην χώρα μας, στις πραγματικές αιτίες της επινόησης του και στην διάδοσή του σε όλο τον κόσμο. Έτσι «γεννήθηκαν» οι «Ιστορίες μέσα από το καλάθι».
  • Σπόρτιγκ και Τρίτωνας. Είναι καλό οι νεότερες γενιές φίλων της καλαθοσφαίρισης να μάθουμε για τις δυο αυτές ομάδες που έπαιζαν στις γειτονιές της Αθήνας καταμεσής του πολέμου. Και είστε ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να μας μεταδώσετε τις πληροφορίες σας.
    Μα δεν ήταν μόνον αυτοί οι δύο σύλλογοι. Τόσο στο πρώτο μου βιβλίο («Ιστορίες μέσα από το Καλάθι») όσο και για γι αυτό που μιλάμε προσπάθησα να αναδείξω την πορεία ιστορικών συλλόγων τόσο του ελλαδικού χώρου όσο και της Ομογένειας.
    Σου αναφέρω ενδεικτικά τους Πανιώνιο και Απόλλωνα από την Σμύρνη, την ΑΕΚ την οποία ίδρυσαν Ομογενείς από την Κωνσταντινούπολη, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, τον Ηρακλή που ιδρύθηκε, το 1908, στην Θεσσαλονίκη, πριν από την απελευθέρωση και τον Άρη αμέσως μετά, το 1914 καθώς και ένα πλήθος από σωματεία στην Αθήνα.
  • Αυτό που προκύπτει, πάντως, από την πολύχρονη έρευνά σας είναι πως «στις αιτίες «επιβίωσης» του μπάσκετ πρέπει να προσθέσουμε τη σημαντική διάδοση του αθλήματος στο διάστημα του μεσοπολέμου. Μιλήστε μας για την περίοδο 1938 -39.
    Είναι μια περίοδος συρρίκνωσης για το μπάσκετ της Θεσσαλονίκης επειδή η Δικτατορία του Μεταξά είχε οικειοποιηθεί το κτίριο και τις εγκαταστάσεις της ΧΑΝΘ για τις ανάγκες της νεολαίας της. Κτίριο με εξωτερικό ανοιχτό γήπεδο και πισίνα που είχαν κατασκευαστεί με έρανο των Θεσσαλονικέων και την βοήθεια των Ομογενών των ΑΧΕΠΑΝ΄Σ. Αντίθετα στην Αθήνα διεξάγονταν τοπικά πρωταθλήματα με την συμμετοχή 16 συλλόγων. Ο Πανελλήνιος είχε αναδειχθεί πρωταθλητής το 1939 και το 1940 και τον τίτλο είχαν διεκδικήσει οι Σπόρτιγκ και Ολυμπιακός.
  • Ας έρθουμε, τώρα, στη Θεσσαλονίκη, που συχνά αποκαλούμε μπασκετομάνα. Διαβάζοντας το σχετικό κεφάλαιο «έπεσα» πάνω στον Τάκη Ταλιαδώρο, τον οποίο χαρακτηρίζετε ως «το μεγαλύτερο, αναντίρρητα, ταλέντο του μεταπολεμικού μπάσκετ». Ας τον γνωρίσουμε μέσα από την έρευνά σας.
    Ο αείμνηστος Τάκης Ταλιαδώρος υπήρξε, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, αναντίρρητα το μεγαλύτερο ταλέντο του μεταπολεμικού μπάσκετ. Όπως και ο επίσης Θεσσαλονικιός Φαίδων Ματθαίου, ήταν ένας πολυσύνθετος αθλητής. Ξεκίνησε από τον στίβο και την κολύμβηση για να γνωρίσει μεγάλες διακρίσεις ως διεθνής παίκτης μπάσκετ σε μια εποχή που πολλοί λίγοι ασχολούνταν με το άθλημα.
    Η διαδρομή του είναι περιβεβλημένη με ένα μύθο παρόμοιο με εκείνο των αστέρων του βωβού κινηματογράφου. Κι αυτό γιατί από τους αγώνες του έχουν διασωθεί, δυστυχώς, μόνο λίγες φωτογραφίες κι ούτε μια ταινία που να δείχνει τις κινήσεις του μέσα στο γήπεδο.
