Γράφει: Ο Κώστας Α. Τραχανάς


Το άρωμα της εντοπιότητας είναι αυτό που μας ελκύει σε ένα συγγραφέα. Η έννοια της εντοπιότητας νοείται ως έκφραση, κατά κάποιο τρόπο, γνησιότητας και αυθεντικότητας.
Η Ηπειρώτισσα συγγραφέας Ελένη Θωμά στο βιβλίο της αυτό μπολιάζει πρόσφορα τον πεζό λόγο με το ρυθμό και τη μουσικότητα της δημώδους ποίησης και στην αφήγησή της δανείζεται τη ζωντανή ηπειρώτικη γλώσσα. Οι ήρωες της: γυναίκες, αγρότες, αγρότισσες, βοσκοί, μεροκαματιάρηδες, άνθρωποι καθημερινοί, γνωστοί, γονείς, αδέλφια, αδελφές , συγγενείς, συγχωριανοί.
Αφηγηματικός χώρος η ελληνική επαρχία -το Μικρό Χωριό Ιωαννίνων (ή μήπως η Ελλάδα ολόκληρη, μια απέραντη επαρχία) όπου προβάλλονται ευκολότερα οι απλοί, οι άσημοι, οι περιφρονημένοι και οι ξεχασμένοι από Θεό και από ανθρώπους.


Η Ήπειρος της φιλοξενίας, της πέτρας, των έρημων χωριών, της εγκατάλειψης, των ποταμών, της σιωπής. Υπέροχος τόπος, άγριος.
Σκέψη και γεγονότα, συνειρμοί και πραγματικότητα, εναλλάσσονται στην καταγραφή. Το κείμενο του αφηγήματος αφορά μια τραγική ανθρώπινη υπόθεση και κινείται διακριτικά μέσα στο χρόνο, από την εποχή της αθωότητας στην εποχή της εμπειρίας και από κει στη γνώση και την αποδοχή, που είναι, κατεξοχήν, αυτογνωσία και συμφιλίωση.
Αντικειμενική, καίρια, λιτή, η συγγραφέας έδωσε με το έργο της αυτό ένα ανεπανάληπτο μωσαϊκό της ζωής της υπαίθρου, όπου περιγράφει τη σκληρότητα της, την βία, την αγριότητα, την σιωπή, την πείνα, την φτώχεια, τα πάθη.
Μοναδικός παρατηρητής, αποτύπωσε με τρυφερότητα τα φαινόμενα και μη φαινόμενα, φέρνοντας στο φως όλες τις πλευρές των τραγικών στιγμών της ζωής μιας οικογένειας.
Η αφήγηση προχωρά τεχνικά και μελετημένα, συχνά ελλειπτικά, με υπαινιγμούς και αποσιωπήσεις. Η ακρίβεια της περιγραφής συντάσσεται με την αλληλουχία του χρόνου, η μνήμη εναλλάσσεται με τη γνώση, η τρυφερότητα συμπορεύεται με τη νοσταλγία, ο στοχασμός συμπλέει με το όνειρο. Η Ελένη Θωμά διυλίζοντας τη μνήμη, έχει μιαν ενδιαφέρουσα ιστορία να αφηγηθεί, από αυτές που κάποτε συνέβησαν ή νομίζουμε ότι συνέβησαν, η έμπνευσή της πηγάζει από την απουσία. Ένα άλμπουμ φωτογραφιών να ανοίγει και να αποκαλύπτει εικόνες που μπορεί να έχουν διαφύγει της προσοχής μας. Μερικές ιστορίες δεν μπορούν να ειπωθούν χωρίς να ξορκισθεί το παρελθόν, χωρίς να βυθιστείς σε αυτό που χάθηκε για πάντα, που από καιρό κρύφτηκε ή παρασύρθηκε από το ποτάμι στο οποίο δεν μπορείς να ξαναμπείς.


Στις στενές κοινωνίες των μικρών τόπων, ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει μεγαλύτερη ασφάλεια, ζεστασιά, σαφήνεια περιβάλλοντος, προγραμματισμό, συναλλαγή, όμως παράλληλα βιώνει με άγχος το ότι κατασκοπεύεται νυχθημερόν.
