Τριάντα επτά χρόνια. Μετά από τριάντα επτά χρόνια αποφάσισε να επιστρέψει. Γιατί, αλήθεια, γύρισε;
Γύρισε και άρχισε να ψάχνει στα τυφλά, ν΄ ανασκαλεύει αυτό το παρελθόν που είχε αφήσει. Τελειώνει με τούτη τη ζωή και δεν ήθελε να αφήσει πίσω του εκκρεμότητες. Ούτε υποσχέσεις ξεχασμένες, που δεν είχαν τηρηθεί. Όμως όλα, ως δια μαγείας, άρχισαν σιγά σιγά να ζωντανεύουν. Του φαίνονται όλα τόσο κοντινά…
Η τύχη τον βοήθησε και συνάντησε στο Μεγάλο Χωριό τον τρελό και αυτός του αποκάλυψε την αλήθεια. Κι αυτός ο τρελός τον βοήθησε να θυμηθεί. Έφερε πάλι στο μυαλό του εκείνες τις στιγμές, ξανά και ξανά. Και ένα ένα όλα φωτίστηκαν. Σιγά σιγά το παζλ συμπληρωνόταν. Η μνήμη του ήταν κενή. Όμως, να που καμιά φορά έχει δίκιο ο λαός όταν λέει πως από παιδί κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια. Αυτός έμαθε την αλήθεια από τρελό.
Πρόκειται για μια θλιβερή ιστορία. Για ένα τραυματισμένο παρελθόν. Η ιστορία διαδραματίζεται κυρίως τη δεκαετία του 40, σε ένα χωριό της επαρχίας. Η αιώνια επανάληψη του βασικού μοτίβου ζωής και της μοιραίας σκηνής. Το παρελθόν που επιστρέφει και απαιτεί επιτακτικά την δική του ανταμοιβή. Το ότι δεν υπάρχουν Μεσσίες τελικά στη ζωή. Κανέναν δεν σώζεις με τη βία. Η τρομοκρατία και η αδελφοκτονία. Ομόκεντροι κύκλοι που καταλήγουν στη μεταμέλεια και σε μια θυσία.


Η ιστορία επανόρθωσε κάποιες από τις αδικίες της…
Ο δεκάχρονος κεντρικός ήρωας είναι ένας ξένος στο χωριό. Ένα μπάσταρδο. Ζει μια κόλαση. Ο μικρός Νίκος ζει με το «θείο» του Αποστόλη. Όλοι οι κάτοικοι του Μεγάλου Χωριού τους μισούνε, γιατί ο θείος βοήθησε τους αντάρτες, και τους φθονούνε, γιατί ο θείος έχει πολύ καλό σπίτι και λίρες.
Τα χείλη των κατοίκων του Χωριού είναι σφραγισμένα. Στο Μεγάλο Χωριό έχει χυθεί πολύ αδελφοκτόνο αίμα στον Εμφύλιο. Τώρα στην δεκαετία του΄ 50 στο Μεγάλο Χωριό επικρατεί φόβος, κακία, μίσος, εκδίκηση, καχυποψία, ρατσισμός, φθόνος και κρύβονται μυστικά, εγκλήματα, προδοσίες και κακό αίμα…
Ήταν δύσκολα χρόνια αυτά τα πέτρινα χρόνια και ήταν κι οι δυο τους παιδιά. Όμως αγαπήθηκαν. Αγαπήθηκαν τόσο! Οι λέξεις είναι φτωχές. Η Μαριώ μετά είχε ζωή μόνο για το παιδί της. Τη δική της ζωή την έχασε τότε…


«-Θυμάσαι Μαριώ πώς άρχισε η ιστορία μας; Θυμάσαι τη βροχή στην έρημη πλατεία; Το μουσκεμένο κομμάτι από χαρτί με τις δικές σου λέξεις; Κάπως έτσι και τώρα τελειώνει η ιστορία μας. Αυτή τη φορά με δικές μου λέξεις. Εκείνο το χαρτί τότε το κράτησα σαν φυλακτό. Γλίτωσε από ένα σωρό αναποδιές και ατυχήματα, ξεθώριασαν τα γράμματα. Το έχω ακόμα, θα το πάρω μαζί μου…»
Αυτός έφυγε για ένα ταξίδι στα σύννεφα, να συναντήσει τους αγγέλους, να τους ζητήσει να φέρουν τον παράδεισο στη γη. Τι κρίμα! Τι κρίμα αλήθεια, αφού αντί για σύννεφα βρήκε μονάχα σκόνη, κι αντί για τον παράδεισο συνάντησε την κόλαση…
Έφυγε από χρέος. Είχε φτιάξει έναν δικό του κόσμο. Και ύστερα μπλέχτηκε, χάθηκε ανάμεσα στο καλό και το κακό…
Πόση δυστυχία προκάλεσε; Πώς έγινε όλο αυτό;


Στο «Λόφο του Κρεμασμένου» βρέθηκαν κρεμασμένοι δύο Πρόεδροι του Μεγάλου Χωριού…
«Αύριο ξεκινάμε περιοδεία. Θα παίξουμε την καινούργια παράσταση. Είμαστε στο βουνό. Η παράσταση σε λίγο αρχίζει. Ένας ένας ανεβαίνουμε στη σκηνή. Ο Μάγος μας αναγγέλλει. Στην άκρη τα δίδυμα. Πιο δίπλα ο Ιταλός. Ο Μεγαλέξανδρος έρχεται πετώντας, κρατά και μια κουδούνα από τα πρόβατα, πόσο αστείος είναι! Και ο γιατρός, ο Φραγκίσκος, είναι κι αυτός εδώ και γελάει, και γελάει ακατάπαυστα. Θείε! Θείε Αποστόλη! Κι εσύ; Ήρθες να δεις την παράσταση; Ανέβα στη σκηνή. Όλοι θα παίξουμε στο έργο Μαριώ!»
Η Ιστορία ενός τόπου, η Ιστορία ενός λαού, είναι κάτι ζωντανό και έκρυθμο, κάτι που μεταβάλλεται και επηρεάζει τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων, άσχετα αν αυτοί αποτελούν μέρος των όσων διαδραματίζονται ή είναι σιωπηλοί παρατηρητές από ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Και η Ιστορία αυτού του μυθιστορήματος έχει μια αμεσότητα ως προς τη σύλληψη και την καταγραφή, καθώς πρόκειται για τις μικρές ανθρώπινες ιστορίες του καθενός και της καθεμιάς μας.
Γραφή πηγαία και καταιγιστική. Η γλώσσα του Δημήτρη Φραγκούλη έχει μοναδικά χαρακτηριστικά. Είναι πλούσια, γλωσσοπλαστική, γι΄ αυτό και διεισδύει και ξεσηκώνει τη σκέψη και τα συναισθήματα.
Ένα πολύ αξιόλογο και συγκινητικό βιβλίο.
Διαβάστε το.


Ο Δημήτρης (Τάκης) Φραγκούλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του επιμορφωτικού ιδρύματος ΚΕΜΕΑ και το 1988 ίδρυσε τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια, τις οποίες εξακολουθεί να διευθύνει. Κατά καιρούς αρθρογραφεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Το Ένα κομμάτι χαρτί είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.