    Τεχνικές όπως το «τζαμ σουτ», η «ριβέρς» ντρίμπλα και κυρίως οι κινήσεις του ως «πίβοτ» που τις επινόησε μόνος του σε ένα χωμάτινο γήπεδο, κοντά στον Ιστιοπλοϊκό Όμιλο όπου έπαιζε, ως έφηβος, με τους μεγαλύτερους συμπαίκτες του στην ΧΑΝΘ, όταν το καθεστώς του Μεταξά είχε επιτάξει τις εγκαταστάσεις της Αδελφότητας.
    Τις μεγάλες στιγμές της διαδρομής του στους Πανευρωπαϊκούς του 1949 και του 1951 αλλά και το εντυπωσιακό «cam back» του στα γήπεδα, το 1960, στα 35 του, έξι χρόνια μετά την αποχώρησή, είχα την τύχη να μου τα διηγηθεί ο ίδιος σε αλλεπάλληλες συναντήσεις μας στο σπίτι του. Προσωπικές φωτογραφίες του περιλαμβάνονται στην έκδοση.
    Η ζωή του είχε εντυπωσιάσει, μεταξύ άλλων, τον ιστορικό Σαράντη Καργάκο, ο οποίος είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον να γράψει την βιογραφία του.
  • «Στην Θεσσαλονίκη το πρώτο αθλητικό συναπάντημα δόθηκε –που αλλού;- στις εγκαταστάσεις της ΧΑΝΘ». Ας μιλήσουμε για το γήπεδο και την ομώνυμη ομάδα μέλος της οποίας φυσικά ήταν και ο Τάκης Ταλιαδώρος.
    Η Θεσσαλονίκη για μεγάλο διάστημα πριν και μετά τον Πόλεμο στερούνταν γηπέδων. Ήταν φυσικό η καλαθοσφαιρική δραστηριότητα να ξεκινήσει από τις εγκαταστάσεις της ΧΑΝΘ που ήταν οι καλύτερες σε επίπεδο Βαλκανίων και οι αρτιότερες της οργάνωσης στην Ευρώπη.
    Μετά την αποχώρηση των βετεράνων τη νέα φουρνιά αποτέλεσαν νεαροί ταλαντούχοι παίκτες με πρώτο προπονητή τον Μιχάλη Τζίκα και στην συνέχεια τον Μίμη Τσικίνα.
    Ο Τάκης Ταλιαδώρος ήταν ο ηγέτης και ο εκφραστής όλων των επιθετικών ενεργειών τους. Οι περισσότεροι από αυτούς αποτέλεσαν την χρυσή δεκάδα που μονοπώλησε τους τοπικούς τίτλους για μια 12ετία. Από το 1945 μέχρι το 1957. Κορυφαίοι από εκείνους διέπρεψαν αργότερα και ως προπονητές. Αναφέρω ενδεικτικά τους Ανέστη Πεταλίδη, Βαγγέλη Τσιγαρίδα, Γιώργο Ματσούκα και Τάκη Φουρουντζόπουλο.
  • Στο κεφάλαιο με τίτλο «Οι Αμερικανοί ξανάρχονται ως επικυρίαρχοι» στο οποίο έχουμε την ευκαιρία να μάθουμε Ιστορία αλλά και να δούμε το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Μακεδονία» στο οποίο δημοσιεύτηκαν οι αποφάσεις των ΗΠΑ για την έγκριση του σχεδίου Μάρσαλ, θέτετε το εξής ερώτημα: «Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το μπάσκετ, θα αναρωτηθεί ο υπομονετικός αναγνώστης». Επομένως, περιμένουμε την απάντησή σας!
    Τα βιβλία μου είναι περισσότερο «ιστορικά» και λιγότερο «αθλητικά». Απλά χρησιμοποιώ το μπάσκετ ως «ιμάντα» για να αφηγηθώ την ιστορία της χώρας μου με πιο εύληπτο και θεαματικό τρόπο.
    Για να το περιγράψω πιο γλαφυρά θα μπορούσα να πω πως αν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο νικούσε η Γερμανία τότε οι Ευρωπαίοι θα έπαιζαν χαντ μπολ που ήταν ένα από τα αγαπημένα αθλήματα των Γερμανών. Κέρδισαν οι ΗΠΑ και όλη η Ευρώπη παίζει σήμερα μπάσκετ.
    Η νικήτρια δύναμη επιβάλλει πάντα την κουλτούρα της σε κάθε μορφή της καθημερινότητας. Από τα Σπορ, τον Κινηματογράφο και την Μουσική μέχρι τον τρόπο ένδυσης, εστίασης και διασκέδασης.
