Η Μαρία Πρινάρη-Καρκαβατσάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης και ζει στην Αθήνα. Εργάστηκε στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και τώρα είναι συνταξιούχος. Μετά τη συνταξιοδότησή της, αξιοποιεί τον χρόνο της και την ενέργειά της στη συγγραφή, όπως πάντα ονειρευόταν. 
 Το 2015 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Η αγάπη ποτέ δεν έσβησε», το 2017  κυκλοφόρησε το «Πουλί θα κάμω τη χαρά» και ακολούθησε το 2019 το τρίτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Αντέτι». 
 Φέτος και από τις Εκδόσεις ΑΓΓΕΛΑΚΗ κυκλοφόρησε το νέο της έργο με τίτλο «ΛΑΧΕΣΙΣ», γεγονός που στάθηκε η αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί και που πρόθυμα μας παραχώρησε η συγγραφέας. 

1. Πώς εμπνευστήκατε την ιστορία του έργου σας και τι μεσολάβησε από τη σύλληψη της ιδέας έως την έκδοσή του από τις Εκδόσεις Αγγελάκη;
Πηγή έμπνευσης ήταν η μάνα μου, η ιδιαίτερη κατάσταση που βρισκόταν και οι διηγήσεις της παλιών ιστοριών. Μια παλιά ιστορία που μου διηγήθηκε στάθηκε η αφορμή να γίνει η αρχή. Αφορούσε μια ηρωίδα που δεν έγινε η κεντρική.
Τώρα τι μεσολάβησε από την έμπνευση ως την έκδοση… Περίπου τρία χρόνια και πολλά γεγονότα στην καθημερινότητα και στην επικαιρότητα που με έκαναν πολλές φορές να αναρωτηθώ αν η ζωή αντιγράφει τη λογοτεχνία.

2. Ποια τα συναισθήματά σας κατά τη διάρκεια της συγγραφής του αλλά και τώρα, που το βλέπετε τυπωμένο να κοσμεί τις προθήκες των βιβλιοπωλείων;
Στη διάρκεια της συγγραφής τα συναισθήματα ήταν πολλά, διάφορα και διαφορετικά, ανάλογα με το τι έγραφα. Άλλοτε όμορφα κι άλλοτε ψυχοφθόρα. Τώρα που το βιβλίο πια βρίσκεται στα χέρια των αναγνωστών, αισθάνομαι μια πληρότητα και φυσικά χαρά αλλά και δικαίωση, όταν δέχομαι θετικά σχόλια και κριτικές.

3. Η Λάχεσις, μια από τις τρεις μοίρες της ελληνικής μυθολογίας, είναι εκείνη που ορίζει τι θα «λάχει» στον κάθε άνθρωπο κατά τη διάρκεια της ζωής του, είναι το πεπρωμένο του. Λάχεσις και ο τίτλος του έργου σας. Πιστεύετε πως ό,τι μας συμβαίνει είναι τελικά γραμμένο από τη μοίρα, είναι το πεπρωμένο μας, ή είναι το αποτέλεσμα των επιλογών και των πράξεών μας; Είναι το Πεπρωμένο φυγείν αδύνατον;
Συνήθιζα να λέω και πριν γράψω αυτό το βιβλίο αλλά πολύ περισσότερο τώρα, πως σ’ένα μεγάλο βαθμό τη μοίρα μας την ορίζουμε μόνοι μας. Όχι απόλυτα, όχι πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές, ό,τι μας συμβαίνει είναι αποτέλεσμα επιλογών, αποφάσεων και εν τέλει πράξεων. Λάχεσις είναι οι δυνατότητες που τυχαίνουν στη ζωή και που εμείς πρέπει να επιλέξουμε να κάνουμε αυτό ή το άλλο. Η ατομική μας προσπάθεια αποτελεί τον μεγαλύτερο ρυθμιστή της μοίρας μας.

