Καλοκαίρι 2012. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με αριστοκρατική κοψιά καθόταν στην αγαπημένη της μπερζέρα κοντά στο παράθυρο και απολάμβανε τον γαλλικό καφέ της αγναντεύοντας το Σαρωνικό.
Καθισμένη αναπολούσε ολόκληρη τη ζωή της, που την έβλεπε να περνά μπροστά από τα μάτια της σαν ατέλειωτη ταινία μεγάλου μήκους, στην οποία η περίοδος που έζησε στην Αλεξάνδρεια κατείχε ξεχωριστή θέση, παρόλο που είχαν περάσει εξήντα ολόκληρα χρόνια από τη μέρα που βαθιά πληγωμένη την εγκατέλειψε. Εκείνες οι μνήμες ευχάριστες και δυσάρεστες, είχαν κουρνιάσει στο μυαλό της, όπως οι ανήμποροι για το παρθενικό πέταγμα νεοσσοί χελιδονιών στη ζεστή αγκαλιά της μητέρας τους, και παρέμεναν αξεθώριαστες και αδάμαστες από τον πανδαμάτορα χρόνο. Εκείνες οι εμπειρίες παρέμειναν εντυπωμένες στο βάθος του μυαλού της και, με λυσιτελή τρόπο, κρατούσαν τη μνήμη της δέσμια με αόρατα δεσμά.


Ήταν ευχαριστημένη που το οδύσσειο ταξίδι της κρατούσε τώρα ενενήντα χρόνια. Ένα σχεδόν αιωνόβιο ταξίδι μια καριέρα και μια ζωή που, στο μεγαλύτερο μέρος της, είχε στοιχεία βελούδινου παραμυθιού!
Ένιωθε ανείπωτη ευγνωμοσύνη για την τύχη της που, σαν πιστός σύμμαχος, είχε σταθεί στο πλευρό της γαλαντόμα από κάθε πλευρά.
Στη θέση αυτή πηγαινοέρχονταν συχνά το μυαλό της οι στίχοι του δημοφιλούς ποιήματος «Ιθάκη» του Αλεξανδρινού Καβάφη. Ήταν το αγαπημένο της ποίημα γιατί αισθανόταν ότι στα λόγια του αντικατοπτριζόταν ολάκερη η ζωή της. Θυμόταν πως ο δρόμος που περπάτησε στο μακρύ ταξίδι της ζωής της ήταν «γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις». Γεμάτος παράτολμες υπερβάσεις και σφύζουσες προκλήσεις, στις οποίες είχε ανταποκριθεί με λαμπυρίζον πάθος, χωρίς να φοβηθεί μήπως συναντήσει τους «Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας» ή τον «θυμωμένο Ποσειδώνα»!
Θυμόταν πως δεν δείλιασε να μπει σε «λιμένας πρωτοϊδωμένους» και πως απόκτησε «καλές πραμάτειες» και «άφθονα ηδονικά μυρωδικά».


Τώρα που είχε αράξει στο νησί, πλούσια «με όσα κέρδισε στον δρόμο», «μη προσδοκώντας» άλλα πλούτη να της «δώσει η Ιθάκη», ένιωθε γεμάτη και υπερπλήρης…
Η γυναίκα αυτή ήταν η Κύπρια Έλλη Κανάκη, ο πατέρας της ήταν Ελληνοκύπριος και η μητέρα της Ιταλίδα. Σπούδασε Νοσηλευτική στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού. Γνώρισε στις μαγευτικές Πλάτρες της Κύπρου την Αιγύπτια γυναίκα του Πρωθυπουργού μαντάμ Ναχάς πασά, που την κάλεσε να εργαστεί σε ένα καινούργιο Νοσοκομείο στην Αλεξάνδρεια.
Και πράγματι το 1947 αποφάσισε να πάει να εργαστεί στο νοσοκομείο «Μουασάτ ελ Φουάντ», που ο τελευταίος όροφος ήταν η κλινική της βασιλικής οικογένειας του Αιγύπτιου βασιλιά Φαρούκ. Την Έλλη υποδέχτηκε ο Γενικός Διευθυντής του νοσοκομείου και γιατρός της βασιλικής οικογένειας Μάλεκ αλ Ντάχερ. Επειδή Έλλη είχε καλό βιογραφικό και μιλούσε τέσσερις γλώσσες ο Γενικός Διευθυντής της ανάθεσε την ευθύνη της νοσηλευτικής υπηρεσίας της ιδιωτικής κλινικής, όπου νοσηλεύονταν μεγαλοεπιχειρηματίες και Αιγύπτιοι αξιωματούχοι. Εκεί γνώρισε και κουράρισε τον αυτοεξόριστο πρώην βασιλιά της Ιταλίας Βίκτωρα Εμμανουήλ, που έπασχε από πνευμονία αλλά γρήγορα αυτός πέθανε.
Στα επόμενα έξι χρόνια η Έλλη θα γνωρίσει στο νοσοκομείο την αδελφή του βασιλιά Φαρούκ, την Φαουζία, τέως βασίλισσα της Περσίας, που πήγε να νοσηλευτεί για έλκος στομάχου. Γρήγορα γίνανε φίλες. Μια βασίλισσα και μία νεαρή και άγνωστη νοσηλεύτρια, στην οποία της εκμυστηρεύτηκε τις μύχιες ενοχές που ταλάνιζαν την ψυχή της.
Μετά η Έλλη γνώρισε μια νέα κοπέλα, την Ναριμάν που επρόκειτο να γίνει η δεύτερη βασίλισσα της Αιγύπτου. Η Έλλη παραβρέθηκε με τους Διευθυντές του Νοσοκομείου στον εκθαμβωτικό βασιλικό γάμο που έγινε το 1951.
Στο νοσοκομείο γνώρισε επίσης ένα νεαρό άντρα που έπασχε από ελονοσία και ήταν γιος ενός Έλληνα επιχειρηματία του βιομήχανου Άρη Καπλάνη. Ο Μαλέκ αλ Ντάχερ παρακάλεσε την Έλλη να ασχοληθεί με τον ασθενή Αντώνη Καπλάνη, ο οποίος όσο νοσηλευόταν και δεχόταν τις ιατρικές φροντίδες της Έλλης άρχισε να την ερωτεύεται.


