Μεγάλη πολιτεία, μεγάλη μοναξιά…
Άκουσα να λένε πως η μοναξιά είναι το υπέρτατο αγαθό της ζωής. Σ΄ αυτό δεν μπορώ να προσυπογράψω, γιατί κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αληθινά μονάχος…
Κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνος του, ένα νησί αυτάρκες, ξεκομμένο, κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της μεγάλης στεριάς, ένα μέρος του όλου. Εάν η θάλασσα φάει ένα σβόλο χώμα, ο κόσμος λιγοστεύει
. Τζων Ντόνν


Πόσο τρομερή είναι αυτή η δύναμη της σιωπής, που άλλοτε χωρίζει άλλοτε ενώνει τις ανθρώπινες καρδιές…
Άκουγα μες στο σπίτι που σηκώναν τα πιάτα απ΄ το τραπέζι,
και κάτω το γλυκό κι απέραντο μουρμούρισμα της θάλασσας.
Θε μου, πόσα και πόσα άστρα κι άλλα τόσα και πιο πολλά μέσα
Στη θάλασσα, σπιθίσματα, σπιθίσματα, κι άλλα σπιθίσματα
Από μέσα μου. Τι΄ ναι, λοιπόν, μπροστά σε τούτα τα μιλιούνια
Αστέρια δύο-τρία μικρούτσικα αμαρτήματα; Όχι, καθόλου
Αμαρτήματα. Ο κόσμος είναι όμορφος, ο κόσμος είναι αναμάρτητος
. Γιάννης Ρίτσος


Η πιο μεγάλη τραγωδία της ζωής είναι πως κανείς δεν μπορεί να ελευθερωθεί απ΄ το παρελθόν…

Ο Παύλος Μέρλος είναι ένα δωδεκάχρονο παιδί που μεγαλώνει με τη χήρα γιαγιά του (Αύρα) και τ΄ αδέλφια της (Νίκη, Γιάννα, Διαμαντής) σε μια παραθαλάσσια κωμόπολη, την Ανεμώνη. Οι γονείς του είναι ναυτικοί και ταξιδεύουν. Ο Παύλος κάνει μαθήματα στους συμμαθητές του στο Κατηχητικό και ο ίδιος μαθαίνει βιολί, επίσης έχει την πρώτη του τραυματική σεξουαλική εμπειρία.
Στο στενό επαρχιακό περιβάλλον, το παραθαλάσσιο χωριό Ανεμώνη, όπου ζούσε ο δωδεκάχρονος Παύλος, τα σχόλια και τα κουτσομπολιά άρχισαν να δίνουν και να παίρνουν, όταν ήρθε σε πρόωρη ομοφυλοφιλική σεξουαλική εμπειρία με τον δεκαπεντάχρονο Λαγκαδά. Οι φίλοι του Παύλου, ο Λαγκαδάς, ο Ποτήρης και κάποια άλλα παιδιά του χωριού τον χλευάζαν, τον κορόϊδευαν και τον αποκαλούσαν «η καριόλα τους». Μετά ο Παύλος κυλούσε στον γκρεμό, προσπαθώντας να ξεφύγει απ΄ τα χέρια των κακών παιδιών, που ήταν σαν δόντια αιμοβόρων σκυλιών, σαν στόματα άγριων λύκων: παιδιά που χλεύαζαν, έδερναν άλλα παιδιά ή τα πέταγαν στη θάλασσα με άγριες φωνές θριάμβου: «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Συκιά!… Χα χα χα!… Αλληλούια…»


