«Όλοι πάμε στα σχολεία και μορφωνόμαστε με εντελώς λανθασμένα πράγματα. Μαθαίνουμε αριθμητική, ανάγνωση, ιστορία, τόσες άχρηστες πληροφορίες που μένουν αχρησιμοποίητες μέσα στον χρόνο. Τη γνώση για τη ζωή κανένα σχολείο δε μας τη δίνει, κανείς δε σου λέει για τα απρόσμενα που σου επιφυλάσσει η ζωή, και δεν ξέρεις τι να κάνεις όταν βγαίνεις εντελώς έξω από τον προϋπολογισμό της χαράς, της αγάπης, της εκπλήρωσης ονείρων. Αυτό το απέραντο κενό που αφήνει μια απώλεια πώς το γεμίζεις;»

Κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί να βάλει στη σκέψη του το κακό, τι μπορεί να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη, μα -δυστυχώς- έχει αποδειχθεί πάμπολλες φορές, πως το κακό δεν αργεί καθόλου να συμβεί. Πόση ψυχική δύναμη χρειάζεται να έχει κανείς για να καταφέρει να αντέξει κάτι τόσο σκληρό, τόσο οδυνηρό όσο το τραγικό δυστύχημα που στοίχισε στην ηρωίδα του μυθιστορήματος το πιο αυτονόητο, που ο κάθε άνθρωπος έχει, τη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετηθεί, τη δυνατότητα να κάνει τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα. Πώς να διανοηθείς το μέγεθος που έχει το «τίποτα» τη δύναμη που περικλείει, το φόβο, την αδυναμία. Να μην μπορείς να κάνεις ούτε το πιο απλό, να σκουπίσεις τον ιδρώτα από το πρόσωπό σου, να ξυστείς, να νιώσεις ένα χάδι, να κλείσεις μέσα στο χέρι σου ένα άλλο χέρι…

– Είναι συγκλονιστικό γεγονός το να μπεις στη θέση αυτού που υποφέρει, να προσπαθήσεις να βιώσεις τα συναισθήματα που τον κατακλύζουν, να αισθανθείς τον πόνο, την απόγνωση, την παραίτηση και μετά την προσπάθεια, τη διεκδίκηση, την αποδοχή. Σας επηρέασε όλο αυτό που ζήσατε στην πορεία της συγκέντρωσης πληροφοριών και της συγγραφής του συγκεκριμένου μυθιστορήματος; Τι αποκομίσατε ως άνθρωπος;

Την πρώτη φορά που συνάντησα αυτή τη γυναίκα και άκουσα την ιστορία της μέσα μου πλημμύρισα από τόσα αντιφατικά αισθήματα, λύπη, απόγνωση, θαυμασμό, χαρά, δέος που το μόνο που ήθελα ήταν να την αγκαλιάσω. Οι λέξεις της γίνονταν στο μυαλό μου φράσεις και εικόνες κι άρχισα να γράφω νοερά εκείνη την ίδια στιγμή την ιστορία της. Όμως όταν αργότερα κάθισα μπροστά στον υπολογιστή κατάλαβα πως όλα εκείνα που άκουσα και είδα, δεν περιγράφονταν εύκολα με λέξεις, χρειαζόταν μεγάλο δόσιμο ψυχής για να το κατορθώσω. Προσπαθούσα να συλλάβω την έκταση του πόνου, της εγκατάλειψης και του εγκλωβισμού μέσα στο ίδιο της το σώμα, μα ήταν ακατόρθωτο να τα κάνω δικά μου. Είναι αισθήματα και σκέψεις τόσο ακραίες που μόνο αν τα ζήσεις μπορείς να τα νιώσεις. Για να μπορώ να είμαι έστω και λίγο μέσα στο πνεύμα της, κρατούσα συχνή τηλεφωνική επαφή μαζί της για να έχω την αύρα της να με καθοδηγεί. Τους μήνες που έγραφα αυτό το βιβλίο είχα ένα είδος κατάθλιψης. Όμως διδάχτηκα πως η ζωή δεν σταματά στα δύσκολα, η ψυχή και το πνεύμα μας δίνουν φτερά και πετάμε.

