σελ.110-Γράφει: Ο Κώστας Τραχανάς

Έχει το όρος φωνή; Κλαίει ο βράχος; Πονά η πέτρα; Μετακινούνται οι πέτρες; Γράφουν τα πουλιά κείμενα στις πέτρες; Γίνονται οι πεθαμένοι λόφοι, λίμνες και δέντρα; Γίνεται χορός στα ποτήρια;
Όλα μπορούν να συμβούν σε αυτόν τον κόσμο με την αρχαία λύρα, το ηπειρώτικο κλαρίνο, το ηπειρώτικο τραγούδι-μοιρολόϊ, τον ηπειρώτικο χορό…
«…Ο Αμφίωνας ο μουσικός με το παίξιμο της λύρας του μετακινούσε πέτρες…. Λέγεται πώς, με αυτόν τον τρόπο, οι σπουδαίοι τειχοποιοί, τα αδέλφια Ζήθος και Αμφίων, παιδιά της Αντιόπης , έφτιαξαν τα τείχη των Θηβών. Μόνες τους οι πέτρες έπαιρναν τη σωστή θέση, όταν άκουγαν τον ήχο της λύρας από τα μαγικά χέρια του λυράρη Αμφίωνα….».

«….Ο Ορφέας στον Άδη κρούει την λύρα και τραγουδά, ακούν οι ψυχές και κλαίνε, κι όλα μένουν άφωνα, άπρακτα σαν μαγεμένα: ο Τάνταλος δεν κυνηγάει το τρεχούμενο νερό, και του Ιξίονος ο τροχός σταμάτησε, οι γύπες δεν τρώνε το σηκώτι του Τιτυού, οι Δαναίδες άφησαν το τρύπιο τους πιθάρι κι ο Σίσσυφος σταμάτησε τον βράχο και κάθισε επάνω του να ξαποστάσει.
Η μαγική μουσική επιδρά στο γεγονός της αιώνιας και ακατάπαυστης τιμωρίας, την σταματά, κι οι τιμωρημένοι αναπαύονται για λίγο. Θαυμάσιες στιγμές ανακωχής των πάντων!»

«…Το νερό της Στυγός στην Αρκαδία ήταν θανατηφόρο, αλλά στην Κύναιθα της Αρκαδίας είναι ευλογημένο νερό της πηγής Αλύσσου και αντισταθμίζει το νερό της Στυγός.
Οι αντιθέσεις των πηγών της μνήμης και της λήθης, του θανάτου και της ιάσεως, του μνήμονος και επιλήσμονος ποταμού υπενθυμίζουν την περίφημη ρήση του Ηράκλειτου πώς από τις αντιθέσεις πηγάζει η αρμονία…»
Η Τέχνη είναι που παρηγορεί, η τέχνη είναι που μας συμφιλιώνει με το πεπρωμένο μας αλλά και με το θάνατο, που ξορκίζει τους φόβους του θανάτου.
Καμιά φορά όμως τους νεκρούς τους χρειαζόμαστε.
Καμιά φορά ακόμα και ο θάνατος μπορεί να είναι χρήσιμος…
Οι πεθαμένοι δεν στοιχειώνουν τόπους, αλλά τη συνείδηση των ζωντανών και δεν βγαίνουν από θρύλους, αλλά από τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Οι νεκροί δεν πάνε στον ουρανό, αλλά έρχονται από κάποια μακρινή άκρη του Ωκεανού.
Το βιβλίο αυτό είναι η ανάδυση μια δύσκολης μνήμης.
Το βιβλίο αυτό γράφτηκε αργά αργά , ήταν το καταφύγιο της πατριώτισσάς μας Γεωργίας Τάτση, το μέρος που επέστρεφε κάθε φορά που ένιωθε καλά, γιατί έτσι είναι τα ευτυχισμένα ταξίδια στη μνήμη.
