Συγγραφέας του βιβλίου «Η κατάρα της Οντίν» – Εκδόσεις «Πηγή»

Η ανάγνωση της Οντίν και της… κατάρας της, ήταν μια καλή αφορμή για δυο πράγματα: Να μάθω λεπτομέρειες για μία ασθένεια που δεν γνώριζα, αλλά και να συνομιλήσω με έναν συγγραφέα ο οποίος μέσα από τις απαντήσεις του, δίνει μια ρεαλιστική εικόνα για την χρονοβόρα περιπέτεια ενός βιβλίου από τη συγγραφή μέχρι τη στιγμή της έκδοσής του. Ο Χαράλαμπος Ματσαμάκης μέσα από την Ηρώ, τη μητέρα της, αλλά κυρίως τη γιαγιά της, που πρωταγωνιστούν στο ευαίσθητο μυθιστόρημά του, μας μιλά για τη ζωή και το θάνατο, με ένα βιβλίο στο οποίο έθεσε του δικούς του κανόνες. Όπως λέει στο Vivlio-life, «το γέμισμα» των σελίδων με ανούσιες, αποπροσανατολιστικές, βαρύγδουπες, μπερδεμένες προτάσεις, άγνωστες λέξεις που χρησιμοποιούνται για το θεαθήναι δε με βρίσκει σύμφωνο, οπότε αντί να ξοδέψω το χρόνο μου αντικαθιστώντας λέξεις με συνώνυμες που ακούγονται εκλεπτυσμένες, αποφάσισα να επικεντρωθώ στην εξιστόρηση…»

Ίσως λίγοι γνωρίζουν πως «Η κατάρα της Οντίν» είναι μία ασθένεια και μάλιστα σοβαρή. Ίσως, έτσι πρέπει να ξεκινήσουμε τη συνέντευξή μας. Δώστε μας κάποια στοιχεία γι’ αυτήν και τον λόγο που την επιλέξατε ως τίτλο του βιβλίου σας.
Μου αρέσει αυτή η παρατήρηση, γιατί κρύβει από πίσω της ακόμη μια ιστορία, αυτήν της τελικής μορφής ενός βιβλίου. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, ο τίτλος και το εξώφυλλο ενός βιβλίου είναι εκείνα που θα κεντρίσουν αρχικά την προσοχή ενός επίδοξου αναγνώστη, οπότε θα έλεγα πως η επιλογή έχει γίνει για λόγους μάρκετινγκ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν παίζει σημαντικό ρόλο στην πλοκή. Η ιστορία αυτή (όπως και η πλειοψηφία των ιστοριών που κυκλοφορούν στο εμπόριο από όσο φαντάζομαι) πέρασε από σαράντα κύματα. Ο αρχικός της τίτλος ήταν «ΗΡΩ», είχα μάλιστα ήδη κατοχυρώσει το ISBN του τίτλου και ετοιμαζόμουν να τον κυκλοφορήσω με τη μέθοδο της αυτοέκδοσης. Κάπου εκεί άρχισαν να έρχονται οι απαντήσεις από τους διάφορους εκδοτικούς οίκους. Όποιος έχει προσπαθήσει να εκδώσει μια ιστορία γνωρίζει πόσο ψυχοφθόρα και χρονοβόρα διαδικασία είναι αυτή. Υπάρχουν εκδοτικοί οίκοι που δεν σου επιτρέπουν να στείλεις την ιστορία σου πουθενά αλλού μέχρι να την διαβάσουν και να σου απαντήσουν, κάτι που συνήθως παίρνει από έξι έως εννέα μήνες. Πέρασαν τέσσερα χρόνια περίπου μέχρι να αρχίσουν να εμφανίζονται θετικές απαντήσεις. Ύστερα έπρεπε να προσπαθήσω να κάνω την σωστή επιλογή, οπότε χρειάστηκε ακόμη περισσότερος χρόνος με εμένα να πιέζω τους εκδοτικούς να μου επισημάνουν τυχόν λάθη μου στο κείμενο. Κάπου εκεί, κάποιος έκανε μια πολύ σωστή παρατήρηση πως ενώ η ιστορία αφορούσε την ΗΡΩ, το κείμενο «έγερνε» περισσότερο προς την γιαγιά της παρά την ίδια. Κι ενώ είχα χτίσει στο μυαλό μου τον λόγο για τον οποίο το βιβλίο είχε αυτόν τον τίτλο, αποφάσισα να ρίξω το βάρος σε κάτι κομβικό και απροσδιόριστο για τον αναγνώστη για το οποίο δεν μπορώ να δώσω παραπάνω λεπτομέρειες και θα ήθελα να προβληματίσει όποιον το διαβάσει. Νομίζω η μισή χαρά του αναγνώστη είναι να ψάχνει μετά στο διαδίκτυο και να ενημερώνεται για εκείνα που του κέντρισαν το ενδιαφέρον. Ελπίζω ο τίτλος να είναι ένα από αυτά.

