Συγγραφέας του βιβλίου Μάμουσα – Η φωνή της σιωπής – Εκδόσεις ΕΞΗ

Από τη συνομιλία μου με τον συνάδελφο δημοσιογράφο Βασίλη Κασσάρα για το Vivlio-life και μέσα από την ιστορία της μικροκαμωμένης αλλά με λεόντεια δύναμη ηρωίδας του, κρατώ στο μυαλό πολλές ποιητικές λέξεις και προτάσεις, που όμως μέσα τους κρύβουν ένα βαθύτερο νόημα και προβληματισμό. Με το μυθιστόρημά του εξηγεί τον λόγο που «η συγχώρεση είναι η μεγαλύτερη μορφή αγάπης», μας μιλά για τη θέση της γυναίκας του τότε, που προτιμούσε τη σιωπή και την φυγή, αντίθετα με τη γυναίκα του σήμερα που έχει πολλά όπλα στα χέρια της απέναντι στην κακοποίηση «τη δύναμη φτάνει να βρει μόνο για να τα χρησιμοποιήσει». «Μη φοβάσαι! Ύψωσε φωνή και δικαιώσου!», μας συμβουλεύει επειδή στη «Φωνή της σιωπής», η γυναίκα «δεν είχε φωνή, δεν είχε κι ελπίδα». «Σα μοιράζεσαι τη ζωή σου μ’ εκείνους που αγαπάς, μοιράζεσαι και όλα τα βάρη σου, ακόμα και αν δεν τα εξομολογείσαι! Στης αγάπης το μοίρασμα όλα τ’ άσχημα μικραίνουν, συρρικνώνονται, χάνονται…Φάρμακο, η αγάπη!»

  • Με την ιστορία σας μας μεταφέρετε σε μια χρονική περίοδο δύσκολη και σ’ έναν νησιωτικό τόπο υπέροχο. Στις δεκαετίες΄50 και ’60 στα Κύθηρα. Δύσκολα χρόνια! Η Ελλάδα προσπαθεί να κλείσει τις πληγές της από έναν εθνικό διχασμό, έναν πόλεμο αλλά και έναν εμφύλιο που μόλις τελείωσε. Πώς είναι η ζωή στο νησί και ποιο είναι το βασικό πρόβλημα των κατοίκων του;
    Το νησί αυτό αδειάζει εκείνη την εποχή! Γεμίζει φτώχια και αδειάζει από ελπίδα. Αδειάζει από τους νέους σε ηλικία κατοίκους του, οι οποίοι καταφεύγουν στη μετανάστευση προκειμένου να βρουν μία καλύτερη τύχη. Φαινόμενο που απασχόλησε και όλη την ελληνική επικράτεια άλλωστε εκείνο τον καιρό αλλά και σύγχρονα -ας μη γελιόμαστε!
    Στους πλείστους οικισμούς του νησιού -όσοι δεν ερημώνονται εντελώς, μένουν πλέον μόνον αυτοί που δεν τόλμησαν αλλά και όσοι είναι πολύ μεγάλοι στην ηλικία. Οι γέροντες, που δεν μπορούν να απαρνηθούν τον τόπο τους και που δεν έχουν περιθώρια για να δουν την ζωή τους από την αρχή.
    Επειδή όμως ο Έλληνας όπου και να πάει προκόβει, οι μετανάστες τούτοι δουλεύοντας στο εξωτερικό και αγαπώντας το νησί τους, δεν θα το ξεχάσουν αλλά θα συνεχίσουν να στηρίζουν οικονομικά και ηθικά τους δικούς τους ανθρώπους πίσω, στο Τσιρίγο.
    Οι δεσμοί τους με τον τόπο που γεννήθηκαν δεν θα σπάσουν ποτέ.
  • Και τα Κύθηρα, το νησί της Μάμουσας, ο τόπος που εκτυλίσσεται η συγκλονιστική σας πλοκή; Τι σας συνδέει μ’ αυτό το υπέροχο νησί εκεί στα νότια της Πελοποννήσου;
    Το νησί αυτό μου μιλάει, και ίσως με πείτε τρελό, αλλά θα σας εξηγήσω.