Κατασκοπεύεται και κατασκοπεύει. Όλοι γύρω τον γνωρίζουν , αυτόν και το παρελθόν του, το παρελθόν του πατέρα του , του προπάππου του κι όλων όσοι τον συνιστούν κοινωνικά. Τον έχουν κατατάξει, κατά κάποιο τρόπο τον έχουν «προδιαγραμμένο», το πιο βαρύ: τον παρακολουθούν. Αυτά που επιλέγει να κάνει πια περισσότερο τα μετρά με το πώς θα φανούν στους γύρω , παρά με το πόσο τον εκφράζουν και του αναπαύουν την ψυχή. Το να ζει σαν να κινείται δίχως ανάπαυλα πάνω σε μια σκηνή θεάτρου, κατάμεστου από θεατές, είναι τουλάχιστον κοπιαστικό. Τις περισσότερες ώρες η αυλαία μένει ανοιχτή και όταν κλείσει, πάλι τον απασχολεί τι θα δείξει όταν σύντομα ξανανοίξει. Κανονικά, μπορεί να τρελάνει κάποιον με τέτοια ζωή που τείνει να μοιάζει με τον προβολέα που ρίχνουν οι ανακριτές στον ανακρινόμενο. Ίσως γιατί η λειτουργία ενός προβολέα, που με βία φωτίζει ένα πρόσωπο, έχει τη δύναμη να το σπρώξει να ρίξει κάτω προσωπικά όπλα και αντιστάσεις. Αισθάνεται πως διαβάζουν τώρα τα μύχια της καρδιάς του σαν ανοιχτό περιοδικό.
Οι Μάγισσες του Σάλεμ, δεν ανήκουν μονάχα στο παρελθόν ή στο θέατρο του Άρθουρ Μίλερ. Με άλλες μορφές, πάντοτε, μια κοινότητα μπορεί να αυθυποβληθεί σε βαθμό υστερίας και να κινηθεί κάτω από γενική εμπάθεια και πανικούς. Η ψυχολογία του όχλου είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο της ψυχοπαθολογίας και η πνευματική λειτουργία του ίδιου ανθρώπου μπορεί απίστευτα να μεταμορφωθεί , όταν ο άνθρωπος τούτος λειτουργήσει ως μέλος ομάδας και όχι ως μοναδικότητα. Η έρευνα έχει να επιδείξει τερατωδίες πάνω στη ζήτημα αυτό.
Σιγά σιγά στις μικρές κοινωνίες χτίζεται «νομοθετικό» πλαίσιο που με τον καιρό, όσο εξωφρενικό κι αν είναι, καθίσταται αδιαμφισβήτητο. Το αδιαμφισβήτητο του λάθους που έγινε αδιαμφισβήτητο, επειδή «όλοι έτσι κάνουν», είναι ολέθριο. Κοπέλες που γεννούν εξώγαμο μωρό σε αφρικανικές χώρες καταδικάζονται σε θάνατο και αυτό το βάρβαρο έγκλημα θεωρείται νόμος ηθικός, ενώ ελάχιστοι ντόπιοι δεν αποδέχονται το παρανοϊκό έγκλημα ως κανονικό.


Ο κρυφορατσισμός των μικρών κοινωνιών είναι πιο διεισδυτικός από την υγρασία στα κόκαλα.
Σίγουρα η επαρχία είναι πιο ταξική πάντα.
Το να κυκλοφορείς σε ένα κύκλο που όλοι, θες δε θες , σε ξέρουν –όπως νομίζουν πως σε ξέρουν δηλαδή, με κρίσεις μάλιστα που δεν εμφορούνται από χριστιανική αγνή αγάπη- που διαρκώς σε παρατηρούν, έχει μεγάλες επιπτώσεις σε αυτό που ονομάζουμε «αυτοεικόνα». Και πώς να γίνει αλλιώς; Χρειάζεται τεράστια πνευματική δύναμη και μεγάλο ηθικό ανάστημα για να αντιστέκεσαι συνεχώς σε μια ενορχηστρωμένη αδιάλειπτη κριτική, που κατά κανόνα τείνει στην επίκριση, στην προσπάθεια των άλλων να ανιχνεύσουν το σφάλμα σου, το ελάττωμα που θα ανακουφίσει τις γενικές και προσωπικές μειονεξίες. Κι αν δεν το ανιχνεύσουν, τότε να το επινοήσουν. Αν η αυτογνωσία είναι ένας σημαντικότατος στόχος ζωής, στη μικρή στενή κοινωνία η δυσκολία της αυξάνει κατά πολύ. Γίνεται εξαιρετικά δύσβατος ο δρόμος του ανθρώπου για απόκριση στο μεγαλύτερο αίνιγμά του «Ποιός είμαι τελικά;»
Όταν καθημερινά εισπράττεις πλήθος ματιών να σε κατασκοπεύουν, παρέες να σε σχολιάζουν, είναι αδύνατον να μην υποκύψεις στον πειρασμό να τους αρέσεις. Από τη στιγμή που αρχίζεις να αγωνίζεσαι να αρέσεις στους ανθρώπους γύρω σου, ακόμη και στους γονείς σου, ο αγώνας σου για ζωή αυθεντική υποχωρεί. Ο εσωτερικός ψυχικός κόσμος ενδιαφέρει πια λιγότερο από την εξωτερική εικόνα, ο χρόνος και το άχθος που επιζητούν ο καλλωπισμός , η προσποίηση, η μεταμφίεση, η υποκρισία διαρκείας είναι εντέλει ατελείωτα. Διότι οι κριτές σου είναι αχόρταγοι. Καταβόθρες. Δύσκολα κερδίζεις το θαυμασμό και την εκτίμηση σε μια κοινωνία που σε ξέρει από παιδί. Ο Ιησούς Χριστός ταλαιπωρημένος από τη μιζέρια των συμπατριωτών του, έφυγε πικραμένος από τη Ναζαρέτ λέγοντας πως «ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδα».