  • Στα «γήπεδα της Θεσσαλονίκης», ο αναγνώστης συναντά μία φωτογραφία από το παραθαλάσσιο γήπεδο του Φοίνικα, όπου διεξάγονταν αγώνες μπάσκετ και βόλεϊ. Με λίγη μεγαλύτερη προσοχή μπορεί να διακρίνει και τα φώτα που κρέμονται πάνω από τα κεφάλια των αθλητών! Άραγε πόσοι από τους Καλαμαριώτες γνωρίζουν αυτή την πληροφορία; Έχετε κάποια παραπάνω στοιχεία γι αυτό;
    Αναφέρεσαι στο γήπεδο του Φοίνικα Αθηνών. Στο βιβλίο υπάρχει εκτενές κεφάλαιο για όλα τα γήπεδα των Αθηνών και πότε «φωτίστηκαν» ώστε να διεξάγονται αγώνες και το βράδυ. Καθώς και σε όλα τα ανοιχτά γήπεδα της Θεσσαλονίκης.
  • «Το αφήγημα που θέτω στην κρίση σας αποτελεί το «αντίδωρο» μου για την αγάπη που εισέπραξα από τους φίλους του μπάσκετ». Είναι σπουδαίο να εισπράττεις αγάπη. Μιλήστε μας γι αυτό το συναίσθημα και πώς το διαχειριστήκατε και πείτε μας αν αυτό το βιβλίο είναι το «ευχαριστώ» σας προς όλους αυτούς τους φίλους.
    Ξεκίνησα ως συντάκτης ύλης στο Αθλητικό Τμήμα της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη». Διορθώνοντας, δηλαδή, τα κείμενα των συναδέλφων μου. Σε πολύ νεαρή ηλικία ο «μέντοράς» μου, ο αείμνηστος, Γιώργος Μπέρτσος μου ανέθεσε την σελιδοποίηση των αθλητικών σελίδων. Ο διάδοχός του, Αντώνης Κούρτης, μου εμπιστεύθηκε και άλλες εσωτερικές σελίδες. Δεν εγκατέλειψα, όμως, ποτέ την κάλυψη κρίσιμων αγώνων μπάσκετ που ήταν το αγαπημένο μου άθλημα.
    Την εποχή εκείνη ήταν ελάχιστα προβεβλημένο και με παρακαλούσαν να μην ασχολούμαι με ένα άθλημα που παίζεται με τα… χέρια.
    Παρόλο που μετά από μια περίπου 20ετία παραιτήθηκα από την «Θεσσαλονίκη» και ασχολήθηκα με το πολιτικό ρεπορτάζ, με εκδόσεις και ένα πλήθος άλλες δημοσιογραφικές δραστηριότητες την όποια αναγνωρισιμότητα απέκτησα την οφείλω στο μπάσκετ. Αλλά και πολλούς καλούς φίλους.
  • Σ’ ένα σημείωμά σας διάβασα: «Ανήκω σε μια γενιά ευλογημένη. Μεγαλώσαμε με αρχές και αξίες που μας βοήθησαν να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες μιας εποχής που δεν μας επέτρεπε να βλέπουμε παρά μόνον μπροστά». Αυθόρμητη η ερώτηση λοιπόν: Είναι ευλογημένη η νέα γενιά που έχει διαφορετικές αρχές και αξίες;
    Κάθε γενιά μεγαλώνει με τις δυσκολίες της εποχής της. Προσπαθήσαμε να δώσουμε στα παιδιά μας όλα τα εφόδια για να αντιμετωπίσουν τις νέες προκλήσεις. Δεν φανταζόμασταν ότι θα βρίσκονταν απροετοίμαστα σε νέες φουρτούνες.
    Προσωπικά έχω εμπιστοσύνη στις δυνατότητες τους και πιστεύω πως θα τις ξεπεράσουν έστω και δύσκολα όπως εμείς που δεν είχαμε τα δικά τους προσόντα.
