Έτσι ξαφνικά η Ιουλία Ιωάννου άρχισε να γράφει. Κι όταν κάποιος κάθεται μπροστά στον υπολογιστή και σε λιγότερο από δύο μήνες κάνει την πρώτη του συγγραφική εμφάνιση μ’ ένα βιβλίο 332 σελίδων, δεν είναι τυχαίο. Σημαίνει πως εδώ κι αρκετά χρόνια κυοφορούσε στην καρδιά και στο μυαλό της μια ιστορία που ασφυκτιούσε να βγει απ’ τα σκοτάδια της σιωπής.
Δεν ξέρω μέχρι πού φτάνει η μυθοπλασία στο μυθιστόρημά της που έχει τίτλο «Έτσι ξαφνικά», όμως ο ορθολογισμός των σκέψεων και συναισθημάτων είναι γραμμένα τόσο πειστικά κι αληθινά που κρατούν τον αναγνώστη δεμένο με την ιστορία. Η ζωή μιας γυναίκας που στην πιο τρυφερή ηλικία γνώρισε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση φτάνοντας στο τελευταίο σκαλοπάτι αξιοπρέπειας της ανθρώπινης υπόστασης, δίνεται χωρίς μελοδραματισμούς. Ο φόβος, η ανασφάλεια και η υποδούλωση της ψυχής είναι τα μόνα στοιχεία που καθορίζουν τον γάμο της Έλενας. Ένα γάμο που την υποχρέωσε ο πατέρας της να κάνει στα δεκατέσσερα της χρόνια με έναν άγνωστο και να φύγει για την Αμερική. Όμως κάποια στιγμή καταφέρνει να δραπετεύσει από το ίδιο της το πεπρωμένο, γνωρίζει τον Βασίλη, τον παντρεύεται και μαθαίνει τι θα πει αγάπη κι ασφάλεια. Για κάποια χρόνια ζει μέσα στην απόλυτη οικογενειακή ευμάρεια, αλλά ένα τυχαίο συναπάντημα την κάνει να συνειδητοποιήσει πως μέσα στο γάμο της τα είχε όλα εκτός από τον έρωτα. Έτσι ξαφνικά μπήκε στη ζωή της ο Πέτρος.
«Ήταν η πρώτη φορά που η Έλενα βίωνε τέτοια πρωτόγνωρα συναισθήματα. Εκείνος ο άντρας είχε κυριαρχήσει στη σκέψη της. Όπου κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν έκανε, τον έψαχνε με το βλέμμα. Αυτό λοιπόν ήταν ο έρωτας; Έτσι νιώθει κάποιος όταν ερωτεύεται κεραυνοβόλα, όταν βρίσκει το άλλο του μισό στο σύμπαν; Δεν ήξερε να πει με σιγουριά, γιατί δεν είχε ζήσει κανένα εφηβικό έρωτα, δεν είχε προλάβει να καρδιοχτυπήσει όταν έπρεπε, στα αγνά εφηβικά χρόνια, καθώς είχε βουτήξει από πολύ νωρίς στο βαθύ βούρκο της ζωής. Η αγάπη που έτρεφε για τον άντρα της δεν είχε καμία σχέση με αυτό που αισθανόταν για τον άγνωστο αυτό άνθρωπο. Το μόνο που γνώριζε για εκείνον ήταν το όνομά του, κι όμως τον είχε κιόλας μέσα της, είχε ριζώσει στο είναι της».
Η Έλενα φτερουγίζει μεθυσμένη στις φλόγες του έρωτα, αναποφάσιστη ανάμεσα στην τρυφερή ασφάλεια του Βασίλη και το ακράτητο πάθος του Πέτρου… Μέσα της πιστεύει πως η ζωή της χρωστά ακόμα πολλά και πρέπει να τα ζήσει… Όμως δεν υπολόγισε αν τα λαβωμένα της φτερά αντέχουν να ζήσουν κι άλλα κτυπήματα…
Ο τρόπος που επεξεργάζεται η ηρωίδα τις πράξεις της, αναλύει τα συναισθήματά της, κάνει τον απολογισμό όσων την κέρασε η ζωή σε συναρπάζουν. Αλλά η μεγάλη κορύφωση του βιβλίου είναι πιστεύω όταν συγχώρεσε τον πατέρα της, τον υπαίτιο των δινών της. Όταν τριάντα δύο χρόνια μετά επέστρεψε στην πατρίδα και μέσα στην αγκαλιά της μάνας της γίνεται το πιο βαθύ ξεκαθάρισμα της ψυχής.
Το βιβλίο της Ιουλίας Ιωάννου θα σας κρατήσει ευχάριστη καλοκαιρινή συντροφιά.
etsi