Στο βιβλίο αυτό ,η συγγραφέας Γεωργία Τάτση, αποκαλύπτει τον ηδονοβλεπτικό εαυτό, που βλέπει τη μέσα μνήμη και τη μέσα σιωπή. Από τον συγγραφικό της εξώστη που κοιτάζει τον κόσμο, η θέα ανοίγει από μέσα της. Δανείζει τα όνειρά της, τα πιστεύω της και τα φαντάσματά της στους ήρωες της. Προσπαθεί να τιθασεύσει τις σκέψεις στο χαρτί και γίνεται αλεξικέραυνο, όπου πέφτουν οι κεραυνοί στο Αστραποκαμμένο….
Το βιβλίο της Γεωργίας Τάτση είναι ένα βιβλίο περιπλάνησης και διαλόγου: με το χρόνο, την μνήμη, τους δικούς της νεκρούς του εμφυλίου, τους νεκρούς και τους βασανισμένους από τη χούντα και τον ίδιο της τον εαυτό.
Το βιβλίο «Χορός στα ποτήρια» είναι οι ιστορίες των νεκρών της.
Η μνήμη, ανακαλεί θύμησες που παραπέμπουν με τη σειρά τους σε άλλες…
Μπορούν να χαθούν οι άνθρωποι στις μνήμες τους…
Μνήμες από τη φθορά του σώματος και της ψυχής. Μια καταβύθιση στα σκοτεινά και δυσερμήνευτα του Θανάτου. Τα όρια μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας είναι ρευστά…
Υπάρχουν στη γη χαραγμένες γραμμές, λεπτές γραμμές, αόρατες για τα μάτια νεκρών και ζωντανών, όπου συναντιούνται και επικοινωνούν οι ζωντανοί με τους πεθαμένους…
Όλα μέσα στο βιβλίο εγκλωβίζονται στα όρια του θανάτου. Όχι μόνο δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος, αλλά ο θάνατος, όντας αναγκαία προϋπόθεση της ανάμνησης, είναι το μοναδικό πεδίο, όπου οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν ο ένας τον άλλο και να ακουστούν.
Ο θάνατος ταυτίζεται με το λόγο.
Τα πρόσωπα του βιβλίου έχουν λόγο, ακριβώς γιατί είναι νεκρά.
Η συγγραφέας Γεωργία Τάτση μπολιάζει πρόσφορα τον πεζό λόγο με το ρυθμό και τη μουσικότητα της δημώδους ποίησης και στην αφήγησή της δανείζεται τη ζωντανή ηπειρώτικη γλώσσα.
Γλώσσα λιτή και πυκνή, που ξέρει να σωπαίνει εκεί που το σώμα μιλά.
Η συγγραφέας συνομιλεί με τους ήρωες των βιβλίων της, αυτά τα πλάσματα της συγγραφικής έμπνευσης.


Τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου (ο Αλέξανδρος, ο Τάσος, η θεία Αντριάνα, ο θείος Νίκος, ο Δημήτρης, η Ελένη, η Σεσίλια, η Κιμ κ.α.) αποτελούν την πρώτη ύλη για τους ήρωες και τις ηρωίδες του έργου της Γεωργίας Τάτση, με μόνιμο σκηνικό το αγαπημένο της χωριό το Κλειστό Άρτας και την πόλη της Άρτας της δεκαετίας του΄50.
Και η διαδρομή της πορείας των δύο κεντρικών φανταστικών προσώπων διανύει τον ίδιο χρόνο και τόπο όπου κινούνται τα πραγματικά πρόσωπα και συμμετέχουν στα ίδια πολιτικά-κοινωνικά γεγονότα που συμβαίνουν στην Ελλάδα από την δεκαετία του΄40 μέχρι την δεκαετία του ΄70.
Στη Νουβέλα «Χορός στα ποτήρια» πρωταγωνιστούν επίσης ο Χορός, το Ηπειρώτικο Τραγούδι και ο Θάνατος.