Αποφασίσατε να γράψετε μια ιστορία θέτοντας τους δικούς σας κανόνες, όπως διευκρινίζετε. Πείτε μας ποιοι είναι αυτοί οι κανόνες και αν τους τηρήσατε μέχρι το τέλος ή οι ίδιοι οι ήρωές σας έθεσαν τα δικά τους όρια.
Οι κανόνες που ακολουθώ έχουν να κάνουν με πολλά θέματα, κυρίως τεχνικής φύσεως. Αφορούν περισσότερο τον τρόπο γραφής της ιστορίας και λιγότερο την ίδια την πλοκή. Αυτό που δεν απολαμβάνω εγώ στα βιβλία (αλλά ο περισσότερος κόσμος βρίσκει θετικό) είναι ο όγκος. Ο αναγνώστης συχνά εξισώνει την τιμή ενός βιβλίου με το πόσα κιλά ζυγίζει, κάτι που εμένα προσωπικά μου προκαλεί αποστροφή. Ήθελα λοιπόν η ιστορία μου να είναι όσο το δυνατόν μικρότερη και να κινείται στα όρια ενός μεγάλου διηγήματος ή μιας μικρής νουβέλας. Η σάλτσα είναι για το κοκκινιστό κρέας, όπως συνηθίζω να λέω, χωρίς να εννοώ πως δεν είναι νόστιμη. Επίσης θέλω οι πρωταγωνιστές μου να είναι απροσδιορίστου εθνικότητας, να μην υπάρχει σαφές χρονολογικό πλαίσιο (ποια δεκαετία διαδραματίζεται δηλαδή) καθώς και τα ονόματα να μην είναι Ελληνικά αν γίνεται. Θέλω η ιστορία μου να μπορεί με την ίδια ευκολία να διαβαστεί σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη, κάτι που όπως φάνηκε εκ των πραγμάτων ξένισε αρκετούς εκδότες οι οποίοι επέμεναν να αλλάξω τα ονόματα σε εγχώρια καθώς και να δώσω μια σαφή τοποθεσία, χώρα και χρονολογία. Προσπάθησα να τηρήσω τους περισσότερους κανόνες μου για αυτό το λόγο αναφέρω πως συνολικά το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα προσωπικό στοίχημα. Το «γέμισμα» όπως λέμε των σελίδων με ανούσιες, αποπροσανατολιστικές, βαρύγδουπες, μπερδεμένες προτάσεις, άγνωστες λέξεις που χρησιμοποιούνται για το θεαθήναι δεν με βρίσκει σύμφωνο, οπότε αντί να ξοδέψω το χρόνο μου αντικαθιστώντας λέξεις με συνώνυμες που ακούγονται εκλεπτυσμένες, αποφάσισα να επικεντρωθώ στην εξιστόρηση. Δεν ισχυρίζομαι όμως ότι το κατάφερα.

«Ο χρόνος δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση κι ο θάνατος ένας μονόδρομος στον οποίο μας σπρώχνει η ζωή», διαβάζω στο οπισθόφυλλο. Ποια συγγραφική δύναμη σας οδήγησε να καταπιαστείτε με ένα σκληρό θέμα όπως είναι ο θάνατος;
Η ζωή και ο θάνατος είναι νομίζω από τα σημαντικότερα θέματα να καταπιαστεί κάποιος. Ίσως και τα μοναδικά, μιας και όλα εμπεριέχονται στη «ζωή» και ο θάνατος σου δίνει το έναυσμα για να φιλοσοφήσεις τόσο το «μετά» όσο και το «πριν». Κατά καιρούς διαβάζω ανθρώπους που ισχυρίζονται πως «δεν τους ενδιαφέρει ο θάνατος» και αναρωτιέμαι πώς μπορεί να συμβαίνει αυτό. Ο θάνατος δεν είναι ένα σκληρό θέμα. Η ζωή είναι το σκληρό θέμα πιστεύω. Όπως γράφω και στην εισαγωγή, γεννιόμαστε για να πεθάνουμε. Αυτό είναι όλο. Έρχεσαι στη ζωή και ο τελικός σου προορισμός είναι προδιαγεγραμμένος. Αδιαπραγμάτευτος. Μοναδικός. Δεν υπάρχει τίποτε διαφορετικό. Μπορείς αν θέλεις να κάνεις ‘δεξιά το τιμόνι’ και να κάνεις κύκλους σε αυτή τη διαδρομή όμως στο τέλος θα βγεις εκεί που θέλει ο δρόμος, κι εκεί θα είναι όλοι. Στριμωγμένοι στην κίνηση να τσακώνονται οδηγώντας προς τον τελικό προορισμό. Μερικές φορές κοιτώ τους υπερήλικες στα μέσα μαζικής μεταφοράς που χαζεύουν τη διαδρομή από το παράθυρο και αναρωτιέμαι, τι να σκέφτονται άραγε; Έχουν καταλάβει πώς όπου να ‘ναι θα πρέπει να «κατέβουν»; Και τι κάνουν για αυτό; Επιλέγουν να τσακώνονται για τα κόμματα, για τις ομάδες, για ένα σωρό ανοησίες από το να αφήσουν πίσω τους μια κληρονομιά; Μόνο αυτό μένει πίσω. Ό,τι αφήσουμε. Μια ιστορία, ένας απόγονος, μια δημιουργία, μια λυμένη εξίσωση ή έστω η προσπάθεια.