Ο Παύλος ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω στο χωριό του και φεύγει πικραμένος για τον Πειραιά. Ο Παύλος και ο Άρης είναι τα δύο εικοσάχρονα αγόρια στην Αθήνα πλέον, της δεκαετίας του ΄70, που τριγύρω τους πλέκεται αυτός ο δεσμευτικός ιστός, την ίδια στιγμή που μέσα τους ανθεί ο έρωτας. Ρισκάρουν τα πάντα ώστε ο έρωτάς τους να αντικρίσει το φως του ήλιου. Τη στιγμή που ο σκληρός πυρήνας της πόλης ζει και αναπνέει για το χρήμα και την κατίσχυση, αυτοί οι… αλήτες ερωτεύονται, παθιάζονται, προσπαθούν να επιβιώσουν. Τότε θα έρθει και η στιγμή της αναπόδραστης σύγκρουσης της αγάπης με τη σκληρή πραγματικότητα.
Ο Παύλος δεν μπορούσε να ζήσει σαν άνθρωπος, για τον Άρη ό,τι έκανε, για τον Άρη ό,τι έλεγε αυτός ο πόνος ήταν που τον παρέλυε. Δεν είχε καθόλου μυαλό για δουλειά και φθειρόταν καθημερινά για μια απόλαυση μικρή (σαρκικής υφής). Ήταν σαν τον ναρκομανή που, ακόμη κι αν αποφασίσει, με τη λογική, να ξεκόψει, να λυτρωθεί από το βίτσιο του αλλά αυτό το βίτσιο τον παρασύρει ύπουλα και γλυκά και ξανακυλάει και μάλιστα ζητώντας δόση όλο και μεγαλύτερη. Ο Άρης ήταν το ναρκωτικό του. Ο Άρης ήταν η πρέζα του. Αυτό είναι το πάθος ως η μεγαλύτερη έκφανση της ζωής που ήθελε να γνωρίσει; Ώστε ήταν έκφυλος; Τι περίμενε από ένα ερωτικό παιχνίδι μεταξύ δύο αντρών; Ο νεαρός του φίλος τον έκανε κέφι, ήταν όμως πολυγαμικός, με μεγαλύτερη προτίμηση στις γυναίκες. Ο Άρης ήταν μπαϊσέξουαλ.


Τα δύο εικοσάχρονα παιδιά (ο Παύλος και ο Άρης ) μοιάζουν να είναι διχοτομημένα και να παραδέρνουν σε μια συντηρητική κοινωνία της δεκαετίας του ΄70 που δεν τους επιτρέπει να βιώσουν τη χαρά του σώματος, γεμίζοντάς τους με στίγματα, ουλές και τραύματα (εσωτερικά και εξωτερικά). Κάπως έτσι, το σεξ γίνεται βάσανο, ο ίμερος μια φυλακή. Ως αντίδραση σ’ αυτή την εντεινόμενη καταπίεση αποζητούν, τελικά, την απίσχναση του σώματος, τη φυγή από την υλικότητά τους.
Εύμορφος, με σγουρό μαλλί, παρορμητικός, απερίσκεπτος, ατίθασος, φέρελπις και εκκεντρικός μουσικός του βιολιού και με μια εσωτερική δύναμη που δεν προσιδιάζει στο πρότυπο του άντρα που έχει η κοινωνία, ο Παύλος αναμετράται με τους φόβους του, τη δίνη που παράγει μέσα του ο έρωτας ειδικά προς τον φίλο του τον Άρη και την εύλογη ανάγκη του να εκφραστεί όπως αποζητάει το σώμα και η ψυχή του. Πόση ομορφιά είχε φέρει στη ζωή του Παύλου ο Άρης, που τον αγάπησε. Ο Παύλος, κάνει το «σφάλμα» να ακούσει την εσωτερική του φωνή κι αυτό θα είναι το μέγα τίμημα που θα πληρώσει. Ένας κλοιός ξενότητας ολοένα μειώνει τον ζωτικό χώρο της ζωής του.
Ένα ζευγάρι εικοσάχρονων, ομοφυλοφιλικό. Η ζωή ενός αντρόγυνου που δεν θα είναι καν…αντρόγυνο! Ένα ζευγάρι ξανά – μανά για το χατίρι της κοινωνίας, στον αντίποδα του ανθρώπινου ενστίκτου. Ο Παύλος έχει παρατήσει τέχνες, γράμματα, φιλοδοξίες και δεν του μένει παρά μόνο η μοναξιά. Μόνος. Απολύτως μόνος. Μόνος περιπλανώμενος. Απόκληρος της ζωής. Παρίας. Αυτόνομος. Νησί από μόνος του… Γιατί είναι άντρας και δεν έχει δικαίωμα στον έρωτα του Άρη. Τον έχουν καταδικάσει στις συμβατικότητες του αρσενικού. Δεν τον αφήνουν να χαρεί το στέρνο, τα μπράτσα του. Και γιατί πρέπει να ΄ναι κυνηγός όπως ο Άρης. Κι έπειτα έχει και την κακιά αρρώστια του καλλιτέχνη. Η μοίρα τους ήταν ανόμοια. Δεν θα υπήρχε ευτυχία σ΄ αυτό τον έρωτα. Θα ήταν μαρτύριο. Θα ήταν δυστυχία. Και έτσι έλαβε τέλος η σχέση τους.