Όμως οι πραγματικοί, κεντρικοί ήρωες της συγγραφέως, δεν είναι μόνο οι παραπάνω, αλλά είναι και ο γενέθλιος τόπος της, το Κλειστό, η Άρτα, η Ηπειρωτική μάνα-γη, ο ποταμός Άραχθος (το σύνορο της αδελφοσφαγής) τα γλέντια τα ηπειρώτικα, τα παυσίπονα τραγούδια, το κέφι, το μεράκι, ο ρυθμός του κλαρίνου, ο ήχος του κλαρίνου, το σπάραγμα του κλαρίνου, το κλαρίνο στο αυτί, το βιολί, το ντέφι, το νταούλι, το τουμπελέκι, η παραγγελιά, η σιωπή, ο κλαυθμός, η λεβεντιά, η αλήθεια, η χορωδία των νεκρών, ο χρησμός των νεκρών, ο χορός του θανάτου, οι χορευτικές φιγούρες του αετού, το πόδι που πατάει στο ποτήρι, τα αναποδογυρισμένα ποτήρια του κρασιού στο χώμα, ο πάνω και ο κάτω κόσμος, ο πρώτος χορευτής που όχι μόνο ηγείται του χορού αλλά ορίζει και το ρυθμό και τα βήματα, ο νταουλιτζής που περπατά μαζί με τον πρώτο χορευτή, τα βήματα του αέρινου χορευτή, ο μερακλωμένος χορευτής των λεβέντικων χορών με το μουσκεμένο πουκάμισο, τα κλειστά μάτια και το γερμένο πίσω κεφάλι, το σκύψιμο του χορευτή μέχρι το χώμα, τα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα, οι ζαγορίσιοι και πωγωνίσιοι χοροί, τα ηπειρώτικα τραγούδια: τα «Κλάματα», η « Δεροπολίτισσα» και η «Παπαδιά», τα σαλιομένα χαρτονομίσματα στο μέτωπο του κλαριντζή, η μικροιστορία, η μεγαιστορία, η ιστορία που γράφεται από τους νικητές, η αληθινή ιστορία των ανθρώπων, ο επιθανάτιος ρόγχος, οι νεκροί που μιλάνε, η λύπη της απώλειας, το μοιρολόι, η κουβέντα με τους πεθαμένους, η θέα που ανοίγει από μέσα μας, ο ακατάληπτος θρήνος, ο φόβος του θανάτου, ο φόβος να παραμείνει κανείς ζωντανός, οι Ερινύες, ο χορός μεταμφιεσμένων, οι τραγουδίστριες της όπερας, τα ανοιχτά μάτια του λαγού στιφάδο –τα μάτια του φοιτητή Ράμμου, ο λιανισμένος φοιτητής στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας, τα ανοιχτά μάτια του λαγού στιφάδο-τα μάτια του Αλέξανδρου πριν ξεψυχήσει, ο λαγός που βλέπει τον θάνατό του, η φασολάδα της αμερικανικής βοήθειας, το πρωινό συσσίτιο, η γάλα σκόνη που δεν το έπινε κανείς, τα δέματα της UNRRA, οι σκοτωμένοι που έγιναν κοράκια, τα μαυροπούλια που έγραψαν στην πέτρα το ξεθωριασμένο σύνθημα «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ», τα κοράκια που έφαγαν τα καρπούζια στο μποστάνι, το «αίσιμον ήμαρ» η μοιραία ημέρα του Δεκαπενταύγουστου, η οχιά η κουλουριασμένη, ο τρόμος της θηλειάς και ο παιδικός πόνος του ζωστήρα, τα τσαμπιά της ζαμπέλας, ο ίσκιος της κληματαριάς, ο αεροβαπτισμένος, η ψυχή του αυτόχειρα που φτερουγίζει, ο κίτρινος θάνατος, ο κόκκινος θάνατος, οι ασκήσεις μνήμης, ο τζούφιος και άσφαιρος ασφαλίτης, το εργοστάσιο του Φιξ, τα επιβλητικά Τζουμέρκα, η γέφυρα Καλογήρου, το ιστορικό γεφύρι της Άρτας, η ξυπόλητη πορεία, το ξυπόλυτο