4. Πώς ξεκίνησε να σχηματίζεται στο μυαλό σας η ιδέα αυτού του βιβλίου και τι σκεφτήκατε πρώτα, τους ήρωες, ενδεχομένως την Άννα ή ακόμα και τον μοναχό Αγαθάγγελο, ή την πλοκή;
Η αλήθεια είναι ότι σ’ αυτό το βιβλίο δεν είχα την ιστορία ολοκληρωμένη στο μυαλό μου όταν ξεκίνησα να γράφω. Σχηματίστηκαν απλά εικόνες μόνο από μια ηρωίδα που δεν ήταν η κεντρική, τη γιαγιά Αγγέλα. Αμέσως μετά τη γιαγιά Αγγέλα, δημιουργήθηκε η Άννα, η κεντρική ηρωίδα. Ο μοναχός Αγαθάγγελος ήταν ένας χαρακτήρας που ήθελα οπωσδήποτε να “ζήσει” σ’ αυτή την ιστορία γιατί κάποτε είχα συναντήσει έναν τέτοιο μοναχό στο μοναστήρι στον Φενεό και είχα εντυπωσιαστεί. Ο μοναχός Αγαθάγγελος έδωσε άλλες διαστάσεις στην ιστορία, έγινε πολλές φορές ο “από μηχανής Θεός”. Την πλοκή την σκέφτηκα βέβαια από την αρχή αλλά χρειάστηκε μερικές φορές να την τροποποιήσω γιατί ξέρετε, δεν “συμφωνούν” πάντα οι ήρωες με τις αποφάσεις του συγγραφέα.

5. Κεντρική ηρωίδα σας η Άννα – Είναι μια γυναίκα που αναγκάζεται να εγκαταλείψει τους στόχους και τα όνειρά της που μετατρέπονται σε εφιάλτες και τη στοιχειώνουν – καταφέρνει τελικά να λυτρωθεί και τι συντελεί σε αυτό;
Συμβαίνει όταν εγκαταλείπει κανείς τα όνειρα του, αυτά να επιστρέφουν σαν εφιάλτες… Η Άννα όμως σε κάποια στιγμή στη διάρκεια της ιστορίας μας, είπε ότι δεν πρέπει να επιτρέπουμε στα όνειρα μας να γίνονται η φυλακή μας, αλλά αν χρειαστεί να τα αφήσουμε στην άκρη. Κάπου εκεί ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο μπερδεύτηκε, χάθηκε, έπεσε. Όταν πέφτουμε όμως, στόχος μας πρέπει να είναι να σηκωθούμε ξανά και η Άννα αυτό έκανε, παρά τα λάθη που είχε κάνει. Της απλώθηκε ένα χέρι κι αυτή το κράτησε και σηκώθηκε όρθια ξανά.

6. Ορεινή Κορινθία, Φενεός, Λίμνη Δόξα και Μοναστήρι Αγ. Γεωργίου. Τυχαία η επιλογή του τόπου που διαδραματίζεται το έργο ή υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος;
Όταν διαβάζουμε ή όταν γράφουμε μια ιστορία, με έναν μαγικό τρόπο δημιουργούνται μέσα στο μυαλό μας οι μορφές των ηρώων και οι τόποι που διαδραματίζεται. Έτσι λοιπόν όταν ξεκίνησα να γράφω αυτή την ιστορία, χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στον Φενεό. Είναι ένα πανέμορφο μέρος που έχω επισκεφτεί πολλές φορές. Αφού η φαντασία μου επέλεξε να τοποθετήσει εκεί ένα μεγάλο μέρος (όχι ολόκληρη) της ιστορίας, το θεώρησα ιδανικό και την άφησα να εξελιχθεί εκεί!

7. Στο βιβλίο αναδύεται με σαφήνεια το ερώτημα αν καταφέρνουμε τελικά να συγχωρήσουμε. Ένα υπαρξιακό ερώτημα που συμμερίζεται πολύς κόσμος. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία είναι ο καλύτερος τρόπος για να μιλήσει κανείς για υπαρξιακά θέματα και να θέσει φιλοσοφικούς προβληματισμούς;
Πράγματι, δύσκολο θέμα η συγχώρεση, θέλει δύναμη και γενναιότητα που δεν έχουμε πάντα. Λέμε συγχωρούμε αλλά δεν ξεχνάμε. Είναι άραγε αυτό συγχώρεση;
Η λογοτεχνία δεν ξέρω αν είναι ο καλύτερος, πάντως θεωρώ ότι είναι ένας καλός τρόπος για να αναδείξουμε μέσα από ιστορίες υπαρξιακά θέματα και να προβληματιστούμε.