Τελείωσαν οι περιπέτειες της γενιάς του Παύλου, που ήταν γεμάτη από πτυχές μιας παρεκκλίνουσας ζωής. Γεμάτη φουρτούνες ήταν τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Ήταν φουρτουνιασμένα κύματα όλο οργή αυτά τα χρόνια… Σκοτεινά χρόνια, που μόνο απ΄ τη σκοπιά του καλού και του άγιου δεν μπορείς να τα δεις… Και που σ΄ όλη του τη ζωή τον ακολουθούσαν…
Σα σκιές γλίστρησαν τα χρόνια της ζωής του Παύλου, σαν άπιαστες σκιές. Ο Παύλος πλησίαζε πλέον τα πενήντα χρόνια. Από μια εποχή και μετά έπαψε να παράγει καλλιτεχνικό έργο, πρόωρα εξόριστος από τη δράση. Οι εφήμερες σχέσεις του ήταν πλέον με ομορφοπρόστυχους νεαρούς, που τους πλήρωνε. Ο Παύλος δεν είχε ποτέ κλείσει το χάσμα ανάμεσα στην προσωπικότητά του ως καλλιτέχνη και την ερωτική αναζήτηση, που περιπλανιόταν κυρίως σε εξωκαλλιτεχνικούς χώρους, καθώς η τρυφερότητά του είχε γι΄ αποδέκτες πρόσωπα από κύκλους εργασιών που δεν είχαν σχέση με τα γράμματα δεν είχε καμία σχέση με άτομα του πλούτου, της τέχνης και της λεγόμενης καλής κοινωνίας στο κρεβάτι, τέτοια δυνατή ερωτική ιστορία όσο εκείνη η πρώτη με τον Άρη, δεν είχε ξαναζήσει.


Τελικά ο Παύλος Μέρλος θα βρεθεί θετικός στον φορέα της νόσου της ντροπής, το Aids. Μια αρρώστια που έσερνε το κοινωνικό μίασμα. Μια άλλη ζωή. Μυστικών ιεροτελεστιών. Ψιθύρων. Υπήρχε μια κατάσταση παρανομίας, ένας αφορισμός για τον πάσχοντα. Ο Παύλος έμαθε να ανέχεται τη μοναξιά. «Καθώς η αρρώστια είναι η πιο μεγάλη δυστυχία, η πιο μεγάλη δυστυχία της αρρώστιας είναι η μοναξιά», οι πεζοί στίχοι του John Donne του έρχονται συνέχεια στο μυαλό του, σαν προσευχές για περιστάσεις έκτακτης ανάγκης: «Όταν η μεταδοτικότητα της νόσου δεν αφήνει να έρχονται αυτοί που θα έπρεπε να βοηθήσουν… Ακόμη κι ο γιατρός σπάνια τολμάει να πλησιάσει…» Χαμογελούσε πικρά…
Ποια ταυτότητα του νεαρού καλλιτέχνη Παύλου Μέρλου κατακλύζει και σπαράζει το είναι του; Η αρσενική ή η θηλυκή; Πώς μεταστοιχειώνεται αυτή η βουερή σκιά που περπατάει, λες, επί των υδάτων, καθώς ο θάνατος περισφίγγει την ξηρά; Έχει, άραγε, σημασία να ορίσει την έμφυλη ταυτότητά του; Κι αν όλο αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από μια κλασική πρόταση ανοιχτότητας, στην οποία ο δεκτικός αναγνώστης έχει τη σπάνια ευκαιρία να διαπιστώσει πως το φύλο δεν χρειάζεται να ιεραρχείται;


Υπό το πρίσμα μια κανονιστικής αρχής που ορίζει τι θα είναι κάθε φύλο και πώς αυτό θα προσδιορίζεται, σε τέτοιο βαθμό που κάθε μορφή αντίθετου λόγου θα καθίσταται αυτομάτως περιθωριακός, αυτά τα έργα μπορούν να νοηθούν ως γριφώδη, αινιγματικά ή κατάφορτα από συμβολισμούς. Κι αν τίποτα από όλα αυτά δεν ισχύει; Μήπως έχουμε μπροστά μας την αρχή ενός νέου δρόμου που, τώρα, στις μέρες μας, μπορούμε να τον περπατήσουμε δίχως το φόβο –πια– εγκλωβισμού στις παγίδες που βάζει η κυρίαρχη ιδεολογία γύρω από την κατηγοριοποίηση των φύλων;
Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι η λογοτεχνία στις μέρες μας, ως καλός αγωγός κοινωνικών κραδασμών και αιτημάτων, αφαιρεί από πάνω της τις στρεβλώσεις, αλλά και τα πέπλα σιωπής, δίνοντας χώρο και διακριτή σημασία σε θέματα που έχουν να κάνουν με την τοξική αρρενωπότητα, της ομοφυλοφιλικότητας και τα δικαιώματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.