Δεν πορεύεται ο άνθρωπος μόνος του κουβαλάει μαζί του τους προγόνους του…
Η πενηντάχρονη νηπιαγωγός Άννα την εποχή των μνημονίων, ψάχνει το παρελθόν της μάνας της, της Στέλλας. Ψάχνει να μάθει την οικογενειακή της ιστορία. Θέλει να μάθει την αλήθεια. Ψάχνει να βρει τις ρίζες μιας τραγωδίας. Η μάνα της την έδενε στην πλάτη και μοιρολογούσε όλη μέρα. Τα πρώτα τρία χρόνια της ζωής της, η Άννα, τα έζησε μέσα στο πένθος και την γκρίνια. Πηγαίνει μπρος πίσω στο Μικρό Χωριό Ιωαννίνων και μίλησε με πολλούς ανθρώπους. Θέλει να μαζέψει πληροφορίες και πηγαίνει στο Μικρό Χωριό, στο χωριό της σιωπής. Σιωπή φτιαγμένη από λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Σιωπή που θέλει να σπάσει, λέξεις που θέλει να ακουστούν. Κάνει ένα ψάξιμο ζωής. Υπήρχε μια συνωμοσία και μια δύναμη να κρατηθεί μυστικό, κάποιο γεγονός της μητέρα της. Κάνει μια αναζήτηση ιστορική και ταυτόχρονα προσωπική και πνευματική. Αυτή η κατάσταση της εξάπτει την περιέργεια της αλλάζει τον τρόπο που σκέφτεται. Μεγαλώνει, ενηλικιώνεται, ωριμάζει. Σιγά σιγά όλα τα κομμάτια του παζλ αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους. Θέλει να βγάλει από πάνω της το βάρος του παρελθόντος. Να απελευθερωθεί. Είναι αποφασισμένη να μάθει την αλήθεια. Αντέχει, δημιουργεί, προχωράει, ψάχνει, μελετάει, ρωτάει. Για χρόνια είχε αφεθεί στο πένθος και στη λύπη. Κάθε φορά που αισθανόταν μόνη, χαμένη, ανασφαλής, αντιφατική, μπερδεμένη , γινόταν μικρό παιδάκι, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτά που της συμβαίνουν. Τσακώνεται συχνά με τον άντρα της, τον Μύρωνα. Ζητάει την βοήθεια των ψυχολόγων.


Όλοι γνώριζαν τι συνέβη στη Στέλλα και όλοι έβγαλαν την ουρά τους έξω. Αδιαφόρησαν και οι συγγενείς και το χωριό. Η γυναίκα υποταγμένη στη σκιά των αντρών. Αυτή ήταν και είναι ακόμη η μοίρα της γυναίκας…
Η Άννα δεν ξέρει ποιος είναι ο πατέρας της.
Δεν ξέρει την ομάδα αίματος των γονιών της.
Είχε ένα σκοτωμένο αδελφό.
Μια μάνα που σκότωσε ή αποδέχτηκε την ενοχή.
Ήταν η μάνα της μια σύγχρονη Μήδεια;
Μήπως ήταν θύμα βιασμού;
Σκότωσαν το παιδί για να αποφύγουν την κατακραυγή για το στίγμα της ανύπαντρης μητέρας;
Βάλανε την Στέλλα να πληρώσει για να μην μπλέξουν την οικογένεια. Πολύ σκληρό είναι, που δεν την προφύλαξαν οι δικοί της.