    Χρόνια πολλά πριν -το 2005- έψαχνα να αγοράσω σπίτι στην Αθήνα. Όλη μου την ζωή στο νοίκι… θεωρούσα ότι ήταν πια η ώρα να εγκαταλείψω αυτή την περίεργη νομάδικη ζωή που επιβάλλουν τα ενοικιοστάσια και να αγοράσω κάτι δικό μου. Εκείνο το καλοκαίρι δε, είχα αποφασίσει να κάνω διακοπές στα Κύθηρα!
    Σεπτέμβρης ήταν και το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο των Κυθήρων, κατέβηκα την σκάλα και στο πρώτο πάτημα των ποδιών μου στο Τσιριγώτικο έδαφος, μέσα μου άκουσα μια φωνή: «Επιτέλους, ήλθες! Σε περίμενα!».
    Αυτό ήταν!
    Εκείνες τις διακοπές μου τις πέρασα, ψάχνοντας να αγοράσω κάτι σε αυτό το νησί, πράγμα που έγινε την ίδια ακριβώς χρονιά.
    Ο έρωτας και η συνομιλία μου μ’ αυτόν τον τρόπο κρατάει άσβεστη όλα αυτά τα χρόνια. Ακόμα μου μιλά κι εύχομαι να μην σταματήσει ποτέ…
  • Βασιλική. «Βάραιναν οι πλάτες της. Ασήκωτες της φαίνονταν και δεν ήταν τα χρόνια της». Από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο σκύβουμε πάνω από την ηρωίδα σας σαν να είναι αδερφή μας, μάνα μας, παιδί μας. Μιλήστε μας για τη Βασιλική σας.
    Η Βασιλική φαντάζει στον αναγνώστη, στην αρχή κυρίως του βιβλίου, ως ένα μικροκαμωμένο κι αδύναμο κορίτσι, ίσως ανυπεράσπιστο κι ευάλωτο, αλλά δεν είναι! Αυτό το διαπιστώνει σταδιακά -και σίγουρα με χαρά- στην πορεία του βιβλίου ο αναγνώστης. Είναι ένα μικροκαμωμένο κορίτσι, αλλά με λεόντεια δύναμη!
    Στις εποχές εκείνες, που η θέση της γυναίκας ήταν ακόμα πολύ υποβαθμισμένη, η Βασιλική σηκώνει το μικρό κοριτσίστικο ανάστημά της και παίρνει τη ζωή στα χέρια της· και πολεμά, διεκδικώντας το δικό της κομμάτι σ’ αυτόν τον κόσμο, την δική της θέση.
    Εναντιώνεται στο νόμο των ανθρώπων παίρνοντας στα χέρια της τον δικαιότερο ίσως νόμο, αυτό τον άγραφο που επιβάλλει η ηθική αλλά και η άσβεστη ελπίδα, πως κάπου υπάρχει καλύτερη ζωή.
  • Και το ασήκωτο βάρος που κλήθηκε να σηκώσει; Θα κατορθώσει ποτέ να μοιραστεί το φορτίο της και να λυτρωθεί;
    Σα μοιράζεσαι τη ζωή σου μ’ εκείνους που αγαπάς, μοιράζεσαι και όλα τα βάρη σου, ακόμα και αν δεν τα εξομολογείσαι! Στης αγάπης το μοίρασμα όλα τ’ άσχημα μικραίνουν, συρρικνώνονται, χάνονται…..
    Φάρμακο, η αγάπη!
    Πόσα πράγματα όλοι μας δεν κρατάμε ως μυστικά για τον εαυτό μας και μόνο;
    Τ’ ανομολόγητα, κείνα που μοιάζουν φυλακή και βάσανο, μα που τελικά δεν είναι γιατί «μαλακώνουν» κι ατροφούν σε δηλητήριο και πίκρα, χάρη στην αγάπη των ανθρώπων γύρω μας.