Η ηρωίδα σας η Ηρώ είναι μόνο πέντε ετών. «Όταν ανακαλύπτει πως αυτός ο φαύλος αέναος κύκλος ζωής και θανάτου, που μπαίνει ανάμεσα σε εκείνη και τη μητέρα της …», γράφετε μεταξύ άλλων. Άραγε μπορεί ένα μικρό παιδί να καταλάβει την έννοια του θανάτου;
Ναι, πιστεύω μπορεί. Είναι από τα πράγματα που δεν μαθαίνονται άλλα τα κουβαλούμε μέσα μας. Έμφυτα. Η συνειδητοποίηση είναι διαφορετικό πράγμα. Το αν θα αφήσουμε τον εαυτό μας να το αποδεχτεί. Είναι ίσως η μεγαλύτερη πάλη με τον εαυτό μας να αποδεχτούμε πως έχουμε έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να πεθάνουμε, όσο μακάβριο κι αν ακούγεται αυτό. Δυστυχώς κάποιοι το βιώνουν νωρίτερα, κάποιοι άλλοι έχουν προλάβει να το συνειδητοποιήσουν. Όπως και η αγάπη. Το σ’ αγαπώ. Δεν χρειαζόμαστε λέξεις, ξέρουμε τι νιώθουμε.

Δυο σημαντικά πρόσωπα στην ιστορία σας είναι η μητέρα και η γιαγιά της μικρής πρωταγωνίστριας. Μιλήστε μας για την Αλίκη και τη Μάρθα.
Ολόκληρη η ιστορία έχει ένα σκοπό, να ξεκινήσει από τις ρίζες ενός δέντρου και να καταλήξει σε εκείνο το κιτρινωπό φύλλο που μένει μόνο του να πέφτει πλάι σε ένα γέρικο δέντρο. Η Ηρώ είναι το απόσταγμα των περασμένων γενεών. Τόσο η μητέρα της, Αλίκη, όσο και η γιαγιά της, Μάρθα, είναι υπεύθυνες για την παρουσία της σε αυτόν τον κόσμο. Γενικά, σε αυτή τη ζωή νομίζω αναλωνόμαστε στο να προσπαθούμε να διορθώσουμε τα λάθη μας. Είτε ως άτομα, είτε ως κοινωνία. Αυτό προσπαθούν να κάνουν και οι πρωταγωνίστριες του βιβλίου.

Οι ιστορίες που διηγούνται στην Ηρώ, η μητέρα και η γιαγιά της, έχουν πρωταγωνιστές ζώα: Μια αδύναμη σκυλίτσα, ένα μεγάλο λιοντάρι, μια αγέλη από αντιλόπες, ένας απειλητικός αλιγάτορας, ένα δελφίνι… Πόσο καλά περάσατε καθώς γράφατε με τους τετράποδους ήρωές σας; Γιατί εγώ ως αναγνώστρια και φιλόζωη ομολογώ πως πέρασα πολύ καλά.
Νομίζω πως όταν θέλεις να διηγηθείς μια ιστορία, πρέπει να δοκιμάσεις να συμπεριλάβεις διάφορες ιδέες. Η προβολή των ιδεών σου μέσα από ένα ζώο δεν είναι κάτι καινούργιο και βοηθά τον αναγνώστη να ψάξει λίγο παραπάνω το νόημα αυτών που προσπαθείς να πεις. Έχω να πω πως σε ό,τι αφορά τα ζώα μέσα στην ιστορία, ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των μικρών ιστοριών γύρω από τη ζωή και το θάνατο στην άγρια φύση είναι αληθινές. Έχουν να κάνουν με τις προσωπικές παρατηρήσεις μου μέσα από διάφορα βίντεο που με έχουν σημαδέψει στη ζωή μου. Το να γράφεις για το θάνατο δεν είναι ευχάριστο, για εμένα τουλάχιστον. Ταΐζεις εκείνη τη στιγμή την συνειδητοποίηση πως ο θάνατος είναι παντού γύρω σου. Είναι σαν να φτιάχνεις Φουά γκρα το ίδιο σου το συκώτι, κρατώντας το στόμα σου ανοιχτό με ένα χωνί, ρίχνεις αμάσητο φαγητό στο στομάχι σου, περισσότερο από όσο μπορείς να χωνέψεις.