Κι αυτή η Άννα δεν έχει φιλιώσει με αυτά.
Έχει μια λύπη, έναν φόβο.
Νιώθει πόνο, μοναξιά, ντροπή και πένθος.
Χρειάζεται να πενθήσει για τις απώλειές της.
Χρειάζεται να επιτρέψει στον εαυτό της να πενθήσει να του δώσει χώρο και χρόνο.
Μια νέα κοπέλα η Στέλλα, ορφανή από μάνα, την δεκαετία του ΄50 στην Ήπειρο, θα τη δικάσουν επειδή έπρεπε να προστατέψει τον πατέρα της, τα τέσσερα αδέλφια της και την οικογένεια, το σωστό. Τα φόρτωσαν όλα στη Στέλλα. Δε νιώθει δεν αισθάνεται δε ζει. Δεν ξέρει τι έγινε. Θέλει να γίνει πιο δυνατή, να μην τη νοιάζει πια τίποτα. Δεν της είπαν γιατί σκοτώσανε το νεογέννητο παιδί της (παιδί ενός παράνομου έρωτα με ένα παντρεμένο) μόνο ότι αυτή έφταιξε. Είναι μια απελπισμένη γυναίκα. Οι γυναίκες του χωριού την κοιτάνε σαν φταίχτρα που δε λυπήθηκε και σκότωσε το σπλάχνο της. Ποιος όμως σκότωσε αυτό το παιδί; Ποιο χέρι; Κάτω από ποιες συνθήκες «εφονεύθη»; Πώς το πάθε αυτή αυτό; Τι θα γίνει από δω και εμπρός πού θα κουρνιάσει; Έμεινε στη φυλακή δεκαέξι μέρες. Ο έξω κόσμος την τρόμαζε πιο πολύ απ΄ τη φυλακή. Δεν την ήθελε κανείς. Για τον κόσμο εκεί έξω η Στέλλα ήταν και παραμένει αυτή που σκότωσε το παιδί της. Αυτό θα την κυνηγάει. Στο σπίτι της δεν μπορεί να γυρίσει. Ο πατέρας της και τα αδέλφια της δεν τη θέλουν.


Αυτοί που ήταν απόντες όταν η Στέλλα χρειαζόταν βοήθεια αυτοί που δεν υποψιάστηκαν τίποτε όταν ήταν με την κοιλιά στο στόμα, αυτοί που, όταν γέννησε , κρυφτήκανε κάτω από τα φουστάνια της θείας Όλγας αυτοί που δεν πρόσεξαν αν ήταν αγόρι ή κορίτσι και που δεν φρόντισαν να θάψουν κάπου αυτό το μωρό, αυτοί τώρα είναι θυμωμένοι και δεν τη συγχωρούν, γιατί τους ντρόπιασε! Τι υποκρισία, τι μιζέρια.
Είναι θηρία οι άνθρωποι την κατασπαράξανε και της σκοτώσανε το παιδί. Το σκότωσαν γιατί υπήρχε πείνα κι ένα στόμα παραπάνω ήταν πρόβλημα την εποχή εκείνη. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιώσουν με κάθε μέσο τότε στην Ήπειρο. Άγριες καταστάσεις.
Η Στέλλα που αν είχε μάνα (πέθανε όταν η Στέλλα ήταν πέντε χρονών) κι αδελφή ,θα είχε καλύτερη ζωή…
Η Ελένη Θωμά μεταφέροντας στο χαρτί αυτά που της είπαν, όπως ακριβώς τα είπαν, καταδεικνύει πως κάθε βίος είναι φανταστικός από τη στιγμή που κάποιος αποπειράται τη διήγησή του. Πολυπρισματικός επίσης. Στη γεωμετρία της ύπαρξης δεν υφίστανται ευθείες. Για να λάμψουν οι κρυφές αντανακλάσεις μιας ζωής πρέπει αυτή να καταστεί αφηγήσιμη, να γίνει ιστορία, να κατακτήσει την αλήθεια της μέσα από τη γραφή.