    Πιο συγκεκριμένος δεν θα ήθελα να γίνω· θα αποκάλυπτα το τέλος του βιβλίου κι έτσι το αφήνω έκπληξη για τον αναγνώστη…
  • Επιλέγει τον απόλυτο όρκο σιωπής και την απομόνωση, τον τόπο της, τον ίδιο της τον εαυτό. Επιλέγει να κρυφτεί από τη ίδια της τη ζωή. Είναι, όμως, η φυγή η καλύτερη λύση; Ένα ερώτημα του τότε, που βασανίζει τον αναγνώστη του σήμερα. Τι θα συμβούλευε η Βασιλική σας στην Ελένη, την Μαρία, την Αντιγόνη του σήμερα που έχει πέσει θύμα κακοποίησης;
    Η φυγή της Βασιλικής ήταν φυγή από το Νόμο και οδηγήθηκε σε αυτή την λύση από το φόβο της αποκάλυψης! Δεν θεωρώ ότι υπήρξε φυγή από τον ίδιο της τον εαυτό. Η γυναίκα κείνης της εποχής δεν είχε φωνή, δεν είχε κι ελπίδα.
    Η γυναίκα σήμερα έχει κάθε ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό της, να σηκώσει το ανάστημά της και να ζητήσει δικαίωση.
    Τρανό παράδειγμα το κίνημα «Metoo» και όσα μέσα από αυτό ήλθαν στο φως της δημοσιότητας.
    Σήμερα η γυναίκα έχει πολλά όπλα στα χέρια της. Τη δύναμη φτάνει να βρει μόνο για να τα χρησιμοποιήσει!
    Στην Ελένη, τη Μαρία, την Αντιγόνη θα έλεγα λοιπόν: «Μη φοβάσαι! Ύψωσε φωνή και δικαιώσου!»
  • Αυτός ο όρκος σιωπής – όπως είπατε σε μία σας συνέντευξη – μπορεί να συμβολίζει την ατιμώρητη και σιωπηρή κακοποίηση των γυναικών. Ως ρεπόρτερ, συντάκτης, αλλά και εκφωνητής ειδήσεων φαντάζομαι κληθήκατε αρκετές φορές να «αντιμετωπίσετε» το ανοιχτό κεφάλαιο της κακοποίησης. Πιστεύετε πως με όλες τις προσπάθειες που γίνονται τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε σε καλό δρόμο; Είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να βάλουμε τέλος στις δυο λέξεις που συνοδεύουν την κακοποίηση: ατιμώρητη και σιωπηρή;
    Δεν το αντιμετώπισα μόνο στην δουλειά, τότε που εργαζόμουν ως δημοσιογράφος, αλλά και μέσα στο στενό οικογενειακό μου περιβάλλον. Και δεν είναι μόνο η κακοποίηση των γυναικών, είναι και η κακοποίηση των παιδιών, η κακοποίηση των γερόντων… όλων των ομάδων που για κάποιο λόγο αδυναμούν ή είναι μειονότητα!
    Η παιδεία και οι αξίες είναι η απάντηση στο αν είμαστε έτοιμοι για να μπει ένα τέλος στη σιωπηρή και ατιμώρητη κακοποίηση. Έρχομαι λοιπόν κι εγώ -κι ας μου επιτραπεί αυτό- να ρωτήσω: Έχουμε παιδεία: Έχουμε αξίες;
  • «Μαθές, και οι άγγελοι έχουν φωνή. Μα ο δικός μου όχι», διαβάζω πάνω από τον τίτλο του εξωφύλλου και προφανώς δεν είναι τυχαίος ο στίχος. Ποιοι είναι οι ήρωες που πλαισιώνουν την Βασιλική και σε ποιον δώσατε τον ρόλο του προστάτη της;
    Οι ήρωες του βιβλίου είναι πολλοί, κι όλοι τους με πολύ σημαντική συμβολή στην πλοκή του βιβλίου, στην κατανόηση των γεγονότων μέσα από την ανάδειξη του κάθε χαρακτήρα!
    Σίγουρα κάποιοι πιο κεντρικοί και κάποιοι περιφερειακοί ίσως, μα όλοι απαραίτητοι! Δεν θα μπορούσα να ξεχωρίσω ή προκρίνω κανέναν τους και αν με ρωτάτε ακόμα και τη Βασιλική δεν την θεωρώ ως «πρωταγωνίστρια» αν θα μπορούσα να το πω έτσι, του βιβλίου.
