Η Ελένη Λαδιά είναι διακεκριμένη και πολυβραβευμένη πεζογράφος, με μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό.
Η Ελένη Λαδιά διαβάζοντας το βιβλίο «Γράμματα του Τόμας Μαν», που είχε μεταφράσει και προλογίσει (ο πρόλογος αναφερόταν κυρίως στο «Δόκτωρ Φάουστους») η μεγάλη ποιήτρια, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, ζωγράφος και μεταφράστρια Νανά Ησαΐα, πήρε την έμπνευση να γράψει ένα γράμμα στην νεκρή πια ποιήτρια.


Τότε φωτίστηκε το παρελθόν και το μεγαλείο της Νανά Ησαΐα το οποίο προσπαθεί, μέσα από αποσπάσματα, μνήμες και βιβλία να ανασυνθέσει η Ελένη Λαδιά.
Πέρα από τα γεγονότα της φιλίας τους, τις γνώμες και τις ιδέες τους που είχαν ανταλλάξει, φθάνουν στο θέμα που απασχολεί και τις δύο. Είναι ο δημιουργός, οι ιδιότητές του και κυρίως η γυναίκα δημιουργός.
Η Νανά Ησαΐα υποστήριζε για τον προορισμό του καλλιτέχνη που τον ήθελε ένα «ωρολογιακό πλάσμα», αποκομμένο από αισθήματα, έρωτες και οικογένειες. Ο δημιουργός χρησιμοποιεί τους ανθρώπους σαν σύμβολα ή πιόνια. Ο συγγραφέας έλεγε η ποιήτρια πρέπει πρόθυμα να αποκαλύπτει όλη την αλήθεια ο δημιουργός έχει ηθική, ο δημιουργός δεν ξέρει να λέει ψέματα, δεν καταδέχεται να πει, δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα του. Ο καλλιτέχνης πονά και δημιουργεί, παραμερίζοντας τον πόνο και τα βάσανά του, μέχρι το τέλος, μέχρι τον θάνατό του. Ο δημιουργός κάνει θυσίες για το έργο του. Είναι μαρτυρικός ο δρόμος του δημιουργού. Τα πάθη του δημιουργού είναι πάθη εγκιβωτισμένα. Ο δρόμος της δημιουργίας είναι μέχρι το τέλος μοναχικός και σκληρός, χωρίς στυλοβάτες και κρηπιδώματα. Ο συγγραφέας και ο καλλιτέχνης είναι ταγμένος σαν τον ασκητή και τον ιερομόναχο.
Αρκετές φορές έβλεπε με δυσπιστία τους ανθρώπους, θεωρώντας τους πολύ κατώτερους. Για αυτήν άξιζε μόνον ο δημιουργός.


Ο έξυπνος άνθρωπος κινεί τα δεδομένα με μεγάλη ταχύτητα και αυτός δεν μπορεί να είναι συγγραφέας ή καλλιτέχνης. Ο συγγραφέας/καλλιτέχνης είναι αργός άνθρωπος, διότι κολλάει σ’ ένα σημείο, βαθαίνει, καταβυθίζεται και αναδεικνύει τον ουσιώδη χρόνο. Οι γραφειοκράτες μπορούν να κάνουν τεχνικά πράγματα σε αντίθεση με τους συγγραφείς που ενεργοποιούν το φαντασιακό και σε φτάνουν σ’ ένα υπερβατικό κόσμο…
Πίστευε, η Νανά Ησαΐα ότι μόνον οι έντονα δημιουργικοί καλλιτέχνες θα έπρεπε να δοκιμάζουν χασίς (όπως είχε δοκιμάσει και αυτή στην Ύδρα), γιατί οδηγεί στη σιωπή και ο καλλιτέχνης θέλει την διαρκή έκφραση. Στο τέλος θα το καταργήσει από μόνος του, έχοντας εύκολα αυτό με το οποίο μπορεί να το αντικαταστήσει, την τέχνη. Για όλους τους άλλους δεν μπορεί παρά να είναι μία σκέτη καταστροφή, και χωρίς καν να μπορεί να τους προσφέρει την όραση ή την γνώση που δίνει στον δημιουργό. Γιατί δεν μπορεί να τους προσφέρει αυτό του οποίου δεν έχουν την δυνατότητα.
Η Νανά Ησαΐα ήταν αληθινός καλλιτέχνης, μόνον αυτός δεν υπολογίζει τα μέλλοντα μπροστά στο όραμά του. Ήταν πραγματική καλλιτέχνης, διότι πέταξε τις απολαβές ενός στέρεου και επιτυχημένου επαγγέλματος, για να μπει στην δημιουργική ατραπό, πολλές φορές σκληρή και δυσοίωνη.
Σε ένα στίχο της αναρωτιέται: «Σου έχω πει ποτέ ότι αγαπώ τους μαθηματικούς κήπους;» Δεν υπάρχει πιο εύστοχη παρατήρηση, πιο καθοριστική φράση που να χαρακτηρίζει ολόκληρη την ποίησή της, η οποία διαθέτει την λογική, την ευκρίνεια και την διαύγεια των μαθηματικών και συγχρόνως την ωραιότητα των κήπων. Η ποίησή της είχε μαθηματική καθαρότητα και στερεομετρική διαφάνεια.
Μία από τις ποιητικές της έγνοιες ήταν η σημασία, η θέση, η ακρίβεια των λέξεων και κυρίως ο ρυθμός τους. Είχαν μία μουσική υπόκρουση οι στίχοι της. Η Νανά Ησαΐα πρόσεχε πολύ τις λέξεις, τις εσωτερικές τους συλλαβές, τα συμπλέγματα, τις παρηχήσεις και συνηχήσεις. Ο αφορισμός της ήταν: «Δεν πρέπει να γρονθοκοπούνται οι λέξεις».