8. Ποια ήταν η πιο δύσκολη συγγραφικά σκηνή του μυθιστορήματος σας και ποια συναισθήματα σας δημιούργησε κατά τη διάρκεια της συγγραφής της;
Δεν ήταν μία μόνο… Ήταν τρεις τουλάχιστον σκηνές πολύ δύσκολες, σκληρές και έξω από τον χαρακτήρα μου και τα βιώματα μου που όμως, τώρα δεν μπορώ να σας τις περιγράψω γιατί θα προδώσω μεγάλο και σημαντικό μέρος της ιστορίας και δεν είναι δίκαιο για τους αναγνώστες που θα το διαβάσουν. Τα συναισθήματα που μου δημιουργήθηκαν θα τα χαρακτηρίσω επιεικώς βαριά. Στην κυριολεξία υπέφερα όταν έγραφα σκηνές με βία ή κακοποίηση. Δεν είχα τέτοια βιωματική εμπειρία και όμως έπρεπε να μπω στη θέση του ήρωα, να τα “βιώσω” για να τα περιγράψω.

9. Τι θα θέλατε εσείς να κρατήσουν οι αναγνώστες από το ταξίδι τους με την Λάχεση, ιδιαίτερα όταν κάποιοι βιώνουν και στην πραγματική ζωή τους μια κακοποιητική σχέση;
Θα ήθελα να κρατήσουν τα λόγια της γιαγιάς Αγγέλας. “Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να σε βασανίζει και να μην το επιτρέψεις ποτέ σε κανέναν, αλλά ούτε εσύ έχεις το δικαίωμα να τιμωρείς”.

10. Εξακολουθείτε να σκέφτεστε την τύχη των ηρώων σας όταν έχει ολοκληρωθεί η έκδοση ενός βιβλίου σας;
Ναι! Οι ήρωες των βιβλίων μου δεν φεύγουν ποτέ από τη ζωή μου. Αυτός είναι και ο λόγος που τρεις ήρωες από το προηγούμενο βιβλίο μου το “Αντέτι”, ήρθαν και μπήκαν και σ’αυτό το βιβλίο. Συχνά σκεφτόμουν τι να έχουν απογίνει, ώσπου ήρθαν και… “μας είπαν τα νέα τους!”
11. Κλείνοντας, αφού σας ευχαριστήσουμε, θα θέλατε να μας μιλήσετε για τα μελλοντικά συγγραφικά σας βήματα;
Κι εγώ σάς ευχαριστώ θερμά! Το επόμενο συγγραφικό μου βήμα δεν το έχω κάνει ακόμα. Τα βήματα μου συνήθως είναι αργά και θέλω να ελπίζω σταθερά.

Το βιβλίο στις Εκδόσεις Αγγελάκη
https://angelakis.gr/laxesis

“Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά, αν υπάρχει κάποιος λόγος που γίνονται όλα…”
Ορεινή Κορινθία – Φενεός, λίμνη Δόξα, μοναστήρι Αγίου Γεωργίου
Η Άννα ζει μια ευτυχισμένη ζωή και κάνει όνειρα για το μέλλον. Κάποια μέρα, αποχαιρετά τον επίγειο παράδεισο της εφηβείας της κι ανοίγει τα φτερά της, για να πετάξει μακριά και να κατακτήσει τη ζωή. Παίρνει μαζί της σαν κληρονομιά, ένα μεγάλο μυστικό και τα σοφά λόγια της προγιαγιάς της, αποφασισμένη να τα κρατήσει φυλαχτό.
Η ζωή, όμως, είναι μια μεγάλη ανατροπή κι αυτό η Άννα δεν το είχε υπολογίσει. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει τους στόχους και τα όνειρά της που μετατρέπονται σε εφιάλτες και τη στοιχειώνουν.
Αδιέξοδο η ζωή της, ο γάμος της κόλαση. Ο άντρας της, ένας χειριστικός, βίαιος κι επικίνδυνος άνθρωπος, γίνεται τροχοπέδη στα σχέδιά της, εξουσιαστής και δυνάστης της. Άκαρπη η προσπάθειά της να ξεγελάσει τον εαυτό της, πως όλα μπορούν ν’ αλλάξουν… και το μεγαλύτερο ψέμα, η αλήθεια της, γίνεται ιστός που την τυλίγει.
Ένας μοναχός και ένας γιατρός στέκονται δίπλα της και συντρέχουν τον αγώνα της να ελευθερωθεί και να λυτρωθεί. Δυστυχώς, οι ευκαιρίες της ζωής δεν είναι ατελείωτες και ποτέ δεν ξέρουμε ποια είναι η τελευταία.
“Η συγχώρεση θέλει δύναμη, τόλμη και γενναιότητα που ο άνθρωπος δεν έχει πάντα. Ξεχνώντας πώς είναι ν’ αγαπάς και να συγχωρείς, έχοντας ως σκοπό μόνο την εκδίκηση, ίσως ζεις μικρές στιγμές ευτυχίας, που τελικά πληρώνεις υπερτιμημένες”