  • Εφόσον καλύψατε την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ μέχρι το 1979, λογικό είναι να περιμένουμε την έρευνά σας από το 1979 μέχρι σήμερα. Τι λέτε; Θα δούμε τη συνέχεια αυτής της εκπληκτικής έρευνας σε μια μελλοντική συλλεκτική και πολύτιμη έκδοση όπως οι δυο προηγούμενες;
    Είναι στους άμεσους στόχους μου και την έχω ήδη, σε ένα σημαντικό τμήμα, καταγράψει. Η επιλογή, άλλωστε, να σταματήσω το δεύτερο μέρος της έρευνας μου στο 1979 μόνο τυχαία δεν ήταν.
    Την χρονιά εκείνη όλα άλλαξαν με την κατάκτηση του πανελλήνιου τίτλου από τον Άρη. Η ομάδα της Θεσσαλονίκης για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της συμμετοχής της στο κύπελλο πρωταθλητριών Ευρώπης μετέβαλε το ερασιτεχνικό τμήμα της σε επαγγελματικό. Για πρώτη φορά ενισχύθηκε με δύο Αμερικανούς παίκτες, όπως είχαν κάνει τα προηγούμενα χρόνια η ΑΕΚ, ο Παναθηναϊκός και ο Ολυμπιακός.
    Η κίνηση, όμως, που έφερε τα πάνω κάτω στο ελληνικό μπάσκετ ήταν η απόκτηση του Νίκου Γκάλη. Οι συνθήκες του απόλυτου επαγγελματισμού που επέβαλε ο τελευταίος και η μετάδοση αγώνων μπάσκετ από την τηλεόραση εκτόξευσε στα ύψη την δημοτικότητα ενός αθλήματος που μπήκε σε κάθε ελληνικό σπίτι. Και μετέτρεψε την Εθνική μπάσκετ στην «αγαπημένη» των Ελλήνων φιλάθλων.
    Πολλές από τις πτυχές της περιόδου, από το 1979 μέχρις ότου το άθλημα αλλοτριωθεί από την αθρόα εισροή ξένων είναι επίσης άγνωστες.
    Κανείς δεν έχει τολμήσει να τις θίξει. Το αντίθετο, μάλιστα. Κυκλοφόρησαν και κυκλοφορούν πολλές εκδόσεις που παρουσιάζουν μόνον την «φωτεινή πλευρά της Σελήνης».
    Πιστεύω πως ποτέ δεν είναι αργά να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη χωρίς μεγεθυντικούς φακούς

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Το μπά­σκετ στο θυ­μι­κό των Ελ­λή­νων φι­λά­θλων είναι από­λυ­τα συν­δε­δε­μέ­νο με την κα­τά­κτη­ση του χρυ­σού Ευρω­πα­ϊ­κού Κυ­πέλ­λου, το 1987, και του αση­μέ­νιου, δύο χρό­νια αρ­γό­τε­ρα.

Ποι­ος από τους ση­με­ρι­νούς, εκα­το­ντά­δες χι­λι­ά­δες φί­λους του αθλή­μα­τος θα μπο­ρού­σε να φα­ντα­στεί ότι στην δε­κα­ε­τία του ’50 κερ­δί­ζα­με με άνε­ση τους … Γι­ου­γκοσ­λά­βους; Ότι, πο­λύ νω­ρί­τε­ρα, η φτω­χή, μι­κρή και ολι­γά­ριθ­μη Ελ­λά­δα κέρ­δι­σε, χά­ρη στο μπά­σκετ, την πρώ­τη της δι­ε­θνή δι­ά­κρι­ση στην σκιά των Πυ­ρα­μί­δων;

Πώς επι­τεύ­χθη­κε αυτό το άλ­μα; Πώς και γι­α­τί το ελ­λη­νι­κό μπά­σκετ βρί­σκε­ται σή­με­ρα ανά­με­σα στις με­γά­λες πα­γκό­σμι­ες δυ­νά­μεις σε συλ­λο­γι­κό και εθνι­κό επί­πε­δο; Την απά­ντη­ση επι­δι­ώ­κει να δώ­σει με αυτό το δεύ­τε­ρο βι­βλίο του για την άγνω­στη πο­ρεία και εξέ­λι­ξη του ελ­λη­νι­κού μπά­σκετ, ο δη­μο­σι­ο­γρά­φος Σω­τή­ρης Θε­ο­λο­γί­δης.