Ήταν ένας τρόπος αυτός να ελαφρύνετε το βαρύ θέμα του θανάτου με αυτά τα υπέροχα πλάσματα;
Νομίζω πως κάθε ιστορία μέσα στο βιβλίο σχετίζεται με τον θάνατο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οπότε δεν μπορώ να είμαι βέβαιος αν γίνεται πιο ελαφρύ το θέμα. Μου αρέσουν η αλληγορία και τα κρυμμένα μηνύματα οπότε προσπάθησα να «παίξω» λίγο με αυτά.

Κάθε ιστορία από αυτές που περιλαμβάνονται στο βιβλίο σας, έχει και κάτι να διδάξει όχι μόνο στην Ηρώ αλλά και σε όλους μας. Ήταν αυτός ένας από τους στόχους σας, όταν ξεκινούσατε τη συγγραφή της νουβέλας;
Ναι, ακριβώς αυτό. Έχω μια λατρεία προς τις διδαχές. Όχι ότι τις ακολουθώ πιστά ή θεωρώ πως είναι σωστές κάποιες από αυτές, απλώς λατρεύω το να υπάρχει κάποιο νόημα που περιμένει να ανακαλυφθεί. Είναι όμορφο συναίσθημα το να διαβάζεις κάτι και το μυαλό σου να κάνει συνδέσεις και να σε οδηγεί στο να φιλοσοφήσεις.

Όταν ένα παιδί έρχεται αντιμέτωπο με μια μεγάλη απώλεια στη ζωή του, μπορεί να επηρεαστεί από μια ιστορία ή ένα παραμύθι; Τι μαθαίνουμε από τα βιώματα της Ηρώς;
Ως γονιός, έχω παρατηρήσει πως τα παιδιά δεν λαμβάνουν την αντίστοιχη προσοχή από εμάς. Είναι εξυπνότερα και το βασικότερο, περισσότερο συναισθηματικά. Είναι κατά κάποιο τρόπο «ελεύθερα» να νιώσουν και το μόνο που κάνουμε είναι να τα περιορίζουμε αντί να τα επικροτούμε και να τους δίνουμε εναύσματα και ερεθίσματα. Τα παιδιά δεν είναι κουτά. Ούτε αναίσθητα. Οι ψυχές τους είναι καθαρές και μόνο εμείς μπορούμε να τις μολύνουμε. Με τις προκαταλήψεις μας, με τα συμπλέγματα μας και τις ανησυχίες μας. Τα παιδιά είναι ρομαντικά. Αγαπούν με ανιδιοτέλεια. Ενδιαφέρονται για τον κόσμο, όμως έχουν αυτό το χαρακτηριστικό που εν τέλει γίνεται και δικό μας ελάττωμα όσο μεγαλώνουμε. Είναι ευάλωτα. Εύπλαστα. Μια ιστορία, ένα παραμύθι μπορεί να τους αλλάξει τον κόσμο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα παιδιά δεν έχουν κοσμοθεωρία. Την χτίζουν ημέρα με την ημέρα. Στιγμή με την στιγμή. Είμαστε υπεύθυνοι για την ψυχή τους. Η Ηρώ καταλαβαίνει. Γνωρίζει. Επιλέγει να μην αφήνει να επιβεβαιωθεί.

«Κάθε ένας από τους κύριους χαρακτήρες της ιστορίας, θα βιώσει τον θάνατο με όλη την ειρωνεία της φράσης αυτής», γράφετε στο σημείωμά σας και θα ήθελα να μας αναλύσετε τη λέξη «ειρωνεία» σε σχέση, βέβαια, με το θάνατο.
Πώς μπορεί κάποιος να βιώσει, να ζήσει το θάνατο; Εδώ παίζω με τις λέξεις μιας και μου αρέσουν πολύ τα λογοπαίγνια. Κρύβει μια ειρωνεία η φράση «θα ζήσω το θάνατό μου».