τάγμα των παιδιών του Κλειστού, η βρώμα στα σφαγεία, οι εκδοροσφαγείς της Άρτας, το γκαράζ του Καρατζένη, ο αλευρόμυλος του Γεωργάκη, η συνοικία της Άρτας τα «Ραμέϊκα», το χάνι της Φλώραινας, ο καρνάβαλος του Ράκια, τα ζουμερά πορτοκάλια από το Γλυκόρριζο, η κλημεντίνη μανταρινιά, οι Αρτινιές στο νυφοπάζαρο της οδό Σκουφά, η πνιγμένη στον Άραχθο, το μπουρδέλο στα σφαγεία, ο «Γόρης» με τον καυτερό πατσιά και τα λαϊκά του Καζαντζίδη και της Γιώτα Λύδια, η Πλατεία Κιλκίς, η Παρηγορήτισσα , η Άνω Πέτρα και το Κλειστό, το Πέτα, τα γελαστά μάτια των παιδιών, η αστραποκαμμένη μάνα, το Πρώτο Γυμνάσιο Αρρένων Άρτης, τα κοκοράκια στο καλάμι και τα καραμελωμένα μήλα της χοντρής Κυριάκω, το γάλα της συκιάς, το νερατζολέμονο, η ποτοποιεία Ψαθά, ο σφαγμένος κόκορας, οι κοριοί στα ξύλινα κρεβάτια, τα ξινά και τα ομφαλοφόρα του αρτινού κάμπου, οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες, η ερημιά στα ξένα χέρια, το βλέμμα των άλλων, η αποδημία, η εσωτερική και εξωτερική εξορία, η μετανάστευση, οι μάσκες και οι μαύρες κάπες, ο χορός των μεταμφιεσμένων, το παραμύθι της Φακοδομύτας, ο πυροβολισμός που άλλαξε την ιστορία της Σουηδίας, οι παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, τα δάκρυα της βασίλισσας, οι βιασμένες ψυχές των παιδιών της παιδούπολης Ζηρού, η Κοιμωμένη του Ζαλόγγου, ο θάνατος που δεν φόβιζε παλιά, η Άνοιξη που δεν έφτανε στις ψυχές των ανθρώπων, οι ηττημένοι του εμφυλίου που αναζητούσαν το βλέμμα των άλλων στις ξένες χώρες, η εποχή της δικτατορίας που ήσουν ξένος ανάμεσα σε ξένους, τα παράλυτα πόδια από τα βασανιστήρια, τα λησμονημένα πρόσωπα, τα χρόνια που ήμασταν όλοι μετανάστες, το φονικό δια ασήμαντον αφορμή, η γλύκα των μικρών πραγμάτων, ο θεός των μικρών πραγμάτων, το μπλε του κοβαλτίου, οι στυλίτες έρωτες, η ζωή και ο θάνατος, η προδοσία των Μελισσουργιωτών, ο θάνατος του παλικαριού το 1946, ο σκοτωμένος θείος, το κομμένο κεφάλι του πανέμορφου Νίκου Μπαλαδήμα, η γενική πρόβα θανάτου, το μίσος, η εκδίκηση, η αιτία του θανάτου που έχει μεγαλύτερη σημασία από τον ίδιο τον θάνατο, η ανάγκη να κρατήσουμε τους νεκρούς στη ζωή, η αντιστροφή του χρόνου, το βιβλίο βυζαντινής μουσικής του θείου Νίκου, οι πεθαμένοι που κοιμούνται και γίνονται λόφοι, βουνά, λίμνες και δέντρα, το μαύρο ύφασμα στον καθρέφτη, το μαύρο περιβραχιόνιο στο μανίκι, οι στεγνωμένες από τον θάνατο γυναίκες του Κλειστού, ο χορός των μαυροφόρων γυναικών, που σαν χορός αρχαίας τραγωδίας έφερναν στο νεκρό: μήλο, ρόδι , κυδώνι και χαιρετίσματα στο δικό τους νεκρό, το βασανιστικό ώχουουου, τα κοφίνια που δεν βάζανε μόνο πορτοκάλια αλλά και νεκρούς, το οδυνηρό «μετά» της πράξεως, ο μετανάστης και ο βασανιστής, οι γοερές κραυγές της