Συγγραφέας του βιβλίου Το σ’ αγαπώ που δεν είπα – Εκδόσεις ΕΞΗ


Το δυσαναπλήρωτο κενό που αφήνει πίσω της η απόρριψη της μάνας έπρεπε να διαχειριστεί σ΄ αυτή την αληθινή ιστορία που εκτυλίσσεται τα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο, η Στέλλα Καλλέ. «Πέτα το παιδί… φτάνουν τόσα» είναι μια συγκλονιστική φράση που κουβαλά μέσα της όλο το βάρος της εποχής εκείνης, που επίσης έπρεπε να διαχειριστεί, καθώς είναι «ειπωμένες από μια γυναίκα, σε στιγμή απόγνωσης, που δεν αντέχει άλλο τις γέννες, τον πόνο, τη φτώχεια αλλά και την προίκα που πρέπει να δώσει για να παντρέψει τα κορίτσια που έφερνε στον κόσμο». Από μια γυναίκα που στέρησε το χάδι από τα παιδιά της. Όπως λέει στο Vivlio-life η συγγραφέας «Σε όλο το βιβλίο οι ήρωες αναζητούν με κάθε τρόπο αυτό το χάδι που στερήθηκαν. Άλλοτε γίνονται σκληροί, νευρικοί, απότομοι γιατί δεν γνωρίζουν πώς να εκφράσουν οι ίδιοι την αγάπη τους, άλλοτε εκδηλώνουν παραβατική συμπεριφορά αναζητώντας το ενδιαφέρον, άλλοτε αποσύρονται θεωρώντας πως η αγάπη είναι μόνο για τους τυχερούς».

  • Η πρώτη εντύπωση που δημιουργεί ο τίτλος του βιβλίου σας και ειδικά το ρήμα του, είναι πως θα μας αφηγηθείτε μια ερωτική ιστορία. Λάθος εκτίμηση! Το σ’ αγαπώ που δεν είπα βγήκαν από τα χείλη μιας μάνας προς τα παιδιά της. Να γνωρίσουμε την πρωταγωνίστρια της ιστορίας σας;
    Τα «σ’ αγαπώ» στη ζωή μας μπορεί να είναι ερωτικά, φιλικά, αδερφικά, αρκεί να μπορούμε να τα προφέρουμε ή να τα δείξουμε. Η Αθηνά, η ηρωίδα του βιβλίου, είναι ένα κορίτσι μεγαλωμένο στον Β. Έβρο αμέσως μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου. Η ζωής της συνδέεται με φτώχεια, αναγκαστικό γάμο, μετανάστευση στη Γερμανία για λόγους επιβίωσης, απώλειες. Κυρίως όμως συνδέεται με την απόρριψη και την έλλειψη αγάπης.
  • Πώς είναι να διαχειρίζεται ο συγγραφέας το τραύμα της απόρριψης γονιών και μάλιστα μιας μάνας; Ποια συναισθήματα προέκυψαν όσο ψάχνατε τις λέξεις της αφήγησης;
    Ήταν μια από τις πιο δύσκολες στιγμές κατά τη διάρκεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου καθώς επέστρεφα συναισθηματικά μέσα μου ξανά και ξανά για να αντλήσω τη δύναμη να το παρουσιάσω με ρεαλισμό και ενσυναίσθηση. Ομολογώ ότι έκλαψα πολλές φορές, η απόρριψη της μάνας αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό. Ειλικρινά δεν ξέρω αν είναι τραύμα που ξεπερνιέται.
  • Και ποια είναι τα συναισθήματα των ηρώων σας που στερήθηκαν τη μητρική αγάπη και το μητρικό χάδι;
    Σε όλο το βιβλίο οι ήρωες αναζητούν με κάθε τρόπο αυτό το χάδι που στερήθηκαν. Άλλοτε γίνονται σκληροί, νευρικοί, απότομοι γιατί δεν γνωρίζουν πώς να εκφράσουν οι ίδιοι την αγάπη τους, άλλοτε εκδηλώνουν παραβατική συμπεριφορά αναζητώντας το ενδιαφέρον, άλλοτε αποσύρονται θεωρώντας πως η αγάπη είναι μόνο για τους τυχερούς. Σε κάθε περίπτωση όμως η έλλειψη αγάπης είναι εμφανής, είναι εκεί σαν ανοιχτή πληγή.