Όπως και το πρώ­το (Ιστο­ρί­ες μέ­σα από το Κα­λά­θι) είναι το απο­τέ­λε­σμα πο­λύ­χρο­νης έρευ­νας που βα­σί­στη­κε στις μαρ­τυ­ρί­ες των πρω­τα­γω­νι­στών της πε­ρι­ό­δου 1942-1979, σε πλή­θος τεκ­μη­ρί­ων κα­θώς και στις προ­σω­πι­κές του εμπει­ρί­ες από την πλού­σια επαγ­γελ­μα­τι­κή του δι­α­δρο­μή. Οι συ­νε­ντεύ­ξεις παι­κτών, προ­πο­νη­τών και πα­ρα­γό­ντων, κά­θε πε­ρι­ό­δου, ανα­δει­κνύ­ο­νται με την κα­τα­γρα­φή όλων των δι­ε­θνών αγώ­νων και των συ­να­ντή­σε­ων σε κά­θε είδους πρω­τα­θλή­μα­τα. Το σύ­νο­λο της έρευ­νας, με τις συν­θέ­σεις και τους πό­ντους των παι­κτών, απο­τυ­πώ­νε­ται σε 264 σε­λί­δες και ανα­δει­κνύ­ε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες από 250 σπά­νι­ες φω­το­γρα­φί­ες.

Βιογραφικό
Ο Σωτήρης Θεολογίδης είναι δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΜΘ και του ΠΣΑΤ. Γεννήθηκε το 1945 στον Κολινδρό Πιερίας και είναι μόνιμος κάτοικος Θεσσαλονίκης.
Αποφοίτησε από το Ε’ Γυμνάσιο και από την Σχολή Υπομηχανικών Ηλεκτρολόγων και Μηχανολόγων Θεσσαλονίκης.
Η δημοσιογραφική του διαδρομή ξεκίνησε από την ημερήσια απογευματινή εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» όπου, είχε την ευθύνη της σελιδοποίησης των αθλητικών σελίδων της (1965-1981) αλλά και πολλών άλλων. Περισσότερο γνωστός έγινε για τα κείμενα του σχετικά με το μπάσκετ.
Στη συνέχεια μεταπήδησε στο πολιτικό ρεπορτάζ (1983) και ανέλαβε υπεύθυνος του ανταποκριτικού Γραφείου του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων για περίπου 20 χρόνια. Στο μεσοδιάστημα εργάστηκε στον Ρ/Σ ΑΝΤ-1 (διευθυντής ειδήσεων 1988-91), στις εφημερίδες «Εγνατία», «Ελεύθερη Γνώμη», «Ειδήσεις», «24 Ώρες» και ως παραγωγός εκπομπών στη Δημόσια Τηλεόραση, στο «Ράδιο Παρατηρητής» και στο «Ράδιο 105». Διετέλεσε υπεύθυνος του Γραφείου Τύπου της ΔΕΘ (1993-98) και διεθνών διοργανώσεων. Συνετέλεσε στην έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας «Επιστήμη και Ζωή» (1975-77) και συνεργάστηκε με τις εκδόσεις «Μαλλιάρης-Παιδεία».
Διετέλεσε, επίσης, μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΤ-3 (1993-96). Με την ιδιότητα του αθλητικού συντάκτη κάλυψε πολλούς διεθνείς αγώνες των εθνικών ομάδων και των συλλόγων μας.
Το 2014 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Επίκεντρο το βιβλίο του «Ιστορίες μέσα από το καλάθι».ΠΩΣ – ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΗΡΘΕ ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ ΣΤΗΝ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΗΡΘΕ ΤΟ ΜΠΑΣΚΕΤ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Το 2015 ο ΠΣΑΤ του απένειμε έπαινο για το Α’ μέρος της έρευνάς του «Ιστορίες μέσα από το καλάθι». Για τον ίδιο λόγο τον βράβευσε και ο ΣΠΑΚΕ (Σύλλογος Παλαιμάχων Αθλητών Καλαθοσφαίρισης Ελλάδος). Έχει τιμηθεί, επίσης, από το ΙΔΡΥΜΑ ΜΠΟΤΣΗ για τα 40 χρόνια δημοσιογραφικής του δράσης και το συγγραφικό του έργο (2016). Τον ίδιο χρόνο του απονεμήθηκε το βραβείο ΜΑΡΚΙΔΕΣ ΠΟΥΛΙΟΥ από το μορφωτικό ίδρυμα της Ε.Σ.Η.Ε.Μ.Θ.
Είναι παντρεμένος με την Έλσα Κοτσανέλου και έχουν δύο κόρες, τη Μαρία και τη Γεωργία.