– Ποιες ήταν οι πιο δύσκολες στιγμές που πέρασε η ηρωίδα σας σε όλη τη διάρκεια της προσπάθειάς της, να αποδεχθεί πρώτα η ίδια τον εαυτό της ή να καταφέρει τους γύρω της να την αποδεχτούν, να μην τη λυπούνται;

Μα αν δεν αποδεχτείς και αγαπήσεις πρώτα εσύ τον εαυτό σου δεν υπάρχει περίπτωση να καταφέρεις τους γύρω σου να σε αποδεχτούν. Την κοινωνική αποδοχή την κέρδισε με το θάρρος, τη δύναμη και τους αγώνες της να διεκδικήσει τη ζωή.

– Το πιο εύλογο ερώτημα ενός ανθρώπου που παθαίνει κάτι τόσο οδυνηρό είναι ένα τεράστιο ΓΙΑΤΙ, «γιατί εγώ κι όχι κάποιος άλλος» ή «γιατί Θεέ μου να το πάθω αυτό και δεν μ’ άφησες να πεθάνω» όπως και η δική σας ηρωίδα πολλές φορές αναρωτήθηκε. Τι είναι αυτό που μας κρατάει σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι κάτι ανώτερο, που μας δίνει δύναμη και πίστη να μην τα παρατήσουμε, ενώ μας έχει πάρει τόσο σημαντικά κομμάτια του εαυτού μας;

Πολλά ΓΙΑΤΙ ταλαιπωρούσαν την ηρωίδα μου όσο βρισκόταν στο στάδιο της παραίτησης και ήθελε να δώσει τέλος στη ζωή της. Όμως γρήγορα διαπίστωσε πως η ζωή δεν σταματά σ’ ένα τροχοκάθισμα, υπάρχουν πηγές χαράς που μπορούσε να διεκδικήσει. Και πρώτα διεκδίκησε την αγάπη μέσα από τον Θεό. Στηρίχτηκε πολύ στην προσευχή κι αυτό τη βοήθησε να καταλάβει πως η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά αγάπη!

– Για ένα γονιό είναι εξαιρετικά δύσκολο να βλέπει το παιδί του ανήμπορο, να μην μπορεί να του γιατρέψει τον πόνο. Πιστεύετε ότι πιο εύκολα κάποιος αποδέχεται την οριστική απώλεια του θανάτου, από την αρρώστια και την αδυναμία βελτίωσης μιας κατάστασης μη αναστρέψιμης;

Ίσως αυτό να είναι μια πρωταρχική σκέψη. Στη συνέχεια όταν ο γονιός διαπιστώσει πως η ζωή συνεχίζει να εξελίσσεται τότε διαπιστώνει την πολυτιμότητά της. Η Ιάνθη μου ερωτεύτηκε, παντρεύτηκε, γέννησε το παιδί της. Κατά την άποψή μου στην καθημερινή της ζωή κάνει περισσότερα πράγματα από όσα κάνω εγώ. Κάνει αγώνες διεκδίκησης των δικαιωμάτων των αναπήρων, κάνει προσφορά στο συνάνθρωπό της και είναι μια ενεργός πολίτης.

– Αυτό που δεν μπορεί να κατανοήσει εύκολα κανείς, είναι η ανιδιοτελής αφοσίωση ενός καθ’ όλα φυσιολογικού ατόμου στο να υπηρετεί, να αγαπά και να αφιερώσει τη ζωή του σε ένα εντελώς ανήμπορο άνθρωπο. Είναι εφικτό κάτι τέτοιο, μπορεί να υπάρχει κάποιος που θα βάλει τον εαυτό του στην υπηρεσία ενός νεκρού σώματος μα με τόσο δυνατή ψυχή, ώστε να αψηφήσει το προφανές και να βρει τρόπο να υπερνικήσει όλα τα εμπόδια;

Κι όμως υπάρχει! Σπάνια βέβαια. Αυτό είναι και η γοητεία της ιστορίας. Ένα καθόλα φαινομενικά άρτιο άτομο δεν σημαίνει πως είναι και στον εσωτερικό του κόσμο το ίδιο αυτάρκη. Συχνά υπάρχουν στον συναισθηματικό μας κόσμο ελλείψεις που ούτε εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε. Αυτό συνέβη στον ήρωα μου. Στα μάτια του η Ιάνθη δεν ήταν ένα ανήμπορο άτομο. Ήταν μια πανέμορφη ψυχή εγκλωβισμένη σ’ ένα ανήμπορο σώμα που όμως το πνεύμα της ήταν τόσο ανεξάρτητο που εξουδετέρωνε την αδυναμία της. Ο ίδιος τα κέρδισε όλα εύκολα στη ζωή του, δεν προσπάθησε για τίποτα και μέσα του ένιωσε δέος γι’ αυτό το θαρραλέο κορίτσι.
«Το βλέμμα της όταν σε κοιτά έχει μια σταθερότητα, σαν ένα βαθύ λιμάνι για να αράξεις. Και είχα ανάγκη να αντλήσω απ’ τη δύναμή της για να δώσω νόημα στη δική μου ζωή!»