  • Η ιστορία σας είναι αληθινή όπως έχετε πει. Είναι αυτό το δεδομένο που έκανε ακόμη πιο δύσκολο το έργο σας;
    Ναι, φυσικά! Γιατί οι ήρωες ήταν εκεί μπροστά μου, με προτερήματα και αδυναμίες που δεν μπορούσα να παραβλέψω, αν ήθελα να πω την ιστορία σωστά. Είχα μεγάλη αγωνία αν θα καταφέρω να αποδώσω σωστά τα συναισθήματά τους. Πιο πολύ όμως σκεφτόμουν την Αθηνά, την πρωταγωνίστρια μου, που θα διάβαζε τη ζωή της μέσα από τα δικά μου μάτια.
  • Σ’ αυτήν αφιερώνετε και το βιβλίο σας: Στη θεία την Αθηνά “που ξέρει να εκφράζεται περισσότερο με πράξεις παρά με λόγια” όπως γράφετε. Σε μία Αθηνά έχετε εμπιστευτεί, όπως μας είπατε και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι η γυναίκα στις μνήμες της οποίας στηρίξατε την αληθινή σας ιστορία ή απλά δώσατε το όνομά της στην ηρωίδα σας για να την τιμήσετε;
    Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη θεία μου Αθηνά που είναι και η πρωταγωνίστρια του βιβλίου. Γενικότερα αποφάσισα να μην αλλάξω τα ονόματα της ιστορίας.
  • Έχετε δώσει, επίσης, ρόλους σε πολλά γυναικεία πρόσωπα. Πώς συναντήσατε τη γυναίκα της εποχής του Εμφυλίου και πώς τη βρήκατε στα τελευταία χρόνια που πραγματεύεστε;
    Με ενδιαφέρει πολύ συγγραφικά η γυναικεία ταυτότητα. Η γυναίκα στην εποχή του εμφυλίου με συγκινεί βαθιά γιατί τη συναντώ ανάμεσα στη δύναμη και τη σιωπή. Είναι η γυναίκα που κράτησε το σπίτι, τα παιδιά, τη μνήμη, μέσα σε έναν κόσμο που την ήθελε στο περιθώριο. Στα πιο πρόσφατα χρόνια η γυναίκα έχει τολμήσει να διεκδικήσει, ίσως μπορούμε να πούμε ότι έχει βρει τη φωνή της, αλλά πάντα υπάρχει ανεξίτηλο μέσα της το αποτύπωμα της σιωπής.
  • “Πέτα το παιδί… φτάνουν τόσα” είναι το τίτλος του κεφαλαίου που μας ταξιδεύει στον Ιούνιο του 1949, δηλαδή στο τέλος του Εμφυλίου. Πέντε λέξεις, η μία πιο βαριά από την άλλη που ζητούν επεξήγηση…
    Πράγματι είναι μια φράση που κουβαλά μέσα της όλο το βάρος της εποχής. Πέντε λέξεις ειπωμένες από μια γυναίκα, σε στιγμή απόγνωσης, που δεν αντέχει άλλο τις γέννες, τον πόνο, τη φτώχεια αλλά και την προίκα που πρέπει να δώσει για να παντρέψει τα κορίτσια που έφερνε στον κόσμο.
  • Η αφήγησή σας ξεκινά το 1949 και ολοκληρώνεται κάπου στα μέσα του 2000. Φτώχεια, ρευστή πολιτική κατάσταση, μετανάστευση, όνειρα ανεκπλήρωτα. Χρειάστηκε να κάνετε κάποια σχετική έρευνα ή αρκεστήκατε στα όσα συγκλονιστικά σας αφηγήθηκαν;
    Πάντα κάνω έρευνα προσπαθώντας να συνδυάσω τα πραγματικά γεγονότα που μου αφηγούνται με το ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο στον οποίο εντάσσονται. Στο συγκεκριμένο βιβλίο χρειάστηκε για παράδειγμα να κάνω μεγάλη έρευνα σχετική με το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς τη Γερμανία.
  • “Από τον Έβρο στη Λαμία, στη Στουτγάρδη, στην Αλεξανδρούπολη. Κάθε πόλη και μια ιστορία. Κάθε σταθμός και ένα δάκρυ”. Σε ποια από αυτές τις πόλεις νιώσατε τη μεγαλύτερη συγκίνηση στην αφήγησή σας;
    Ένιωσα τη καρδιά μου να ραγίζει στη Στουτγάρδη. Ένιωσα τη μοναξιά της ηρωίδας, τον πόνο της ξενιτιάς, τη νοσταλγία για όσα άφησε πίσω αλλά και το πείσμα της να τα καταφέρει και να ορθοποδήσει.