Η λογοτεχνία (ελληνική, κι αυτή που γράφεται ανά τον κόσμο) βρίσκεται σε μια φάση αναδιάταξης και επαναπροδιορισμού, καθόσον αυτά τα θέματα δεν γίνεται πια να αντιμετωπίζονται ως μια περιθωριακή πτυχή της πραγματικότητας ή να τα βρίσκουμε μόνο στα ριζά του «βουνού» της βιβλιοπαραγωγής. Είναι μια λογοτεχνία διεκδικητική, μαχητική, ευθύβολη και αναγκαία, καθώς το εποικοδόμημά της είναι μια κοινωνία που βλέπει (ή προσπαθεί να δει) το φύλο όχι ως μια a priori κατευθυντήρια γραμμή (από τη στιγμή της γέννησης), αλλά ως αποτέλεσμα πολύπλευρων αναγνωρίσεων της ταυτότητας, δίχως αυθεντικούς και «καθαρούς» νόμους.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του μυθιστορήματος του Τάκη Σπετσιώτη είναι μια φρέσκια ματιά δίχως επιτήδευση, καθώς και μια έντονη διάθεση να κατανοήσει και να ψαύσει την κρυμμένη πλευρά κάθε φύλου. Ιδιαιτέρως οι ανδρικοί χαρακτήρες που είναι, άλλωστε, και οι περισσότεροι, ενδέχεται να ξενίσουν ακόμη και κάποιους αναγνώστες, καθώς θα χρειαστεί να μετακινηθούν από τις παραδεδεγμένες θεωρίες για να κατανοήσουν πως το ζήτημα «ομοφυλοφιλία ανδρών» ξαναμπαίνει με άλλους όρους στη διαπάλη των σύγχρονων κοινωνιών.


Τελικά η τέχνη μάς βοηθάει να αντιληφθούμε διαφορετικά την υποκειμενικότητά μας, τον εαυτό μας και τους άλλους μέσα στον κόσμο. Ένα έργο τέχνης μας ταρακουνάει –κάποιες ευτυχείς φορές– και βλέπουμε την πραγματικότητα γύρω μας με άλλα μάτια μέσα από τις συγκινησιακές ταυτίσεις μας.
Ο ομοερωτισμός μεταξύ ανδρών είναι διάχυτος στο μυθιστόρημα και υπάρχει αχαλίνωτος ερωτισμός.
Έρως Εσταυρωμένος.
Μήπως ο έρωτας όταν δεν έχει κοινωνικό έρεισμα, είναι πάντα τραγικός, καταδιωκόμενος και χωρίς ελπίδα;
Μια ερωτική ιστορία μεταξύ δυο αγοριών στα είκοσί τους απ΄ αυτές τις άπειρες που συμβαίνουν στην πραγματικότητα.
Μια σκοτεινή ρομαντική ιστορία αγάπης ανάμεσα σε δύο νέους που αναπτύσσεται μέσα στο δεσμευτικό περιβάλλον της Αθήνας του ’70.
Ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα και την τέχνη σε μια κοινωνία αποξένωσης, εκφοβισμού και μοναξιάς της αρρώστιας της ντροπής, το Aids.
Ένα μυθιστόρημα εσωτερικής διαμόρφωσης του ήρωα και ταυτόχρονα μια τοιχογραφία των ελληνικών ερωτικών ηθών της τριακονταπενταετίας 1966-2000.
Ένα σπαραχτικό βιβλίο για όλους εκείνους που άλλα ζητάει η καρδιά τους κι άλλα η κοινωνία τους αναγκάζει να πράττουν…


Ο Δημήτρης (Τάκης) Σπετσιώτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και γύρισε τις ταινίες “Στην αναπαυτική μεριά” (1981), “Μετέωρο και Σκιά” (1985 – Α΄ Κρατικό Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, κυκλοφορεί και σε DVD από την MKS VIDEO στις ΗΠΑ), “Εις το φως της ημέρας” (1986) και “Κοράκια” (1991). Σκηνοθέτησε επίσης για το θέατρο το έργο “Ψυχολογία Συριανού συζύγου” του Εμμ. Ροΐδη, Θέατρο “Χυτήριο”, 1999-2001.
Παράλληλα με τη σκηνοθεσία ασχολείται με τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και τη δοκιμιογραφία, γράφοντας διάφορες κριτικές μελέτες, μερικές από οποίες συγκέντρωσε και κυκλοφόρησε σε δυο τόμους, “Στον Κώστα Ταχτσή, αντί στεφάνου” (“Λογοτεχνικό χρονικό”, 1996) και “Χαίρε Ναπολέων” (δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, εκδόσεις Άγρα, με έργα του Άγγελου Παπαδημητρίου, 1999).