Η κρατική μέριμνα σε άτομα με ειδικές ικανότητες ακόμη και σήμερα υστερεί σε πολλά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Λέτε σε ένα σημείο του βιβλίου σας ότι «έκοψαν ένα επίδομα 101 ευρώ από 220 τετραπληγικούς» που στην ουσία ήταν ένα βοήθημα για τη διακίνησή τους, στα μέτρα πρόληψης της οικονομικής κρίσης! Κάτι τέτοιο είναι πράγματι ανήκουστο και μας κάνει όλους να αναρωτιόμαστε σε τι κοινωνία ζούμε;

 

Συχνά έχω την αίσθηση πως στις μέρες μας χάνεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κι αναρωτιέμαι αν οι αγώνες που λίγα χρόνια πριν κάναμε για ανθρώπινα δικαιώματα πήγαν χαμένοι. Θυμάμαι με νοσταλγία τη δεκαετία το 1960 που ο κόσμος μιλούσε για αγάπη, δικαιώματα, ελευθερία. Τώρα 54 χρόνια μετά αυτές οι αξίες δεν υφίστανται. Τώρα μιλάμε μόνο για λεφτά και την απληστία των κυβερνώντων. Όλα γίνονται στο όνομα της οικονομικής κρίσης.

 

 

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο χέρια και πόδια, είναι μυαλό, ψυχή και καρδιά και μπορεί να καταφέρει τα πάντα, φτάνει μόνο να το θέλει, να βάζει στόχους, να κάνει όνειρα, να διεκδικεί! Το μυθιστόρημά σας αυτό είναι ένα ηχηρό χαστούκι στην απάθεια με την οποία αντιμετωπίζουμε όλοι μας τη Ζωή, τα μικροπροβλήματά μας, τις απογοητεύσεις μας. Μήπως θα έπρεπε να κοιτάξουμε και λίγο πιο δίπλα, να βγάλουμε τη μάσκα της αδυναμίας και να προσπαθήσουμε να απολαύσουμε ό,τι μας χαρίστηκε απλόχερα από το Δημιουργό, χωρίς μονίμως να ζητάμε κι άλλα, χωρίς στην ουσία να απολαμβάνουμε όλα όσα έχουμε κατακτήσει; Μακάρι όσοι διαβάσουν το βιβλίο αυτό να αναθεωρήσουν έστω και λίγο τις σκέψεις τους…
Σας ευχαριστούμε για τα πραγματικά πολύ δυνατά μηνύματα που περάσατε, για το τεράστιο απόφθεγμα ότι ναι, Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ!