    Σε ό,τι αφορά στο ρόλο του προστάτη… Για δες! Τώρα που το αναλογίζομαι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι περισσότεροι χαρακτήρες που πλαισιώνουν τη Βασιλική κατά μία έννοια χρωματίστηκαν με αυτήν την ιδιότητα, απέναντί της! Ακόμη και η μάνα της, που αν και νεκρή στα όνειρά της την επισκέπτεται για να της δώσει δύναμη, θάρρος…
    Ο Χασού μέσα από την τρέλα του την προστάτευε, ο Στέλιος με την αγάπη του το ίδιο· η πεθερά της που την δέχθηκε τόσο ζεστά στην αγκαλιά της οικογένειας, η Ελέσσα ανταποδοτικά κι αγνά για την δύσκολη της γέννα την ανέδειξε σε φίλη κι αδελφή… το νησί ολόκληρο την έκανε τη μονάκριβη και αγαπημένη Μάμουσά του!
  • «Γιατί η συγχώρεση είναι η μεγαλύτερη μορφή αγάπης», καταλήγει το οπισθόφυλλο του βιβλίου σας. Θα θέλατε να κρατήσουμε αυτή την πρόταση ως μήνυμα της Μάμουσας προς εμάς τους αναγνώστες;
    Ναι, το δίχως άλλο! Γιατί η συγχώρεση είναι ανιδιοτελής ένδειξη αγάπης κι αυτό μας λείπει τόσο πολύ!
    Την συγχώρεση, την αγάπη, τη δικαίωση και το θάρρος για τον αγώνα· ας κρατήσουμε αυτά!
  • Ξέρετε, υπάρχουν και εκείνοι που ισχυρίζονται πως το να συγχωρείς κάποιον σημαίνει να ξεχνάς, παρόλο που πάντα θυμάσαι τι σου έκανε…
    Η συγχώρεση δεν είναι λήθη. Η συγχώρεση είναι λύτρωση. Λύτρωση κι αγάπη για τον άλλον και για τον εαυτό μας. Είναι το γιατρικό που κρατάμε στα χέρια μας, αλλά δεν μας έμαθαν πώς να το χρησιμοποιούμε και πόσο ευεργετικό είναι.
  • Το μυθιστόρημά σας είναι προϊόν μυθοπλασίας όπως διευκρινίζετε. Ωστόσο, υπάρχει κάτι υπαρκτό. Το σπίτι της Μάμουσας. «Ένα μικρό γκρεμίδι στ’ αριστερά του βουνού του μοναστηριού της Αγίας Μόνης…». Ποια είναι η ιστορία του και γιατί παραμένει γκρεμίδι;
    Το νησί αυτό είναι διάσπαρτο από γκρεμίδια. Άδεια σπιτικά που τα τσακίζει ο χρόνος από τότε που ερήμωσαν τα Κύθηρα! Αλλά που σιγά σιγά όσο το νησί αυτό γεμίζει πάλι από κόσμο κι αγάπη, βλέπεις τα γκρεμίδια να σηκώνονται ξανά σε τοίχους και σκεπές μ’ αυτήν την υπέροχη Τσιριγώτικη αρχιτεκτονική που έχει θόλους κι εσωτερικές αυλές, που ‘χει γλυκές καμπύλες στους τοίχους πάνω και καμινάδες ιδιαίτερες, που αρχίζουν πάλι να καπνίζουν τους χειμώνες!
    Ανάσταση το λέω αυτό για κάθε ένα γκρεμίδι.
    Ανάσταση έκαμε κι ετούτο το γκρεμίδι -της Μάμουσας- φέτος το καλοκαίρι. Από το 2019 που έγραψα το βιβλίο μέχρι και φέτος, ετούτο το σπίτι παρέμενε έρημο και μισογκρεμισμένο. Τον φετινό Αύγουστο όμως, περνώντας κάτω από το βουνό του μοναστηριού της Αγίας Μόνης είδα ότι συνεργεία είχαν ξεκινήσει την ανοικοδόμησή του!
    Σταμάτησα και το χάζευα από μακριά. Δεν τόλμησα να πλησιάσω. Δεν ήθελα ούτε να ρωτήσω, ούτε να μάθω… ποιοι το πήραν, πότε και πώς -πράγμα σπάνιο για μένα, που όλα πάντα τα ρωτώ, ακόμα και τ’ αδιάκριτα.