αδελφής, που ντύθηκε νύφη σε γάμους φθινοπωρινούς, η κατάρα τη αδελφής: «φονιά… φονιά, να μην λιώσεις… να μην σου βγει η ψυχή φονιά… », οι φτηνές δικαιολογίες του θρασύδειλου Αρτινού βασανιστή της χούντας: «εγώ τη δουλειά μου έκανα, αστυνομικός ήμουν, δεν φταίω εγώ», η προτροπή: «μη ρίπτεται… τους μαργαρίτας… εις τους χοίρους», η πτήση και η πτώση, η άνοδος και η κάθοδος, ο πάνω κόσμος και η κάθοδος στον Άδη, το ένα πόδι που πατούσε γερά στη γη και το άλλο που ζυγιζόταν στον αέρα, το άλογο και ο αναβάτης, το πέταγμα στον ουρανό του Βελλερεφόντη, στη ράχη του φτερωτού του αλόγου, τον Πήγασο και το γκρέμισμα του τολμηρού καβαλάρη στην πεδιάδα Αλήιον της Μικρασίας, στην «πεδιάδα του περιπλανώμενου», για την τόλμη του και την ύβρη του να αμφισβητήσει τους θεούς, η ύβρις που επισύρει την τιμωρία, οι ασεβείς που πλήττονται κι αυτό λέγεται δικαιοσύνη, η ψυχή του χορευτή, που στεκόταν στον αέρα σαν κολιμπρί το παλλόμενο χρώμα της ψυχής, η «Παπαδιά» στα ποτήρια, η μικροιστορία του Μπαλαδήμα που κρεμάστηκε στον τοίχο, ο θάνατος του παλικαριού, που ήταν ο κόπρος που τρέφει τα μεγάλα γεγονότα στο σώμα της ιστορίας, το παρελθόν που επιστρέφει , το παρελθόν που είναι πάντα εδώ το χιλιοβασανισμένο Κλειστό Άρτας, που γεννάει παλικάρια για κάθε λογής αγώνες, η μπάντα της θείας Αντριάνας, το κιτρολέμονο, η νερατζόφλουδα και το κρύο καρυδάκι της θείας Αντριάνας, η Αντριάνα η μάνα –ηρωίδα, η Αντριάνα η αντάρτισσα, η θεία Αντριάνα που ήξερε να διαβάζει το βλέμμα των ζώων και των ανθρώπων, η Μάνα-Κουράγιο Αντριάνα , που ήξερε ότι από μάνα ορφανεύουν τα παιδιά του κόσμου, η πίκρα στο χαμόγελο της θείας Αντριάνας Μπαλαδήμα, η Αγέλαστη πέτρα Αντριάνα Ράμμου, η Μάνα-Γη Αντριάνα που αγαπούσε υπερβολικά τα παιδιά της, τον Τάκη, τον Γιάννη, την Λαμπρινή, τα εγγόνια της και όλο της το σόι, τα αιώνια θλιμμένα μάτια της κυρά-Αντριάνας Μπαλαδήμα -Ράμμου (δεν θα τα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου) για τον αδικοχαμένο αδελφό της , την λησμονημένη επανάσταση που χάθηκε, το όραμα που έμεινε λειψό, την προσδοκία για ένα δίκαιο κόσμο…

«…Ο ρυθμός του κλαρίνου εναρμονίζεται γρήγορα με την κίνηση του φωτογραφημένου ποδιού στον τοίχο. Τρέχει το μάτι της με το ρυθμό, από φωτογραφία σε φωτογραφία. Στο γύρισμα της μουσικής, το πόδι πατάει στο ποτήρι, στην επόμενη πόζα το σώμα κατεβαίνει αργά-Τρίτη-στηρίζεται στις φτέρνες-Τετάρτη-όλο το σώμα σε στροβιλισμό…»

Οι Ηπειρώτες έζησαν και μεγαλούργησαν στο μακροχρόνιο περπάτημα τους πάνω σε αυτή τη γη γιατί τραγούδησαν. Αγάπησαν το χώμα, που πατούσαν και τη φύση που την αγκάλιαζε και τραγουδούσαν. Χαιρόταν τη ζωή και τη νιότη, ευφραίνονταν από τις χαρές και τους πόθους και τραγουδούσαν και χόρευαν.