  • Χρησιμοποιείτε στο βιβλίο σας πολλές λέξεις και εκφράσεις της αρβανίτικης γλώσσας των χωριών της Ανατολικής Θράκης. Είχατε σχέση με την γλώσσα που διακρίνεται για τα πολλά της σύμφωνα, πριν τη συγγραφή του βιβλίου και πόσο εύκολο ήταν να τη διαχειριστείτε και να την αποδώσετε σωστά;
    Δυστυχώς, παρόλο που έχω κατά το ένα τέταρτο κι εγώ αρβανίτικη καταγωγή, δεν μιλάω καθόλου τη γλώσσα. Είχα βέβαια ακούσματα από την πρόγιαγιά μου, τη γιαγιά μου και τις αδερφές της. Είναι πράγματι πολύ δύσκολη η απόδοση της αρβανίτικης γλώσσας στον γραπτό λόγο και για αυτό ζήτησα τη συνδρομή ως προς αυτό ενός μελετητή που ασχολείται πολλά χρόνια με την καταγραφή της.
  • Γίνεται να ζεις μια ζωή δίχως αγάπη; Είναι το ερώτημα που θέτετε στο εξώφυλλο του βιβλίου σας και μ’ αυτό θα κλείσουμε τη συνομιλία μας. Άραγε μετά από αυτή τη δύσκολη ανάγνωση, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως γίνεται;
    Κυρία Τσακίρη, ποιος από εμάς μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη;

Λίγα λόγια για το βιβλίο
«Πάρε το μωρό και πέταξέ το στο ρέμα! Πώς θα μεγαλώσουμε τόσα κορίτσια; Πώς θα τα προικίσουμε φτωχοί άνθρωποι;»
Αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση της μάνας της Αθηνάς, σαν άνοιξε τα μάτια της σε αυτόν τον κόσμο. Και έτσι, αντί για αγάπη, ένιωσε την απέχθεια, μόνο και μόνο γιατί τόλμησε να γεννηθεί.
«Όποιος χτυπήσει αυτή την πόρτα για να σας ζητήσει σε γάμο, θα σας δώσω», υποσχόταν η μάνα της και το έπραττε δίχως ενδοιασμό. Και έτσι η Αθηνά παντρεύτηκε στα δεκαπέντε της τον Γιώργο, που ποτέ του δεν την αγάπησε. Και στο τέλος έγινε μια μάνα σαν τη μάνα της, δίχως να ξέρει πώς να αγαπήσει τα δικά της παιδιά.
Έτσι κύλησε ολόκληρη η ζωή της. Ο δρόμος της μακρύς. Από τον Έβρο, στη Λαμία, στη Στουτγκάρδη, στην Αλεξανδρούπολη. Κάθε πόλη και μια ιστορία. Κάθε σταθμός και ένα δάκρυ.
Το τίμημα που θα κληθεί να πληρώσει, βαρύ. Μόνο τότε θα καταλάβει… Μόνο τότε θα αισθανθεί… Και θα ζητήσει συγχώρεση από όσους άθελά της πλήγωσε. Όμως, ο χρόνος ποτέ δεν ήταν με το μέρος της.

Βιογραφικό
Η Στέλλα Καλλέ έχει σπουδάσει Αρχαιολογία, Παιδαγωγική, είναι διδάκτορας της Διδακτικής της Ιστορίας και εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Μιλάει πέντε ξένες γλώσσες και ασχολείται με την κεραμική. Δεν της αρέσει να χρησιμοποιεί τροχό, γιατί θεωρεί ότι κάθε δημιουργία πρέπει να ενέχει ατέλειες. Απολαμβάνει το διάβασμα, τον κινηματογράφο και τα ταξίδια. Σε κάθε ταξίδι της προσπαθεί να μάθει κάτι καινούριο και να ανοίξει ακόμη περισσότερο το παράθυρο που βλέπει και αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της. Τα τελευταία χρόνια μέσα από τη συγγραφή νιώθει ότι αφουγκράζεται καλύτερα τους ανθρώπους και ηρεμεί την αεικίνητη ορμή της.
Άλλα έργα της ιδίας: «Έρωτας και αλάτι» και «XL: Ιστορίες αγάπης». Από τις εκδόσεις ΕΞΗ κυκλοφορεί το βιβλίο της «Ο δρόμος του σπαραγμού».