    Θα πω μόνο πως η Μάμουσα, έστω και προϊόν μυθοπλασίας του έφερε τύχη καλή κι ανάσταση!
  • Η γραφή σας είναι ποιητική, όπως επίσης ποιητικές είναι και πολλές λέξεις που χρησιμοποιήσατε στο μυθιστόρημά σας. Παρατηρώντας το βιογραφικό σας διαβάζει κανείς πως γράφετε ποιήματα για τα οποία, μάλιστα, έχετε βραβευτεί. Πόσο εύκολο είναι, λοιπόν, και πόσο ενδιαφέρον έχει για σας να αφηγείστε ποιητικά, υπηρετώντας συγχρόνως και τις δυο εσωτερικές ανάγκες;
    Η ποίηση είναι έκφραση κι ανάγκη ψυχής.
    Το πεζογράφημα έκφραση κι ανάγκη καρδιάς.
    Η γραφή είναι ανάγκη και πρέπει να γράφουμε με την καρδιά και την ψυχή αλλά και καρδιακά και ψυχωμένα· κι όταν έχουμε πράγματα να πούμε.
    Και τα δύο μου «τρέχουν» φυσικά και ανεμπόδιστα στη γραφή, γιατί μόνο έτσι έμαθα και ξέρω να εκφράζομαι· και την έχω μεγάλη ετούτη την ανάγκη.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
«Βάραιναν οι πλάτες της. Ασήκωτες της φαίνονταν και δεν ήταν τα χρόνια της. Νέα πολύ ήταν ακόμα. Πρώιμο κορίτσι θα την έλεγες, άμα την έβλεπες καλύτερα. Αν για λίγο ανασηκωνόταν από το έργο της, να δεις το πρόσωπό της…»
Κι όμως, η ιστορία της μεγάλη. Διωγμένη από τις τύψεις και τις ενοχές, για ένα κατ’ ανάγκη έγκλημα, η Βασιλική ζητά καταφύγιο σε έναν νέο τόπο. Κρυμμένη πίσω από τις κουρτίνες της ανωνυμίας, προσπαθεί να βρει μια νέα ταυτότητα στο νησί των Κυθήρων.
Όμως, τα σημάδια του παρελθόντος δεν θα φύγουν ποτέ από την ψυχή της. Ο βαρύς της όρκος θα την καταδικάσει στη σιωπή και μέσα από αυτή θα βιώσει όσα θα έρθουν.
Θα γίνει η μάμουσα, θα δίνει ζωή και θα προσφέρει απλόχερα, χωρίς να έχει τίποτα. Όσους θα συναντήσει θα τους κάνει φίλους, που θα γίνουν οικογένεια, όμως ο εχθρός πάντα θα παραμονεύει…
Γιατί η Μάμουσα γεννήθηκε για τον θάνατο, μα μόνο ζωή μπορεί να δώσει. Γιατί η συγχώρεση είναι η μεγαλύτερη μορφή αγάπης.

Βιογραφικό
Ο Βασίλης Κασσάρας γεννήθηκε το 1974. Μεγάλωσε στη Λιβαδειά Βοιωτίας, ενώ πλέον ζει στην Αθήνα ελπίζοντας κάποτε να μετακομίσει μόνιμα στο νησί των Κυθήρων, όπου περνά τα καλοκαίρια του, εξασκώντας τα δύο πράγματα που από παιδί αγαπούσε: να κάνει όνειρα πλάθοντας δικούς του κόσμους και να τους ενσαρκώνει με τη μεταφορά τους στο χαρτί.
Σπούδασε δημοσιογραφία με εξειδίκευση στο διεθνές ρεπορτάζ και σεναριογραφία. Εργάστηκε τόσο στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο ως ρεπόρτερ, συντάκτης και εκφωνητής ειδήσεων, όσο και στον έντυπο τύπο ως αρθρογράφος, μέχρι που αποφάσισε να αλλάξει τις επαγγελματικές του επιλογές, προκειμένου να αποκτήσει «ζωή», και χρόνο, ώστε να φροντίσει περισσότερο το «παιδί μέσα του».
Έργο του ιδίου: «Μοίρες». Για ποιήματά του έχει λάβει τιμητική διάκριση από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.