Αυτή η γυναίκα του Αντώνη Καπλάνη του άρεσε πολύ. Δεν ήταν μόνο όμορφη. Είχε προσωπικότητα. Ήταν ευγενική, δυναμική, έξυπνη και πάνω από όλα ιδιαίτερα ώριμη και αυτόνομη για την ηλικία της.
Όταν αποκαταστάθηκε η υγεία του Αντώνη της ζήτησε να βγούνε ραντεβού. Με τον Αντώνη άλλαξε όλη η ζωή της νοσηλεύτριας Έλλης. Έτσι γεννήθηκε ένας μεγάλος έρωτας.
Στο νυφικό βασιλικό ταξίδι του μέλιτος, που κράτησε τρεις μήνες στο Μονακό και στις Κάννες, η Ναριμάν έμεινε έγκυος αλλά παρουσιάστηκε ένα μικρό πρόβλημα στην εγκυμοσύνη. Ο βασιλιάς Φαρούκ ζήτησε να έρθουν στις Κάννες από την Αλεξάνδρεια ο γιατρός του Μαγκντί πασά και η νοσηλεύτρια η Έλλη. Έτσι η Έλλη βρέθηκε πάλι κοντά στη Ναριμάν. Όλα πήγανε κατ΄ ευχήν με την περιπέτεια της νεαρής βασίλισσας και ο βασιλιάς Φαρούκ ευχαρίστησε τον γιατρό του και την νοσηλεύτρια με πολλά δώρα. Η Έλλη στις εβδομάδες που ήταν στις Κάννες επικοινωνούσε συχνά με τον αγαπημένο της Αντώνη.
Όταν η Έλλη επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια η Ναριμάν γέννησε τον διάδοχο του θρόνου και ο Αντώνης Καπλάνης ζήτησε από την Έλλη να γίνει γυναίκα του.
Ώσπου στις 26 Ιουλίου του 1952…
Ένα μυθιστόρημα εποχής που γοητεύει και σε ταξιδεύει στη στρατόσφαιρα του χρόνου.
Ένα ονειρικό οδοιπορικό.
Ένα βελούδινο παραμύθι.
Ο Ανδρέας Μήλιος επενδύει πολλά στα απλά περιγράμματα, στην ακρίβεια της έκφρασης, στην καθαρότητα της αφήγησης. Φτιάχνει χαρακτήρες με αδρές πινελιές, σκαλιά της ιστορίας του χωρίς ακροβασίες αλλά με τη σοφή τεχνική της στιβαρής όσο και χαμηλότονης πλοκής.
Μια ευφάνταστη και χαρισματική γραφή.
Διαβάστε το.


Ο Ανδρέας Μήλιος γεννήθηκε στην Καστοριά. Είναι διδάκτωρ Πολιτειολογίας του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης και οικονομολόγος με μεταπτυχιακό στο Μάρκετινγκ. Εργάστηκε στη Γερμανία, στην Ελβετία και στην Αθήνα. Είναι συγγραφέας οκτώ επιστημονικών συγγραμμάτων και δύο μυθιστορημάτων. Τρία από τα συγγράμματά του διανέμονται ως διδακτικά εγχειρίδια σε εννέα πανεπιστήμια. «Η Διπρόσωπη Κίρκη» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του. Το μυθιστόρημα, «Η Νοσηλεύτρια», κυκλοφορεί σε δεύτερη έκδοση.