Πάντα η Νανά Ησαΐα κατάφερνε να αποκτήσει εχθρούς διότι αφενός ήταν εγωκεντρική και αφετέρου είχε την ειλικρίνεια των παιδιών που με την αθωότητά τους τραυμάτιζαν με τα λόγια τους. Επίσης δεν είχε την υπομονή του μυστικού. Μιλούσε πάντα για τον έρωτα στην μοναξιά. Από αηδία για το σεξ το σταμάτησε πολύ νέα, μόλις στα σαράντα της χρόνια. Φοβόταν στον έρωτα την υποταγή γιατί ένας δημιουργός υποταγμένος, δεν θα ήταν καθόλου δημιουργός, έλεγε. Και με το παιδί χάνεται η ελευθερία και κυριαρχεί η υποταγή. Για την δημιουργό γυναίκα το εμπόδιο ήταν η τεκνοποιία και όχι ο έρωτας. Η γυναίκα δεν δένεται με τον άνδρα αλλά με το τέκνο της. Αν μια γυναίκα δημιουργός παρέκλινε της πορείας της, θα έχανε το δαιμονικό της στοιχείο. Τρομερή η εικοσαετία μεταξύ 20 και 40 ετών, όπου μάχεται η δημιουργία για τον φυσικό τρόπο ζωής -και ιδίως η παιδοποιία- με την αδάμαστη θέληση για δημιουργία.
Πίστευε πως οι αληθινοί δημιουργοί είναι πιο έντιμοι στον έρωτα. Όταν ερωτεύονται τρίτο πρόσωπο, ρίχνονται στην καρμική περιπέτεια, αδιαφορώντας για την ασφάλειά τους, ενώ ο μέσος άνθρωπος μοιχεύει και μοιχεύεται κρατώντας όμως την βεβαιότητα τις παροχές και την συνήθεια του γάμου, που περιέχει πολλές μικρές απιστίες, ψεύδη και απάτες. Ο αληθινός δημιουργός όμως δεν δέχεται συμβάσεις. Χωρίζει αμέσως και εξηγώντας τον λόγο, ζητά διαζύγιο. Μπορεί να αποτύχει στη ζωή του αλλά είναι συνεπής με τον εαυτό του.


Μιλούσε συχνά για τα κρύσταλλα, τις λάμψεις, το όραμα και την «οραματική διάσταση» που είναι οι ώρες στις οποίες όλα λάμπουν στέλνοντας ένα μήνυμα που δεν μεταφράζεται καθόλου σε λόγια το μυστηριώδες μήνυμα της αποκάλυψής τους. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι ώρες δεν θα υπήρχε η τέχνη.
Ποια είναι η κόλαση του δημιουργού; Σύμφωνα με την ποιήτρια, η κόλαση αυτή δεν διαφέρει και πολύ από την πριν από αυτήν ζωή του καλλιτέχνη! Σημαίνει απλώς το κορύφωμά της: την σε φοβερή μεγέθυνση αλαζονεία του Δημιουργού, την άρνησή του να μετανιώσει για την εξωφρενική του ζωή, την ανάγκη του να κοροϊδέψει κάθε τι το ανθρώπινο, την παγερότητα της μοναξιάς, τις φλόγες της δημιουργίας και τέλος, σημαίνει το σημείο εκείνο που επακριβώς είναι η Κόλαση και στο οποίο το κάθε τι έχει αναχωρήσει πλέον.
Τέτοιοι είναι οι ποιητές, οι πεζογράφοι, οι δημιουργοί. Οι άνθρωποι διαβάζουν τα έργα τους και παραξενεύονται πώς γίνεται να δίνουν τον εαυτό τους τόσο ολοκληρωτικά κι ανεπιφύλακτα στον κόσμο. Δεν μπορούν να νιώσουν το υψηλό, γεμάτο ειλικρίνεια πάθος που καίει μέσα τους και που καιρό το κουβαλάνε μαζί τους στη σιωπή, αυτό το πάθος που στο τέλος σαν ένα φυσικό φαινόμενο, που βρίσκεται πέρα απ΄ τη θέληση του ανθρώπου, παίρνει μορφή και ξεχύνεται επιτέλους. Η σιωπή μπροστά στο μεγάλο άγνωστο. Μέσα σ΄ αυτή τη σιωπή σιγούν όλες οι δελεαστικέ φωνές της ζωής ,ακόμα κι η φωνή του έρωτα και της δίψας για ευτυχία, απ΄ αυτή τη σιωπή ανοίγει ο δρόμος για το μοναδικό καταφύγιο όπου μια ψυχή μπορεί να γνωρίσει την ικανοποίηση -η μοναξιά του δημιουργού…