Το βιβλίο «Α, ρε μαμά…» είναι ένα βιβλίο περιπλάνησης και διαλόγου με το χρόνο, την ιστορία και την ελληνική παράδοση. Ένα γοητευτικό βιβλίο που οι σελίδες του σε τυλίγουν σαν μαγνάδι, μια ιστορία ζωής συναρπαστική, όπου οι πληγές δεν γιατρεύονται ποτέ, μήτε μερεύουν οι καημοί ούτε τα πάθη τιθασεύονται. Μια ιστορία για την Ηπειρώτικη γη, της δεκαετίας του ΄50, που τα χώματά της είναι βαριά και πυρωμένα και καθαγιασμένα, καθόσον ποτίστηκαν από ικεσίες και θρήνους, δάκρυα και μοιρολόγια, ευγνωμοσύνη ή πόνο, ανακούφιση και μυστικά, εξομολογήσεις και προσπάθειες εξευμενισμού ό,τι τελοσπάντων κουβαλά κι αποκαλύπτει η ψυχή της κάθε ηπειρώτισσας γυναίκας.
Έχει ενδιαφέρον ο τρόπος που η Ελένη Θωμά αφηγείται την τρομακτική της ιστορία. Η γλώσσα της είναι απλή, οι προτάσεις της σύντομες και κοφτές. Η αφήγηση αφαιρεί όλα τα στοιχεία που θα παρέπεμπαν στο λογοτεχνικό ψεύδος, καθώς η αφηγήτρια διαρκώς υπενθυμίζει πως αποστασιοποιείται από την ιστορία, διατηρώντας για τον εαυτό της τον ρόλο του μεταδότη, του αναπαραγωγού της ιστορίας. Όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά της προφορικής παράδοσης που διέσωσε θρύλους και ιστορίες, προσθέτοντας ή αφαιρώντας στοιχεία από στόμα σε στόμα, διατηρώντας, όμως, τον κεντρικό πυρήνα ατόφιο.
Ένα βιβλίο που ανιχνεύει τις σχέσεις μάνας-κόρης, ένα βιβλίο για την προσωπική αναζήτηση, μια ανθρώπινη ιστορία αυτογνωσίας.
Το «Α, ρε μαμά…» μελαγχολεί, νοσταλγεί και μιλάει για όλες αυτές τις γυναίκες που αγωνίστηκαν να μην πιάσει η καρδιά τους δέρμα. Να παραμείνει η καρδιά τους ευαίσθητη κι ευάλωτη…
Α, ρε Ήπειρος! Κάθε πέτρα σου, κτισμένη ή άκτιστη, κρύβει ένα βιβλίο ιστορίας από κάτω της…
Α, ρε μαμά… Πώς άντεξες τόσο πόνο! Τι τράβηξες; Πόσα μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος άραγε; Εσύ, όμως, τα κατάφερες, βρήκες τη δύναμη να επιβιώσεις. Ίσως γιατί αγάπησες πολύ αυτά που έφτιαξες στη νέα σου πατρίδα, στην Πάτρα. Στο χωριό, όπου τόσο ταπεινώθηκες λένε για σένα πως ήσουν άξια και προκομμένη…
Α, ρε μαμά Ηπειρώτισσα…
Μοιρολογούσες κι έκλαιγες.
«Σου παραγγέλνω μαύρη γης
κι αραχνιασμένο χώμα,
τον νιο που σου τον έστειλα,
να μη μου τον μαυρίσεις
μη μου τον λιώσεις γλήγορα…»
Σαν να διαβάζεις Τσέχωφ…
Ένας αριστοτεχνικός συνδυασμός καταστάσεων που κυμαίνονται από τη σταθερότητα στη συγκινησιακή φόρτιση από την ακινησία στη ρευστότητα.
Διαβάστε το.


Η Ελένη Θωμά γεννήθηκε στο Κωστήτσι Ιωαννίνων το 1959, μεγάλωσε και ζει στην Πάτρα.
Εργάστηκε σαν δασκάλα Μουσικής-μουσικοκινητικής, θεατρικού παιχνιδιού, σε βρεφονηπιακούς σταθμούς και στα Κέντρα Εργαζόμενης Νεότητας (Κ.Ε.Ν.Ε.) του Οργανισμού Εργατικής Εστίας.
Ήταν ενεργό μέλος στο Καλλιτεχνικό Εργαστήρι του Δήμου Πάτρας, στο μουσικό και θεατρικό τμήμα.
Κέρδισε το βραβείο Α΄ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου Κορίνθου το 1981 και το 1982.
Σκηνοθέτησε παιδικά θεατρικά και έγραψε την παιδική επιθεώρηση «Τα παιχνίδια της αυλής».
Διευθύνει το γυναικείο φωνητικό σύνολο «έκφραση» και τραγουδά στο Σχήμα Ηπειρώτικου Πολυφωνικού τραγουδιού του Πανηπειρωτικού Συλλόγου Πατρών.
Το «A, ρε μαμά» είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.