Απέραντες πράσινες χιλιοτραγουδισμένες οροσειρές και φαράγγια, με μοναχικές πινελιές γαλάζιου από τον ουρανό και τα ποτάμια της Ηπείρου. Μικρά χωριά, που τα περισσότερα γλίτωσαν από τους πολέμους αλλά ερήμωσαν από τη μετανάστευση, σχολεία έκλεισαν, γειτονιές ολόκληρες σιώπησαν, φάρες σκόρπισαν στα πέρατα της γης. Έβραζαν τα σπλάχνα του Ηπειρώτικου λαού από πόνους, λύπες, θυμό, μίσος, συμφορές, αγωνίες και θρηνολογούσε τραγουδώντας και χορεύοντας. Τραγουδούσε για να παρηγοριέται και να παρηγορεί, για να χαίρεται και να χαροποιεί, για να ανακουφίζεται και να ανακουφίζει, απάλυνε τους πόνους ξεθύμαινε και χάιδευε τους καημούς του.
Τα ηπειρώτικα τραγούδια είναι αργά και παραπονιάρικα και άλλα πιο γρήγορα και χαρούμενα, ευφραίνουν την καρδιά σου, ματώνουν τα σωθικά σου, σε κάνουν να πονάς και την ίδια ώρα να χαίρεσαι. Είναι τραγούδια σαν μοιρολόι, αργόσυρτο και σισυφικό…

Η Γεωργία Τάτση πέτυχε το ακατόρθωτο. Να διαβάζεις και:
….να ακούς μέσα από τις σελίδες του βιβλίου δημοτική μουσική και τραγούδια,
….να βλέπεις την ταινία Underground που σκηνοθέτησε ο Εμίρ Κουστορίτσα και να ακούς τη μουσική του Μπρέγκοβιτς,
….να απολαμβάνεις τον χορό στα ποτήρια του Σπύρου Νεραϊδιώτη.
Το βιβλίο αυτό εκφράζει την απόλυτη ώσμωση μεταξύ της μουσικής, των ηπειρώτικων τραγουδιών – χορών και του γραπτού λόγου.
Ο Γεωργία Τάτση μας σοκάρει, μας κτυπά κλωτσιά στο στομάχι. Μια πολύ σκληρή ιστορία, μια ακριβής, ειλικρινής και διεισδυτική εξιστόρηση προσωπικής φρίκης και θρήνου. Μια ελεγεία στα θύματα του εμφυλίου και της δικτατορίας. Ένα βιβλίο για γερά νεύρα.
Ένα από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων ετών.
Ένα βιβλίο ύμνος στη Γραφή και την Τέχνη. Ένα βιβλίο που δείχνει τη συγγραφική ωριμότητα της Γεωργίας Τάτση.
Ένα εξαιρετικό ποιητικό αριστούργημα, που πρέπει να διαβαστεί από όλους τους Άρτινούς.

Η Γεωργία Τάτση γεννήθηκε το 1952 στο Κλειστό Άρτας. Από το 1965 ζει στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία στη Σχολή Κινηματογράφου – Τηλεόρασης Ευγενίας Χατζίκου και εργάστηκε στην ΕΡΤ από το 1976 έως το 2003.
Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στους συλλογικούς τόμους Υπό σκιάν (Εκδόσεις των Συναδέλφων 2014, σε συνεργασία με την Εφημερίδα των Συντακτών) και HOTEL – Ένοικοι γραφής – Είμαστε όλοι μετανάστες (εκδόσεις Πατάκη 2007), καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά Ο Αναγνώστης, Χάρτης και Culture Book.
Έχει εκδώσει τη νουβέλα Πίσω από τον ήχο του νερού (εκδόσεις Βακχικόν 2022), το μυθιστόρημα Γάμπαρη Αμβρακικού (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2019) και τo Χορός στα ποτήρια (πρώτη κυκλοφορία από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013), που συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας, στην κατηγορία Διήγημα-Νουβέλα.