Η συγγραφέας Ελένη Λαδιά θυμάται την ποιήτρια Νανά Ησαΐα και αναµετράται πρωτίστως µε τον εαυτό της, κινείται σε πορώδη εδάφη… Πριν από το έργο: τα θραύσµατα της µνήµης, το τεµαχισµένο εγώ, η άλογη αλληλουχία, τα αινιγµατικά ίχνη, τα θολά περιγράµµατα, οι ασυνέχειες, οι ανακολουθίες. Μετά το έργο: το διευθετηµένο χάος, το µακιγιαρισµένο πρόσωπο, η νικηφόρα φαντασία, το αφηγηµατικό νήµα που εκλογικεύει, παρατάσσει, υποτάσσει, κατατάσσει. Δηµιουργούµε το έργο και αυτό µας δηµιουργεί. Κάθε αναµέτρηση µε τη µνήµη, είτε αυτή είναι ατοµική, είτε οικογενειακή, συλλογική, εθνική, είναι µια αναµέτρηση µε τον ίδιο µας τον υπό –διαρκή– κατασκευή εαυτό. Η Ελένη Λαδιά, λοιπόν, δηµιουργεί στη βάση αυτής της κατασκευής, µε πρώτη ύλη της µια µνήµη ζωντανή, ποτισµένη, οµηρικώ τω τρόπω, µε αίµα. Μόνο που, εδώ, το αίµα είναι εξίσου κυριολεκτικό µε την οδυσσειακή νέκυια. Αναµετρώµενη µε τη µνήµη, η συγγραφέας αναµετράται µε τον θάνατο, διότι «Η µνήµη είναι χρόνος και ο χρόνος είναι θάνατος».
Σε αυτή την Νουβέλα ούτε μια λέξη δεν πάει χαμένη. Έξυπνη, γραμμένη με χάρη, όλο ενσυναίσθηση και με μια υπνωτική δύναμη και μια ζεστασιά ,που σε κάνει να νιώθεις στοργή για την νεκρή ποιήτρια αλλά και την αφηγήτρια.
Κομψό, λεπτοφτιαγμένο, μελαγχολικό.
Πρόκειται για Αριστούργημα.


Η Ελένη Λαδιά γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε αρχαιολογία και θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα πιο γνωστά λογοτεχνικά της έργα είναι: “Χάλκινος ύπνος”, “Αποσπασματική σχέση”, “Η θητεία”, “Τα άλση της Περσεφόνης”, “Η Χάρις”, “Οι ποταμίσοι έρωτες”, “Τα ψυχομαντεία και ο υποχθόνιος κόσμος των Ελλήνων”. Έχει τιμηθεί με το Β΄ Κρατικό βραβείο (1981) για τη συλλογή “Χάλκινος ύπνος” και με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για την “Ωρογραφία” (1999) και με το Κρατικό βραβείο Διηγήματος (2007) για τη νουβέλα “Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι”. Διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα σλοβένικα, τα γαλλικά και τα αγγλικά. Το μυθιστόρημά της “Χι ο Λεοντόμορφος” στα σέρβικα και “Η Χάρις” και “Η γυναίκα με το πλοίο στο κεφάλι” στα ρουμάνικα. Οι “Ομηρικοί ύμνοι” σε μτφ. Δ. Π. Παπαδίτσα – Ε. Λαδιά έχουν μεταφραστεί στα φιλανδικά. Άρθρα και μελετήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της χώρας.