Ιουλία Ιωάννου

Λίγα λόγια για το βιβλίο
«Η Ζωή είναι αγάπη»
Κανείς δε φανταζόταν πως μια ξέγνοιαστη βραδιά γλεντιού και χαράς θα μετατρεπόταν σε εφιάλτη. Ένα αναπάντεχο ατύχημα κόστισε στην Ιάνθη την τετραπληγία. Σε κλάσμα δευτερολέπτου είδε τα όνειρά της να γκρεμίζονται και πίστεψε για λίγο πως δεν άξιζε να ζει μια τέτοια ζωή. Όμως βρήκε τη θέληση και το κουράγιο να αγωνιστεί και να διεκδικήσει όσα της ανήκαν. Και η ζωή πήρε τον δρόμο της και τα όνειρά της άρχισαν να γίνονται πραγματικότητα.
«Αν μπορούσα, θα άπλωνα τα χέρια να τον σφίξω στην αγκαλιά μου, να τον γεμίσω με φιλιά… Αλλά δεν μπορούσα, γι’ αυτό έπρεπε να τον κάνω πέρα, γιατί ήταν μια αταίριαστη αγάπη. Αυτή η αφοσίωσή του με πλημμύριζε ευτυχία και φόβο. Ευτυχία γιατί ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δε φαντάστηκα πως θα βρισκόταν κάποιος να με αγαπήσει σε σημείο που να θέλει να με παντρευτεί. Φοβόμουν να πιστέψω στη διάρκεια του ενθουσιασμού και στη γνησιότητα της αγάπης του. Με φόβιζε η δύναμη του πάθους του, έμοιαζε με ξέχειλο ορμητικό ποτάμι που στη βιασύνη του παρασέρνει ό,τι βρεθεί στον δρόμο του… Απ’ την άλλη, υποκλινόμουν με δέος μπρος στην ανιδιοτέλεια της αγάπης του. Δεν ήξερα αν η δική μου μπορούσε ποτέ να φτάσει το μέγεθος της δικής του. Γιατί η δική μου αγάπη ήταν ήπια, τρυφερή· δεν έκανα καμιά υπέρβαση, ούτε θυσία για να τον κατακτήσω».
Μια ιστορία για την πίστη στον άνθρωπο και τη δύναμη της αγάπης.

trisdiastato
… και λίγα λόγια από τη συγγραφέα

Όταν αποφάσισα να γράψω το μυθιστόρημα «Η ζωή είναι αγάπη» δεν ήταν μια οποιαδήποτε επιλογή για να γράψω ένα βιβλίο. Ήταν μια επιτακτική ανάγκη, ήταν θέμα εσωτερικής αποκατάστασης για να εκφράσω συναισθήματα που ξύπνησαν μέσα μου όταν συνάντησα μια γυναίκα καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι μετά από ένα τροχαίο. Ήταν έκφραση θαυμασμού και διαπίστωσης πως η ζωή δεν σταματά στα δύσκολα, αλλά η ψυχή και το πνεύμα μας δίνουν φτερά να πετάμε. Όταν εγώ καταπιάνομαι με ασήμαντους φόβους και εύκολα παραιτούμαι, έμαθα πως εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν από πού να πιαστούν, χωρίς σωματικές δυνάμεις και μονάχα με το πνεύμα και την ψυχή κάνουν θαύματα!

Το «Η ζωή είναι αγάπη» είναι ένα βιβλίο που έχει να κάνει με συναισθήματα, με την αναμέτρησή μας με τη ζωή, με το θάνατο, με τους φόβους και την ανάγκη να βγούμε από την άβυσσο και να ζήσουμε!

Αυτό το μυθιστόρημα δεν είναι βιογραφικό. Πήρα πολλά στοιχεία από τη ζωή της γυναίκας που συνάντησα κι έκτισα το δικό μου μύθο. Πήρα το θάρρος της, την αυτοπεποίθηση της, την καρτερικότητα, τους αγώνες και την πορεία που χάραξε. Δανείστηκα τους φόβους, τις ανασφάλειες, τους προβληματισμούς και την αισιοδοξία της. Πήρα ακόμα και τα σκαμπανεβάσματά της. Εκείνες τις στιγμές που τα πράγματα ζορίζουν, οι ώμοι λυγίζουν, τα μάτια βουρκώνουν κι ένα «γιατί» ταλανίζει τη σκέψη της για λίγο… Και με αυτά τα υλικά έφτιαξα τη δική μου ηρωίδα, την Ιάνθη μου. Της έδωσα πνοή απ’ τη πραγματική ηρωίδα, μα πορεύεται μέσα σ’ ένα εντελώς ξεχωριστό περιβάλλον με φανταστικούς ήρωες να την περιβάλλουν. Έτσι γράφτηκε το μυθιστόρημα που θα διαβάσετε.

DAMIANOU PAPADOPOULOU GIOLA

Βιογραφικό
Η Γιόλα Δαμιανού Παπαδοπούλου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Έζησε πολλά χρόνια στο Κονγκό και στη Νιγηρία. Σπούδασε δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικούς σταθμούς, περιοδικά και εφημερίδες της Κύπρου σε χρονογράφημα, πολιτιστικά και έρευνα. Έχει γράψει μυθιστορήματα για ενηλίκους και παιδιά, ενώ για το έργο της έχει αποσπάσει κρατικά βραβεία και πολλές διακρίσεις σε Κύπρο, Ελλάδα και Ευρώπη.