«Ζήσε με ταχύτητα – πέθανε νέος». Το διάβασε ο ήρωάς σας ο Τζέιμς, στον προφυλακτήρα ενός αυτοκινήτου, νιώθοντας την αναπνοή του να σβήνει. Η αλήθεια είναι πως η συγκεκριμένη ατάκα με προβλημάτισε και μου έμεινε στο μυαλό. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτή τη θέση ζωής, που μπορεί από μόνη της να γίνει τίτλος ενός βιβλίου;
Όπως προανέφερα έχω μια περίεργη λατρεία για τα λογοπαίγνια. Το συγκεκριμένο αποτελεί το απόσταγμα κάθε νέας γενιάς. Κάνε τα πάντα χωρίς περιορισμούς και φύγε από αυτόν τον κόσμο πριν αναλωθείς. Προτού καταλήξεις να ανταλλάσεις συνταγές φαρμάκων με κάποιον συνομήλικο έξω από το ιατρείο. Το συγκεκριμένο δεν είναι διδαχή, αλλά ένα περιπαιχτικό «σχόλιο» που αφορά τον συγκεκριμένο προφυλακτήρα και την κατάσταση στην οποία έχει εμφανιστεί, χωρίς να θέλω να επεκταθώ περισσότερο.

«Το “μετά”, το “ύστερα”, είναι αναπόφευκτο. Συμβαίνει κάθε στιγμή. Είναι αυτό που θέτει τα πράγματα σε κίνηση». Άλλη μία πρόταση για προβληματισμό, στο κλείσιμο αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας συνέντευξης.
Επίσης εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα παιχνίδι των λέξεων, από αυτά που μου αρέσουν. Θα περίμενε κανείς πως το «πριν» θέτει τα πράγματα σε κίνηση και όχι το «μετά» ή το «ύστερα», έχει να κάνει όμως με το θάνατο. Ο θάνατος που εξισώνεται με το «μετά», είναι υπεύθυνος για την επιτάχυνση των πραγμάτων στη ζωή. Πρέπει να προλάβουμε να κάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε, πριν τελειώσει ο χρόνος και αυτό το αντιλαμβανόμαστε μόνο όταν κατανοήσουμε ότι υπάρχει το αναπόφευκτο «μετά».

Ήθελα να σας ευχαριστήσω για αυτή την συνέντευξη και την ευκαιρία που μου δώσατε να παραθέσω τις απόψεις μου. Σας εύχομαι κάθε επιτυχία σε ό,τι κάνετε.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
O χρόνος δεν είναι παρά µια ψευδαίσθηση κι ο θάνατος ένας μονόδρομος στον οποίο µας σπρώχνει η ζωή. Η Ηρώ είναι, απλώς, ένα κορίτσι πέντε ετών όταν ανακαλύπτει πως αυτός ο φαύλος, αέναος κύκλος ζωής και θανάτου, που μπαίνει ανάμεσα σε εκείνη και τη μητέρα της, μπορεί να είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος, κατά βούληση, πως δεν ορίζεται, ούτε και μπορεί κάποιος να ξεφύγει από αυτόν και πως, τελικά, η ζωή είναι εύθραυστη κι εμείς τα κομμάτια στα οποία σπάει.

Βιογραφικό
Ο Χαράλαμπος Ματσαμάκης γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα, όπου ζει έως σήμερα, και εργάζεται στον τομέα της πληροφορικής. Υπήρξε για συναπτά έτη συντάκτης σε πολυάριθμα περιοδικά, εφημερίδες και ιστότοπους, όπως το Unboxholics.com. Το 2018 τιμήθηκε µε βραβείο στον 8ο Διεθνή Διαγωνισμό Διηγήματος, ενώ το 2001 έλαβε τον 3ο έπαινο στον 1ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Δυτικής Αθήνας. Συγγράφει μυθιστορήματα, ποιήματα και διηγήματα, µε τα γνωστότερα εξ αυτών να είναι τα «Αμφιθυμία», που περιέχεται στο συλλογικό έργο «Αποσκευές», και «Οι δώδεκα Ιούδες», που δημοσιεύτηκε στο Λογοτεχνικό Περιοδικό Εννεάδα. Παράλληλα, είναι σχεδιαστής επιτραπέζιων παιχνιδιών, ξύλινων γρίφων λογικής και βιντεοπαιχνιδιών. «Η κατάρα της Οντίν» είναι η πρώτη του νουβέλα.